Συνέντευξη με το συγγραφέα Χρίστο Ρ. Τσιαήλη

2017-12-03

Επιμέλεια:

Βασιλική Β. Παππά

vpappa@cultmagz.com


Ο Χρήστος Τσιαήλης είναι καθηγητής Αγγλικών. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια έχει παρουσιάσει ποιήματα και πεζογραφήματά του σε λογοτεχνικές εκδηλώσεις μετά από χρόνια εσωστρέφειας στη γραφή του. Κατά καιρούς έχει διακριθεί σε εγχώριους και διεθνείς διαγωνισμούς ποίησης και πεζογραφίας. Ανάμεσα στα βιβλία του περιλαμβάνεται το Throwing Dice on a Chessboard (2010), το The Green Divorce (2012) και το Kiotho Surfaces (το πρώτο μυθιστόρημα από την Τριλογία Επιστημονικής Φαντασίας - The Omniconstants Trilogy). Ποιήματα και πεζά του έχουν δημοσιευτεί σε ανθολογίες και λογοτεχνικά περιοδικά σε Κύπρο, Ελλάδα, Αυστραλία και ΗΠΑ. Το διήγημά του "Φρούτο" διακρίθηκε στον πανελλήνιο διαγωνισμό Φαντασμαγορία 2017.

Β.Π.: Χρίστο, να ξεκινήσουμε τη συνέντευξη με το πρώτο στοιχείο του βιογραφικού σου. Γεννήθηκες στη Λευκωσία. Τι είναι εκείνο που σου έρχεται πρώτο ως εικόνα όταν σκέφτεσαι την παιδική σου ηλικία στο νησί; Εκτός από τις αρχές και τις αξίες που σου εμφύσησαν οι γονείς σου, υπάρχει κάτι που έχει ιδιαίτερη βαρύτητα για σένα και που είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με εκείνους;

Χ.Τ.: Αγαπητή μου, γεννήθηκα στη Λευκωσία και η μισή μου γενιά είναι εδώ, όμως τα παιδικά μου χρόνια τα έζησα σε μια ακριτική κωμόπολη, την Αθηένου, καθώς ο πατέρας μου κατάγεται από εκεί. Η κοινότητα αυτή βρίσκεται περικυκλωμένη από την πράσινη γραμμή που έχει δημιουργηθεί μετά την Τουρκική εισβολή που έγινε δυο μήνες πριν γεννηθώ. Υπήρχε μόνο μια διέξοδος από την Αθηένου γι' αυτό και ο ελεύθερος θύλακας της περιοχής ονομάζεται περίκλειστο. Με μια τέτοια ιδιαίτερη ανατροφή, ανήκω στη γενιά αυτών που τρέφουν μεγάλη αγάπη για την οικογένειά τους και έχουν ιδιαίτερο δέσιμο. Ζω μακριά τους εδώ και εικοσιπέντε χρόνια, όμως η επαφή μας είναι σχεδόν καθημερινή. Χρωστάω τα πάντα στους γονείς μου.

Β.Π.: Ποια είναι η πρώτη εικόνα που έχεις από την παιδική σου ηλικία σε σχέση με τη συγγραφή; Η οικογένειά σου ενθάρρυνε το ταλέντο σου και την επιθυμία σου να ασχοληθείς με αυτή;

Χ.Τ.: Δυστυχώς ή ευτυχώς δεν άφησα να γνωρίζει κανένα μέλος της οικογένειάς μου ότι γράφω παρά μόνο όταν έγινα ενήλικας. Η γραφή μου ήταν μανιώδης και κρυφή για χρόνια - ίσως κατάφερα έτσι να ισορροπήσω μέσα μου την αυτοαμφισβήτηση και την χαμηλή αυτοεκτίμηση που προφανώς έφερα για διάφορους προσωπικούς λόγους. Διαβάζοντας τα πρώτα κείμενά μου τώρα, ήρεμος και πλήρης συγγραφικής αυτογνωσίας κατανοώ πολλά. Γι' αυτό πολλά από τα πρώτα μου κείμενα εξακολουθούν να είναι «απαγορευμένα».

Β.Π.: Ο άνθρωπος και το σύστημα είναι το δίπτυχο πάνω στο οποίο εστιάζονται τα δεκατέσσερα διηγήματα της πρώτης συλλογής σου που φέρει τον τίτλο «Ψωμί» και που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Γκόβόστη". Τι σε ενέπνευσε για να τα γράψεις, ποιες ήταν οι επιρροές σου;

Χ.Τ.: Οι ανησυχίες μου είναι κυρίως φιλοσοφικές και κοινωνικοπολιτικές. Κάθε μορφή υπέρβασης εξουσίας ή προσπάθεια επιβολής αυτής είναι για μένα επιρροή. Όταν διαπιστώνω τις αδικίες προς τη μεσαία και την κατώτερη τάξη, ανάμεσα στις οποίες περίπου ανήκω, επηρεάζομαι. Για ένα συγγραφέα ο θυμός και η αγανάκτηση έστω και αν δεν αφορά στον ίδιο αλλά συνανθρώπους του, είναι αφορμή για τη συγγραφή μιας ιστορίας. Έτσι γράφονταν τα διηγήματα του ΨΩΜΙ εδώ και δυο τρία χρόνια ωσότου να καταλήξω στην ολοκλήρωση της συλλογής. Αρκετές από τις ιστορίες γράφτηκαν με την καθοδήγηση του μέντορά μου στη γραφή, του Δημήτρη Τανούδη. Μέσα από το ΨΩΜΙ προσπαθώ να δείξω το μέτρο της ευθύνης που αναλογεί σε όλους μας για να αλλάξει το Σύστημα. Άλλες αλλαγές πρέπει να γίνουν μέσα μας, άλλες σίγουρα οφείλουν να είναι ριζικές και οικουμενικές.

Β.Π.: Σε όλα τα διηγήματα κυριαρχεί η αμφισβήτηση των δεσποτικών δομών εξουσίας, η πανανθρώπινη αγωνία να ορθώσει κάποιος το ανάστημά του και να δει πίσω από το παραπέτασμα που του έχει επιβληθεί. Είναι αλήθεια, ότι η εποχή μας αλλάζει γρήγορα. Πώς θα χαρακτήριζες την περίοδο που διανύουμε; Υπάρχει κάτι που σε φοβίζει;

Χ.Τ.: Η τεχνολογική ανάπτυξη με τον ψυχικό εξανδραποδισμό και την αλλοτρίωση του ατόμου που επιβάλλει από τη μια, και από την άλλη ο καταναλωτισμός σε θλιβερή συνεργασία με τις απαιτήσεις της σύγχρονης ζωής, τόσο σε οικονομικό όσο και ψυχολογικό επίπεδο, έχουν στριμώξει τον άνθρωπο και τον έχουν φέρει αντιμέτωπο με έναν αόρατο εχθρό - έναν εχθρό που δεν απειλεί τα σύνορα μιας χώρας, αλλά βρίσκεται ήδη μέσα μας. Ο ήρωας που θα ορθώσει το ανάστημα είναι ο άνθρωπος που κρατάει τη ζωή του απλή, ο άνθρωπος που βρίσκει το μέτρο και πράττει με αγάπη προς τον συνάνθρωπό του. Ο αγώνας για να φτάσουμε σε αυτό το επίπεδο είναι δύσκολος. Ίσως και ακατόρθωτος, γιατί φαίνεται ότι προσπαθούν να μας αφαιρέσουν τα όπλα, να μας αφοπλίσουν με κάθε μέσο. Ακόμη και χωρίς όπλα λοιπόν, σύγχρονος ήρωας μπορεί να γίνει ο καθένας, πολεμώντας τον δικό του αγώνα. Τον αγώνα για τη διαφύλαξη της αγάπης προς τον συνάνθρωπο.

Με ρωτάς αν με φοβίζει κάτι. Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια τα τρομοκρατικά κτυπήματα. Δεν με φοβίζει ένα τρομοκρατικό κτύπημα, αλλά μια πιθανή κλιμάκωση που θα κάνει και τις Δυτικές Χώρες να επέμβουν πιο δυναμικά, φέρνοντας την ανθρωπότητα στα πρόθυρα ενός Τρίτου Παγκοσμίου Πολέμου. Ήδη οι πολώσεις γίνονται. Αν ποτέ βρεθώ σε πόλεμο ή σε κάποιο τρομοκρατικό κτύπημα, θέλω να βλέπω ανθρώπους που δεν θα τρέχουν πανικόβλητοι, αλλά θα έχουν το θάρρος να παραμείνουν και να δώσουν βοήθεια σε τραυματίες, ή και ψυχολογική στήριξη μέχρι να έρθουν οι υπεύθυνοι. Και μιλώντας για τεχνολογική αλλοτρίωση, δεν θέλω να είμαι εκείνος που θα τραβάει βίντεο και φωτογραφίες το συμβάν.

Β.Π.: Πότε συνειδητοποίησες ότι θέλεις να γίνεις συγγραφέας και τι κατά τη γνώμη σου κάνει έναν συγγραφέα καλό;

Χ.Τ.: Νομίζω η πρώτη πραγματική συνειδητοποίηση της επιθυμίας μου να εξωτερικεύσω αυτά που έγραφα ήρθε στον στρατό, όταν πια η απομόνωση εκεί με τις ώρες ήταν πολύ πιο έντονη και μακροσκελής και άρχισα να γράφω και τα πρώτα μου μακροσκελή διηγήματα που ήταν άνω των δύο χιλιάδων λέξεων. Ήξερα ότι έβαζα κόπο κάτω για κάποιο λόγο, και πιστεύω είχα αρχίσει να χτίζω το όνειρο. Δεν πιστεύω ότι υπάρχουν καλοί ή κακοί συγγραφείς. Η αφοσίωση θα κάνει έναν άνθρωπο καλύτερο. Το τι γράφει ο καθένας, αν είναι καλό ή κακό, είναι υποκειμενικό. Προσπαθώ να μην φαντάζομαι πόσοι και πόσοι άνθρωποι πιθανόν να θεωρήσουν το ΨΩΜΙ ένα κακό βιβλίο. Αυτή η απαισιοδοξία και η χαμηλή αυτοεκτίμηση που ανέφερα στην αρχή ποτέ δεν με έχουν εγκαταλείψει. Ίσως αυτό το χαρακτηριστικό να κάνει εμένα έναν «καλό» συγγραφέα. Ίσως κάποιον άλλο να τον κάνει «κακό» συγγραφέα. Ή και αντίστροφα. Είμαι διφορούμενος στην απάντησή μου σκόπιμα, για να μην δημιουργήσω διπλωματικό επεισόδιο. Χεχε!

Β.Π.: Με τη συγγραφή εκτίθεται η ψυχή αυτού που γράφει. Εξαιτίας αυτού, έχεις αισθανθεί πιο ευάλωτος στα μάτια των οικείων σου προσώπων;

Χ.Τ.: Όλοι οι οικείοι μου άνθρωποι γνωρίζουν ότι εδώ και χρόνια έχω φύγει μακριά από την έκφραση των δικών μου «απωθημένων» συναισθημάτων. Ό,τι γράφω πλέον με φωνές ηρώων δημιουργημένων από τη φαντασία μου και σε καμία περίπτωση η πληθώρα των διαφορετικών εμπειριών που περιγράφονται στα βιβλία μου δεν είναι αποκλειστικά δικιά μου. Απλά περνάει από τα δικά μου φίλτρα. Η έμπνευση δεν είναι μόνο στην ψυχή. Η έμπνευση είναι και στο μυαλό είναι και στην επίκτητη συναισθησία που χαρίζει μεγαλουργήματα. Παρόλα αυτά γράφω και πράγματα που ξεζουμίζουν και από το δικό μου τραύμα όπως όμορφα μου το περίγραψε ο Βασίλης Αμανατίδης σε ένα από τα μαθήματα γραφής που έκανα κοντά του. Διαχύνω όμως αυτές τις ιστορίες ανάμεσα σε όλες τις άλλες και κανείς δεν γνωρίζει πότε μιλάει ο Χρίστος και πότε κάποια από τις χιλιάδες υπάρξεις που γεννιούνται και πεθαίνουν μέσα του για να πούνε μια ιστορία ή δυο πριν ανακυκλωθούν. Ακούγομαι σκληρός, αλλά πιστεύω ότι πολλοί συγγραφείς θα συμφωνήσουν μαζί μου. Και πάλι, πολλοί όχι.

Β.Π.: Πολλοί είναι εκείνοι που ισχυρίζονται ότι ο δημιουργός δεν έχει ανάγκη να επικοινωνεί και να γνωρίζει το αναγνωστικό του κοινό. Ποια η προσωπική σου άποψη; Μπορείς να σκιαγραφήσεις το πορτρέτο του αναγνώστη που θα τον αγγίξει περισσότερο η συλλογή σου;

Χ.Τ.: Θέλω να γνωρίζω το αναγνωστικό μου κοινό και θέλω να μοιράζονται μαζί μου το τι αποκόμισαν κάθε φορά που διάβασαν κάτι δικό μου. Ή πώς το κατάλαβαν. Δεν μου αρέσει όμως να με ρωτάνε ερωτήσεις του τύπου τι εννοούσα εκεί, ή να τους πω την περίληψη της τάδε μου ιστορίας, ή να τους εξηγήσω ένα ολόκληρο μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας με ταξίδι στον χρόνο, απλά επειδή δεν το διάβασαν. Τα βιβλία αφορούν πάντα αυτούς που τα διάβασαν κι όχι τους υπόλοιπους. Κάθε βιβλίο είναι μια επικοινωνία ενός συγγραφέα με τον αναγνώστη του, έστω κι αν οι δύο δεν συναντηθούνε ποτέ, η σύσταση θα έχει ήδη πραγματωθεί μέσα στα χάρτινα εκείνα δωμάτια.

Β.Π.: Σήμερα, εν σχέσει με παλιότερα οι πόρτες των εκδοτικών οίκων ανοίγουν πάρα πολύ δύσκολα για ένα νέο δημιουργό. Παρ' όλα αυτά όμως, πολλοί νέοι συγγραφείς και ποιητές έχουν δυναμική παρουσία στα social media, κινoύνται αυτόνομα και συσπειρώνουν κόσμο όπως γινόταν παλιότερα. Κατά τη γνώμη σου όμως, οι παλιοί αποδέχονται τους καινούργιους;

Χ.Τ.: Είναι γεγονός ότι οι εκδοτικοί οίκοι είναι δύσκολοι προς συγγραφείς που δεν έχουν εδραιώσει ένα άλφα αναγνωστικό κοινό, είτε είναι νέοι συγγραφείς είτε παλαιότεροι που έχουν εκδώσει βιβλία αλλά δεν έχουν πετύχει πολλά με τα βιβλία τους. Παρόλα αυτά πιστεύω ότι όλα καταλήγουν στο τι βιβλίο έχεις γράψει. Οι πλείστοι εκδοτικοί έχουν τους μηχανισμούς τους και τα κριτήρια για να επιλέγουν τα βιβλία που πιστεύουν ότι έχουν δυνατότητες και θέση στην αγορά. Και οι εκδοτικοί οίκοι θέλουν να πουλήσουν και βεβαίως αυτό είναι απόλυτα κατανοητό, ειδικά σε μια εποχή που η οικονομική κρίση και ο ανταγωνισμός από το διαδίκτυο και τις αυτοεκδόσεις είναι ισχυροί γνώμονες αυτοσυγκράτησης και προσεκτικής επιλογής. Το δικό μου βιβλίο δεν πιστεύω ότι είναι ιδιαίτερα εμπορικό με τα συνηθισμένα κριτήρια, όμως ο εκδοτικός οίκος Γκοβόστης ταιριάζει στο ύφος μου και νιώθω πολύ τυχερός και ευγνώμων που με επέλεξε για τις φετινές του εκδόσεις. Η συνεργασία μου μαζί τους είναι άμεμπτη και πολύ εποικοδομητική.

Τώρα, όσον αφορά στο ερώτημά σας για το αν οι παλιοί αποδέχονται τους καινούριους, εγώ προσωπικά δεν έχω βιώσει απόρριψη, έχω πάρα πολλούς φίλους από τους παλιούς συγγραφείς και εδώ στην Κύπρο και στην Ελλάδα και με έχουν αγκαλιάσει. Ίσως επειδή είμαι ο ίδιος φιλικός ως άνθρωπος και τους δείχνω τον σεβασμό που τους τρέφω έτσι κι αλλιώς.

Β.Π.: Όταν θέλεις να απομονωθείς και να ηρεμήσεις, τι αποζητάτς να κάνεις;

Χ.Τ.: Το φως. Το φως γύρω πρέπει να είναι χαμηλό. Βυθίζομαι έτσι, γράφω τις πρώτες πρωινές ώρες, από τις πέντε, ή ξυπνάω απότομα κατά τις δύο-τρεις το πρωί και γράφω. Είναι παράξενη η σχέση μου με το εικοσιτετράωρο, ίσως επειδή εργάζομαι απόγευμα στο σχολείο που διδάσκω και τα πρωινά μου είναι ελεύθερα. Αν γράφω για μερικές ώρες από τις τρεις τα ξημερώματα ως τις εννέα το πρωί, μετά απλά επιλέγω να κοιμηθώ. Το φως, πάντα το φως μου ενοχλεί τη βύθιση. Κι αν έρθει από τη βεράντα το φως, τραβάω την κουρτίνα. Το μόνο φως που ανέχομαι είναι της οθόνης, της λευκότητας που γεμίζει με ψηφιακό μελάνι. Εκεί τη βρίσκω. Εκεί θα με βρεις.

Β.Π.: Επόμενος στόχος; Ποια τα μελλοντικά σου σχέδια;

Χ.Τ.: Αυτή τη στιγμή τελειώνω τον κορμό του δεύτερου μυθιστορήματος επιστημονικής φαντασίας στην Τριλογία που έχω ξεκινήσει. Το πρώτο της σειράς, Klotho Surfaces, εκδόθηκε πέρυσι. Πιο ύστερα, άλλη μια συλλογή διηγημάτων στα ελληνικά, την έχω ήδη έτοιμη, αλλά θέλει δουλειά για να φτάσει εκεί που θέλω. Επίσης, θέλω πολύ να ανεβάσω στη σκηνή ένα θεατρικό μου που βραβεύτηκε φέτος τον Σεπτέμβρη από τον Διαγωνισμό Λογοτεχνίας του ΕΤΕΠΚ Κερατσινίου. Ή άλλα θεατρικά που έχω γράψει. Κάποια από αυτά είναι στα «απαγορευμένα» που σου προανέφερα και αντιμετωπίζω - ως αντιλαμβάνεσαι - σοβαρά προβλήματα αναποφασιστικότητας. Ήταν πάντα μια και μοναδική η διέξοδος στο «περίκλειστο» κι εγώ ήθελα να ρίχνω τοίχους.

Σε ευχαριστώ πολύ για τις τόσο όμορφες ερωτήσεις!

Β.Π.: Κι εγώ σ' ευχαριστώ! Καλή συνέχεια στο έργο σου!