Music

 Η απομάκρυνση και η επαναφορά των εικόνων στην Εκκλησία (Η εικονομαχική έριδα)

2022-05-12


της Βασιλικής Β. Παππά*

vpappa@cultmagz.com


Κατά τη διάρκεια της εικονομαχίας oι εικόνες απομακρύνονται από τους ναούς και επανέρχονται εκ νέου σύμβολα των πρώτων χριστιανικών χρόνων. Η τέχνη της εικονομαχικής περιόδου ήταν συγχρόνων επιστροφή στις ελληνιστικές πηγές και δάνειο από τη μουσουλμανική Ανατολή. Ο αυτοκράτορας Θεόφιλος διακοσμούσε τις εκκλησίες με παραστάσεις που παρίσταναν διάφορα είδη ζώων, δέντρα και άνθη, ενώ ο Κωνσταντίνος Κοπρώνυμος τις είχε δώσει ένα λαμπρό παράδειγμα: στην εκκλησία των Βλαχερνών είχε καταστρέψει έναν κύκλο εικόνων με ευαγγελικά θέματα και τις είχε αντικαταστήσει με άνθη, διάφορα πουλιά και ζώα, περιτριγυρισμένα από φυτά που πάνω τους κάθονταν γερανοί, κοράκια και παγώνια. Στη θέση που απεικόνιζε την Εβδόμη Οικουμενική Σύνοδο ο Κωνσταντίνος έβαλε την προσωπογραφία του ευνοούμενου αμαξηλάτη του.

To πολύπτυχο, σύνθετο και πολυσήμαντο αυτό ιστορικό γεγονός ταλάνισε για ενάμιση περίπου αιώνα - με μια διακοπή τριάντα χρόνων - την Εκκλησία αλλά και ολόκληρο το Βυζαντινό κράτος, προκαλώντας πολλά προβλήματα στο χριστεπώνυμο πλήρωμα. Τα αίτια της διαμάχης είναι ποικίλα. Αφενός αυτή γεννήθηκε από ποικίλες επιδράσεις, που άσκησαν στο Χριστιανισμό θρησκείες όπως ο Ιουδαϊσμός και ο Ισλαμισμός, οι οποίες, έχοντας ως έρεισμα την Παλαιά Διαθήκη που απαγορεύει την απεικόνιση του Θεού, εξαιτίας του κινδύνου της ειδωλολατρίας, απαγόρευαν τη χρήση εικόνων μέσα στους ναούς και αφετέρου χριστιανικές αιρέσεις, κυρίως ο Μονοφυσιτισμός και ο Μανιχαϊσμός.

Η θρησκευτική αυτή έριδα, που άρχισε με δύο δυναμικούς εικονοκλάστες αυτοκράτορες, τον Λέοντα Γ΄ τον Ίσαυρο (717-741) στην πρώτη φάση (726-787) και τον Λέοντα Ε΄ τον Αρμένιο (813-820) στη δεύτερη (815-843), έληξε εντέλει χάρη στη στάση που τήρησαν δύο εικονόφιλες αυγούστες, η Ειρήνη η Αθηναία (780-802) και η Θεοδώρα (842-856) αντίστοιχα.

Ο Λέων Γ΄  (717-741) ασπάστηκε τις απόψεις των αντιεικονικών κύκλων περισσότερο από πολιτικό υπολογισμό παρά από θεολογικό ενδιαφέρον. Με την ανάρρησή του στο θρόνο κλήθηκε να αντιμετωπίσει μια επίθεση των Αράβων την οποία απέκρουσε με μεγάλη δυσκολία. Οι εχθροί όμως δεν έπαυσαν τις επιθέσεις και, παρακινούμενοι από τις υποσχέσεις του Κορανίου για μεταθανάτιες απολαύσεις όσων σκοτώνονται στις μάχες εναντίον των «απίστων», πολεμούσαν σκληρά και αμείλικτα. Oι αυτοκρατορικοί αξιωματούχοι συνδύασαν την πολεμική αγριότητα των Αράβων με την απόρριψη από μέρους τους, καθότι Μουσουλμάνοι, των εικόνων. Από την άλλη, ο αυτοκράτορας παρατήρησε ότι η ειρηνοφιλία του βυζαντινού λαού, η ενασχόλησή του με τα θεία και η διάδοση του μοναχικού βίου στερούσε το κράτος από τους απαραίτητους πολεμιστές που θα απέκρουαν τον εχθρό. Συνδύασε μάλιστα την καταστολή των επιθετικών τάσεων των Βυζαντινών με την ευσέβειά τους και με την προσκύνηση από μέρους τους των εικόνων, γι' αυτό και πίστεψε ότι με την απαγόρευση της χρήσης τους θα εύρισκε περισσότερους και φιλοπόλεμους άνδρες για το στρατό. Εκτός από την πολιτική αυτή του αυτοκράτορα, οι εικονομάχοι - βασιζόμενοι στα θεολογικά ερείσματα του Ιουδαϊσμού, του παγανισμού και του Μονοφυσιτισμού - αρνούνταν τη δυνατότητα εξεικόνισης και απεικόνισης του Θεανθρώπου, συνεπώς και τη σχέση κτιστού και ακτίστου. Την περίοδο αυτή αναφέρονται καταστροφές εικόνων, ναών, αντιδράσεις στις επαρχίες, διωγμοί και σκοτωμοί εικονολατρών, καθώς και περιπτώσεις ανθρώπων, που προτίμησαν να μαρτυρήσουν παρά να απαρνηθούν την εικονολατρική τους τοποθέτηση. Ο Κωνσταντίνος Ε΄ ο Κοπρώνυμος (741-775), γιος του Λέοντα Γ΄, που διαδέχτηκε στο θρόνο τον πατέρα του, αν και είχε θεολογικές γνώσεις, υπήρξε βιαιότερος και σκληρότερος του προκατόχου του. Με πρωτοβουλία του συγκλήθηκε το 754 η εκκλησιαστική σύνοδος της Ιέρειας, κοντά στη Χαλκηδόνα, προκειμένου να καταδικάσει την τιμή και την προσκύνηση των ιερών εικόνων. Η άρνηση των Ορθόδοξων Πατριαρχών της Ανατολής, καθώς και του Πάπα Ρώμης να συμμετάσχουν στη σύνοδο αυτή, είτε αυτοπροσώπως είτε δι' αντιπροσώπων, μαρτυρεί την αποτυχία του Κωνσταντίνου Ε' να επιβάλει τις εικονοκλαστικές του απόψεις. Το κλείσιμο των μονών, οι διωγμοί και οι τυφλώσεις μοναχών, που κορυφώνονται μετά το 761, καταδεικνύουν την πολιτική διάσταση της εικονομαχίας, που με το χρόνο έγινε κύρια.

Aυτοκράτορες, ασπαζόμενοι τις εισηγήσεις και τις κατηγορίες των Μανιχαίων, Παυλικιανών, Ιουδαίων και Μωαμεθανών, όλων δηλαδή των εικονομάχων εναντίον των εικονοφίλων, τους οποίους αντιμετώπιζαν με πείσμα και φανατισμό, δεν έκαναν διάκριση ανάμεσα στην ορθή θεολογική διδασκαλία της Εκκλησίας περί των ιερών εικόνων και τις περιορισμένες καταχρήσεις που είχαν παρατηρηθεί. Αποτέλεσμα της έριδας αυτής εναντίον των εικόνων και της επίσημης εκκλησιαστικής παράδοσης ήταν ο βαθύς διχασμός του κλήρου, των μοναχών και του λαού, η ένταση των αντιθέσεων και του μίσους μεταξύ των αντιμαχομένων παρατάξεων, η απώλεια της γαλήνης και της ειρήνης ανάμεσα στους πολίτες, η επικράτηση κλίματος αναταραχής, αβεβαιότητας και ανασφάλειας σε ολόκληρο το λαό και φυσικά η καταστροφή εικόνων ανυπολόγιστης ιστορικής αξίας, έργων πνευματικής περισυλλογής και ευλάβειας. Το εικονομαχικό πνεύμα διδάσκονταν στα σχολεία και αποτελούσε αντικείμενο των εγχειριδίων.

Για τους εικονομάχους οι εικόνες συνιστούσαν απάτη και πλάνη, ύλη νεκρή και άψυχη, είδωλα εφάμιλλα εκείνων που λατρεύονταν από τους εθνικούς. Δε διέβλεπαν σ' αυτές καμιά θετική αξία ή προσφορά στον τομέα της πίστης. Η επιχειρηματολογία τους ήταν κατά της απεικόνισης του Χριστού, και ως εκ τούτου, απορρίπτοντας τις εικόνες, απέρριπταν το κεφαλαιώδες θέμα της Ορθοδοξίας, το Χριστολογικό δόγμα. Θεωρούσαν αδιανόητη την απεικόνιση του Υιού του Θεού, γιατί η ύπαρξη ανθρώπινων χαρακτηριστικών τον υποβίβαζε σε ψιλό άνθρωπο. Ο ισχυρισμός τους βασιζόταν επίμονα στην απαγόρευση από την Παλαιά Διαθήκη της κατασκευής και χρήσης των εικόνων, μολονότι εκεί δεν απαγορεύεται η χρήση των εικόνων, αλλά η κατασκευή ομοιωμάτων, η προσωποποίηση φυσικών φαινομένων και δυνάμεων και η λατρεία άψυχων ειδώλων για την προστασία του Ισραήλ από την ειδωλολατρία.

Με την Ζ΄  Οικουμενική Σύνοδο το 787 στη Νίκαια της Βιθυνίας, ορίζεται η αναστήλωση στους ιερούς ναούς των εικόνων του Χριστού, της Θεοτόκου, των αγγέλων, των αγίων και των οσίων, και καθορίζεται ο ασπασμός και η τιμητική προσκύνησή τους βάσει της εκκλησιαστικής παράδοσης, όπως αυτή εκφράζεται από τον Μέγα Βασίλειο (330-379): «η της εικόνος τιμή επί το πρωτότυπον διαβαίνει». Δηλαδή, όταν προσκυνούμε τις εικόνες, τιμούμε το εικονιζόμενο πρόσωπο, όχι τα υλικά με τα οποία είναι φτιαγμένη η εικόνα. Αλλά και η τιμή στους αγίους των εικόνων ανάγεται μέσα από αυτές στον ίδιο τον Θεό.

Με τη συγγραφή των τριών Απολογητικών Λόγων από τον Ιωάννη Δαμασκηνό για την τιμή και προσκύνηση των ιερών εικόνων αλλά και με την απόφαση της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου αποκρούστηκε και εξουδετερώθηκε η μανία κατά των εικόνων, ο διωγμός των εικονομάχων κατά των πιστών, καθώς και η κακόδοξη και ξένη προς την εκκλησιαστική παράδοση και διδασκαλία αντίληψη, η οποία διατάραξε επικίνδυνα και για μεγάλο χρονικό διάστημα την ενότητα της Εκκλησίας. Κατά τον ιερό Δαμασκηνό, η εικονομαχία δεν πλήττει απλά την ιερή παράδοση της Εκκλησίας, αλλά είναι εισήγηση του δαίμονα, του φθονερού εχθρού και πολέμιου της σωτηρίας των ανθρώπων.

Εκτός από τον Ιωάννη Δαμασκηνό, το φλέγον ζήτημα της εικονομαχίας αντιμετωπίστηκε, όπως προκύπτει από τα Πρακτικά της παραπάνω Συνόδου, με τρόπο παρόμοιο και από άλλους Πατέρες της Εκκλησίας, οι οποίοι κατέδειξαν και αυτοί ότι τα επιχειρήματα των εικονοκλαστών διαστρέφουν την αλήθεια και την πραγματική διδασκαλία της Εκκλησίας και αποδεικνύονται εκ των πραγμάτων αβάσιμα και ανεδαφικά. Για την Ορθόδοξη Εκκλησία, η εικόνα έχει χαρακτήρα λειτουργικό και μυσταγωγικό. Βοηθά τους πιστούς να βιώσουν και να αισθανθούν καλύτερα όσα τελούνται στο ναό κατά την ώρα της λατρείας, μεταφέροντάς τους μηνύματα θεολογικά, δογματικά και ιστορικά. Ο ρόλος της είναι παιδαγωγικός και διδακτικός, διότι όπως τονίσθηκε στην Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο.

H αναβίωση της εικονομαχικής έριδας 26 χρόνια μετά τη σύγκληση της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, με την παρακίνηση και τη συμπαράσταση πρώτα του αυτοκράτορα Λέοντος Ε΄ (813-820) και έπειτα του Θεοφίλου (829-842), κλόνισε πρόσκαιρα μόνο το κύρος και τις αποφάσεις της συνόδου. Η ενδημούσα Σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως του έτους 843, η οποία συγκλήθηκε με πρωτοβουλία της αυτοκράτειρας Θεοδώρας, χήρας του αυτοκράτορα Θεοφίλου, αναστήλωσε οριστικά και αμετάκλητα τις ιερές εικόνες και αποκατέστησε πλήρως το κύρος και τις αποφάσεις της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου. Πολύ εύστοχα μάλιστα οι πατέρες της ενδημούσας Συνόδου του 843 θέσπισαν την εορτή της Ορθοδοξίας σε ανάμνηση του θριάμβου των αγίων εικόνων και γενικά της ορθοδόξου πίστεως. Την ημέρα αυτή τελείται σε όλους τους Ορθόδοξους ναούς η λιτάνευση του Τιμίου Σταυρού και των ιερών εικόνων και διαβάζονται περικοπές από το «Συνοδικόν της αγίας και Οικουμενικής Ζ΄ Συνόδου υπέρ της Ορθοδοξίας». Η θέση των εικονοφίλων, επομένως, ήταν σαφής. Οι εικόνες είναι μέσα διδακτικά και επαγωγικά που καθοδηγούν τους χριστιανούς, ιδιαίτερα τους απαίδευτους, στην κατανόηση των θρησκευτικών αληθειών και ανάγουν στη μνήμη, την τιμή και την προσκύνηση των αρχέτυπων.

Πηγές:

Μ. Βασιλείου, Περί Αγίου Πνεύματος 18, 45, PG 32, 149C.

Ιωάννου Δαμασκηνού, Λόγος Α΄...., PG 94, 1232A-1284A. Λόγος Β΄, PG 94, 1284B-1317A. Λόγος Γ΄, 94, PG 1317B-1420C.

Ιωάννου Δαμασκηνού, Λόγοι τρεις υπέρ των ιερών εικόνων, PG 94, 1232-1317. Ο Ιωάννης Δαμασκηνός καταγόταν από τη Δαμασκό της Συρίας, όπου γεννήθηκε γύρω στα 660. Άνθρωπος με θεολογική και φιλοσοφική συγκρότηση, μελέτησε τη διδασκαλία της Εκκλησίας (Αγία Γραφή, αποφάσεις Συνόδων, κείμενα Πατέρων της Εκκλησίας) και την εξέφρασε με απλότητα και συντομία. Έγραψε πολλά συγγράμματα. Υπήρξε μεγάλη εκκλησιαστική προσωπικότητα, ίσως από τις μεγαλύτερες στην ιστορία της Εκκλησίας. Συνδύαζε τη θεολογία με την ποίηση και τη φιλοσοφία, την αγιότητα με τη μαχητικότητα. Ήταν σπουδαίος υμνογράφος και μελωδός. Τα συγγράμματά του τον ανέδειξαν μέγιστο των δογματικών της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Πέθανε γύρω στα 750. Η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη του στις 4 Δεκεμβρίου. 

Βιβλιογραφία:

Β.Ν. Αναγνωστόπουλου, «Ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός και η απόφανσις της Ζ΄ εν Νικαία Οικουμενικής Συνόδου περί την τιμήν και προσκύνησιν των ιερών εικόνων», στην Επιστημονική Παρουσία Εστίας Θεολόγων Χάλκης, τόμ. Β΄, εν Αθήναις 1991.

Άνθιμου, μητροπολίτη Αλεξανδρουπόλεως, «Έρχου και Ίδε» περ., Εκκλησία (1991), τεύχ. 5. 

Θ. Αντωνιάδου, «Η Εικονομαχία και το πρόβλημα της προσκυνήσεως των εικόνων», περ. Απόστολος Βαρνάβας (1975), τεύχ. 9-10.

Α.Α. Βασίλιεφ, Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (324-1453), μετάφρ. Δ. Σαβράμη, τόμ. Β΄, έκδ. Πάπυρος, 1995.

Β.Ν. Γιαννόπουλου, Αι χριστολογικαί αντιλήψεις των εικονομάχων, Αθήναι 1975. 

Β. Γιαννόπουλου, «Εικών κατά τον ιερόν Φώτιον» περ., Θεολογία (1980), τεύχ. 51. 

Δαμασκηνού Α.Παπανδρέου, Μητροπ. Ελβετίας, Ορθοδοξία και κόσμος, Κατερίνη (εκδ. Τέρτιος) 1993. 

Δίπτυχα της Εκκλησίας της Ελλάδος, Κανονάριον-Επετηρίς, Αθήνα (έκδ. Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος) 1996, σ. 59-60.

Θ. Ζήση, Πρωτοπρ., Οι εικόνες στην Ορθόδοξη Εκκλησία, Θεσσαλονίκη (εκδ. Βρυέννιος) 1995.

Α. Θεοδώρου, «Όψεις τινές της περί κακού, θεώσεως του ανθρώπου και ιερών εικόνων διδασκαλίας του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού», περ. Θεολογία (1973), τόμ. 44.

Κ.Δ. Καλοκύρη, Η ουσία της ορθοδόξου αγιογραφίας, Αθήνα 1960. 

Κ. Καλοκύρη, Η ζωγραφική της Ορθοδοξίας. Ιστορική, αισθητική και δογματική ερμηνεία της βυζαντινής ζωγραφικής, Θεσσαλονίκη 1972. 

Ι. Καρμίρη, Τα δογματικά και συμβολικά μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τόμ. Ι, έκδοσις Δευτέρα επηυξημένη και βελτιωμένη, εν Αθήναις 1960.

Κ.Ι. Κορναράκη, Η θεολογία των ιερών εικόνων κατά τον όσιο Θεόδωρο το Στουδίτη, Κατερίνη (εκδ. Επέκταση), 1998.

Χ. Κρικώνη, «Η διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας περί της τιμής και προσκυνήσεως των ιερών εικόνων και οι αντιλήψεις του ιερού Φωτίου έναντι της εικονομαχίας» περ. Θεολογία (1996), τεύχ. 67. 

Χ. Κρικώνη, «Η περί εικόνων διδασκαλία της Εκκλησίας και του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού ειδικώτερον», στα πρακτικά Κ΄ Θεολογικού συνεδρίου με θέμα «Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός», 2000.

Χ.Θ. Κρικώνη, «Η Στάση του Μεγάλου Φωτίου έναντι της Εικονομαχίας», στα πρακτικά ΙΕ΄ Θεολογικού Συνεδρίου «Μέγας Φώτιος», Θεσσαλονίκη 1996.

Χ.Θ. Κρικώνη, Πατερικά θεολογικά μελετήματα, Θεσσαλονίκη (εκδ. University Studio Press) 1998.  

Μ. Μοϊάννου, «Η εικονομαχική κρίση μέσα από τον βίο του Αγίου Στεφάνου του Νέου», περ. Σύναξη (1996), τεύχ. 60.

Η. Μπάκου, Βυζαντινή ποίησις και εικονομαχικαί έριδες, διατριβή επί διδακτορία, Αθήναι 1992. 

Αθ. Παλιούρα, «Ο απόηχος της εικονομαχίας στη ζωγραφική του 16ου αιώνα. Η περίπτωση του Γ. Κλόντζα», Τιμητικό αφιέρωμα στον Καθηγητή Κ.Δ. Καλοκύρη, Θεσσαλονίκη 1985, 403-413.

Π.Σ. Παπαευαγγέλου, Η εκκλησιαστική μας ζωγραφική, Θεσσαλονίκη 1980.

Π. Παπαευαγγέλου, Χριστιανική και βυζαντινή αρχαιολογία, Θεσσαλονίκη 1972.

 Ε. Περσελή, Σχολική Θρησκευτική αγωγή. Μελετήματα, Αθήνα (εκδ. Γρηγόρης) 1998.

Β.Θ. Σταυρίδη, Η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος, Νίκαια (β΄), 787. (Η περί των ιερών εικόνων έρις - Εικονομαχία), Θεσσαλονίκη 1987.

Β. Στεφανίδου, Εκκλησιαστική Ιστορία, Αθήναι 1959. 

Τριώδιον κατανυκτικόν περιέχον άπασαν την ανήκουσαν αυτώ ακολουθίαν της αγίας και μεγάλης Τεσσαρακοστής, εν Αθήναις (έκδ. Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος) 1960.

Π. Χρήστου, «Οι εικόνες και η Ορθοδοξία», Έκδ. ΕΘΕΒΕ, Ομιλίες - Διαλέξεις Επικαίρων θεμάτων, Θεσσαλονίκη 1992.

Β. Ψευτογκά, «Η θεολογία του Αγ. Φωτίου περί εικόνων», Πρακτικά ΙΕ΄ Θεολογικού συνεδρίου «Μέγας Φώτιος», Θεσσαλονίκη 1995. 

M.V. Anastos, "Eκκλησία και Πολιτεία κατά την πρώτην περίοδον της Εικονομαχίας», Ευχαριστήριον. Τιμητικός τόμος επί της επιστημονικής δράσεως και τη 35ετηρίδι τακτικής καθηγεσίας Αμίλκα Αλιβιζάτου, εν Αθήναις 1958.

M.A. Vassiliev, Histoire de l' Empire byzantine, Paris 1932, τ. Ι.

 G. Ostrogorsky, Iστορία του Βυζαντινού Κράτους, Αθήνα 1979.


* Βασιλική Β. Παππά είναι Msc, MA Θεολόγος με ειδίκευση στην Εκκλησιαστική Ιστολία, τη Χριστιανική Ηθική και την Κοινωνιολογία του Χριστιανισμού.