21ος αιώνας: Η πορεία προς την εγωτική αυτοδικαίωση

2017-05-20

της Βασιλικής Ματιάκη* 


Ζούμε στην εποχή της μετανεωτερικότητας, κατά την οποία οι «μεγάλες αφηγήσεις» έχουν προ καιρού υπερκεραστεί από τις «μικρές αφηγήσεις», την πληθώρα των νεοεμφανισθέντων κοινωνικών και θρησκευτικών ιδεολογιών και πεποιθήσεων.

Οι «μικρές αφηγήσεις» επεκράτησαν την τελευταία εικοσαετία και εκπροσωπούν το συμπίλημα της «Νέας Τάξης» πραγμάτων ή αλλιώς της «Νew age» εποχής, ένα χωνευτήρι κοσμοθεωριών, κοινωνικών οραματισμών και πνευματικών αναζητήσεων, όπου όλες οι θεωρίες είναι αποδεκτές και έγκυρες και ταυτόχρονα αμφισβητήσιμες. Ο άνθρωπος μετά τις τραγικές και τις δραματικές επιπτώσεις των πολέμων του 20ου αιώνα έστρεψε το ενδιαφέρον του στις πνευματικές αναζητήσεις για να αντλήσει παρηγοριά και κουράγιο. Στο βωμό αυτής της ανάγκης αναβίωσαν ή επινοήθηκαν (πολλές φορές από επιτήδειους) εκατοντάδες κοσμοθεωρίες και θρησκευτικές θεωρίες που έκαναν την επικράτηση μιας «μυστικιστικής πνευματικότητας», την κυρίαρχη τάση στην άμεση επαφή του ανθρώπου με το Θεό.

Αυτή η μυστικιστική τάση απηχεί τη θέση ότι ο άνθρωπος -με μια προτεσταντική σωτηριολογική διάθεση- είναι ικανός να σωθεί μόνος του, χωρίς τη μεσολάβηση άλλων, βιώνοντας μια θρησκευτικότητα προσαρμοσμένη στα δικά του δεδομένα, μια θρησκευτικότητα που τού ταιριάζει. Εφόσον, σύμφωνα με αυτήν την τάση, δεν υφίσταται καμιά καθολική αλήθεια αλλά πολλές επιμέρους, που συνέρχονται αυτούσιες και συναρθρώνονται σε ένα ενιαίο σώμα, δεν υπάρχει «αντικειμενικότητα» παρά μόνο υποκειμενικές κρίσεις(1).

Η ανάγκη της κριτικής και της αμφισβήτησης των καθολικών αληθειών προέβαλε, αρχικά, από τα αδιέξοδα της ορθολογικότητας, της αυτονόμησης και απομόνωσης του Λόγου, της εποχής του Διαφωτισμού. Συγκεκριμένα, στον τομέα της θρησκευτικής πίστης, ο Δυτικός πολιτισμός, απομακρυνόμενος από την ορθόδοξη πίστη και εμπειρία, προκάλεσε υπαρξιακά αδιέξοδα στη ζωή του ανθρώπου. Η επικράτηση του νομικιστικού και ευσεβιστικού φρονήματος στη ζωή των πιστών είχαν ως αποτέλεσμα τη νέκρωση της ζώσας πίστης τους και την εδραίωση μιας νεκρής πίστης. Η συμμετοχή στη λατρεία κατάντησε να είναι υπόδειγμα ευπρεπισμού και η ένδειξη της πίστης σχετιζόταν με την στενή υπακοή στις εντολές του Θεού που επέφερε τον πουριτανισμό. Έτσι, ο άνθρωπος γέμισε με πάθη, οργή και μια κατ΄επίφασιν θρησκευτικότητα, μέσω της οποίας απεκδύθηκε των φυσικών του γνωρισμάτων, συγκάλυψε τα πάθη του και κατέπνιξε την οργή του.

Τα τρομερά αδιέξοδα της απομόνωσης, της μοναξιάς και της κατάθλιψης που συνόδευσαν τις ανομολόγητες και μύχιες σκέψεις των πιστών, προκλήθηκαν από τα συγκαλλυμένα πάθη της ανθρώπινης ψυχής του. Η ανάγκη ανάπτυξης της Ψυχολογίας και της Ψυχοθεραπείας και η σύγχρονη προσέγγιση της «επικοινωνιακής παιδαγωγικής», φανερώνουν τα ολέθρια αποτελέσματα που είχε η καλλιέργεια, είτε του παπικού νομικίστικου καθεστώτος είτε της προτεσταντικής ηθικής, για την ψυχική υγεία του ανθρώπου, καθώς εξάρτησαν τη σωτηρία του ανθρώπου από την αυτοδικαίωσή του.

Ο άνθρωπος έμεινε μόνος του να παλεύει με τις αμαρτωλές ορέξεις του, τα ανομολόγητα πάθη του, επιφορτισμένος με την εικόνα του «υδροκέφαλου» ανθρώπου, του ανθρώπου που μπορεί να επεξεργαστεί τα προβλήματα του με τη βοήθεια «λογικών» προτάσεων, και κατόπιν να αποφανθεί. Η γνώση περιορίστηκε στην περιοχή του ανθρώπινου εγκεφάλου, έγινε ακοινώνητη διότι αφορούσε σε ΕΝΑΝ άνθρωπο. Η διανοητικοποίηση και η έπαρση που αυτή επέσυρε, ήταν το τέχνασμα που ασυνείδητα ο δυτικός άνθρωπος χρησιμοποίησε για να συγκαλύψει την υπαρξιακή του κενότητα. Ένας λόγιος άνθρωπος, ευσεβής και ευπρεπής χωρίς ξεσπάσματα και πάθη είναι ο ιδεατός άνθρωπος που κατασκευάζει μόνος του το σκεύος της σωτηρίας του. Είναι ένας αυτοδικαιωμένος άνθρωπος που έχει εξασφαλίσει μια θέση στον παράδεισο, μια περιγραφή του ανθρώπινου προτύπου που είναι πολύ κοντά στο Φαρισαϊσμό της εποχής του Χριστού, της κατά γράμμα τήρησης του Νόμου που νεκρώνει την πίστη και κάνει τη λατρεία ακάθεκτη, την περιορίζει σε σύμβολα, σε γράμματα και σε εκλεπτυσμένες εκφράσεις.

Ο ορθολογισμός επικράτησε, οπωσδήποτε, και στο εκπαιδευτικό σύστημα όλου του δυτικού πολιτισμού, του οποίου γενναία δάνεια έχει αναλάβει και το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Ο περιορισμός της γνώσης στη διανόηση εξοστράκισε την ολόπλευρη συμμετοχή του ανθρώπου στη γνώση (των αισθήσεων και του σώματός του).

Αργότερα, η ανάγκη ύπαρξης κριτικά σκεπτόμενων και δημιουργικών ατόμων βασίστηκε, στο σύγχρονο καθολικό αίτημα της «κοινωνίας της γνώσης», μιας κοινωνίας ανθρώπων που δεν είναι μόνο φορείς της γνώσης με την έννοια της αποθήκης μνημονικών πληροφοριών, αλλά περισσότερο αναμορφωτές και μετασχηματιστές της. Έτσι ο άνθρωπος δεν είναι, πλέον, το Αντικείμενο αλλά το Υποκείμενο, δεν είναι ο δέκτης αλλά ο πομπός της ίδιας της γνώσης, το εργαλείο με το οποίο η γνώση γίνεται γόνιμη και χρήσιμη. Ένα χρηστικό εργαλείο που όπως όλα τα εργαλεία προσφέρει μετρήσιμες αποδόσεις. Η εκπαίδευση γίνεται ανταγωνιστική.

Μέχρι τώρα περιγράφηκε μια παιδαγωγική κατεύθυνση, όπου ο μαθητής-πολίτης μετατρέπεται σε ένα περίκλειστο υποκείμενο, έρμαιο της προσωπικής του ευδαιμονίας. Η κριτική σκέψη τού δίνει τη «γνώση της γνώσης», ενώ η Συναισθηματική Παιδεία τη «γνώση του αισθήματος». Προικισμένος με τέτοιες γνώσεις γίνεται «γραμματισμένος»- ενήμερος για όλα αυτά που απαιτούνται, ώστε να υπηρετεί ορθά το ρόλο ενός διανοητικά προκατασκευασμένου ευτυχισμένου όντος. Η ευτυχία μπορεί να διδαχθεί.

Σήμερα, αιτείται ένας Λόγος κριτικός, ανυπότακτος, ανεξάρτητος από κάθε αυθεντία, λόγος ικανός να κρίνει και να διακρίνει το γνήσιο από το κίβδηλο, το ασφαλές από το επισφαλές, το σημαντικό από το ασήμαντο. Αιτείται, ακόμη, και ένας Λόγος Δημιουργικός, που να μπορεί να διαρρηγνύει τα στεγανά των λογικών πιθανοτήτων και να διαμορφώνει νέα. Να ξεπερνά τα όρια της λογικής και να δημιουργεί νέες, πρωτότυπες, αναδιαμορφωτικές ανακαλύψεις που μπορούν να πάνε τον κόσμο «μπροστά». Επισημαίνεται, έτσι, η ανάγκη ύπαρξης ενός τύπου ανθρώπου «αυτάρκη» στον ψυχολογικό, σωματικό και πνευματικό τομέα, ενός ανθρώπου που στηρίζει και προωθεί την κοινωνική συνοχή. Η ατομική και η κοινωνική ευημερία είναι πλέον επιτεύξιμοι στόχοι.

Ο σεβασμός του κάθε ανθρώπου ως προσώπου που έχει αυτεξούσιο και αποτελεί εικόνα του Θεού. Σε μία πρόταση μόνο η ορθόδοξη ανθρωπολογία και κοσμολογία συγκεφαλαιώνει αλλά και εξευμενίζει με ανεπανάληπτο τρόπο όλες τις διατάξεις περί Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, τις Συμβάσεις, τις Διακηρύξεις, όλο το απόσταγμα χιλιάδων ετών παραγωγής φιλοσοφικής σκέψης και αντιπαράθεσης φιλοσοφικών επιχειρημάτων και αναστοχασμών. Η ορθόδοξη παράδοση δε χρειάστηκε ποτέ κάποιο κίνημα Διαφωτισμού να αναδείξει και να διασφαλίσει την αξία του ανθρώπινου προσώπου και τις συνακόλουθες ελευθερίες του. Αντίθετα, αυτό που συμβαίνει είναι ο υποβιβασμός ή η άγνοια της αλήθειας του προσώπου να έχει σαν συνέπεια τη δημιουργία μιας νομικής εξωτερικής Ηθικής. Το ηθικό πρόβλημα παύει πλέον να είναι υπαρκτικό, πρόβλημα σωτηρίας από τη φυσική αναγκαιότητα (πάθη, φθορά, θάνατο) και γίνεται ψευδοπρόβλημα αντικειμενικών υποχρεώσεων που μένουν υπαρκτικά αδικαίωτες και συσκοτίζουν τον άνθρωπο με τη σκιά ενός αδιέξοδου Νόμου.

* H Βασιλική Ματιάκη είναι Υπ. Διδάκτωρ Θεολογίας - Εκπαιδευτικός Εξειδικευμένη στην Ειδική Αγωγή και Ψυχολογία

1 Δομολειτουργισμός: Όπως τα καλώδια μιας ηλεκτρικής γεννήτριας ή όπως οι νευρώνες του ανθρώπινου εγκεφάλου είναι συγχρόνως το «όλον» και το μέρος.