Music

Αγγελική Πεχλιβάνη: "Η γλώσσα είναι η πατρίδα μου"

2022-12-22

Συνέντευξη με την λογοτέχνιδα Αγγελική Πεχλιβάνη

Επιμέλεια:

Βασιλική Β. Παππά

vpappa@cultmagz.com


Η Αγγελική Πεχλιβάνη γεννήθηκε στον Πειραιά. Σπούδασε Ιστορία-Αρχαιολογία και Νεοελληνική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Είναι απόφοιτος του προγράμματος μεταπτυχιακών σπουδών «Δημιουργική Γραφή» του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας και εργάζεται ως φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση. Έχει συμμετάσχει σε συνέδρια με εισηγήσεις για τη λογοτεχνία και έχει δημοσιεύσει φιλολογικά κείμενα και ποιήματά της σε περιοδικά.

Β.Π.: Κυρία Πεχλιβάνη, γεννηθήκατε στον Πειραιά. Ποιες είναι οι πρώτες μνήμες σας και ποια τα πρότυπά σας ως παιδί; Υπάρχει κάποιος ο οποίος επέδρασε καταλυτικά στην ψυχοσύνθεσή σας;

Α.Π.: Χαίρομαι πολύ για αυτήν την ερώτηση. Ξέρετε, όποτε αφηγούμαι τις μνήμες της πρώτης παιδικής μου ηλικίας, κανείς δεν με πιστεύει. Ειδικά οι φίλοι μου οι ψυχολόγοι - δυστυχώς (sic) έχω αρκετούς τέτοιους - διατείνονται ότι δεν είναι δυνατό να έχω μνήμες από τόσο μικρή ηλικία και ότι όλα αυτά είναι «καλυπτικές αναμνήσεις» και «ακούσιες αναδρομικές παραποιήσεις». Έχω γερή μνήμη. Θυμάμαι πράγματα από την ηλικία των δύο και τριών ετών. Νομίζω πως η πιο παλιά μου μνήμη είναι βραδινή και μάλλον φθινοπωρινή. Επιστρέφαμε με τους γονείς μου από τον κινηματογράφο της γειτονιάς. Έβρεχε καταρρακτωδώς και οι άνθρωποι προσπαθούσαν να προστατευτούν, άλλοι τρέχοντας με αυτοσχέδια καλύμματα, άλλοι αναζητώντας υπόστεγα. Όσοι είχαν εφοδιαστεί με ομπρέλες τις άνοιξαν ξαφνικά, όλοι μαζί, με ένα συγχρονισμό σχεδόν χορογραφικό. Οι λαϊκοί, λασπωμένοι, δρόμοι του Πειραιά, μεταμορφώθηκαν σε μια πολύχρωμη ιμπρεσσιονιστική σύνθεση. Βρισκόμουν στην αγκαλιά του πατέρα μου, προστατευμένη από ένα ουράνιο θόλο που στήριζε η μητέρα. Ήμουν το μικρότερο μέλος μιας τριαδικής θεότητας και ατένιζα άφοβα, σχεδόν υβριστικά, την καταιγίδα. Θυμάμαι κι άλλα πολλά. Τις φιέστες της δικτατορίας στις πλατείες με τα συντριβάνια, τα ποδοσφαιρικά ματς που μας κατέκλυζαν (ακόμα θυμάμαι το τρέξιμο του Συνετόπουλου για να ξεφύγει από τον μαινόμενο Κωνσταντίνου, σε ένα ματς Παναθηναϊκού-Ολυμπιακού), τους χωμάτινους δρόμους, το παγωτό ξυλάκι φυστίκι της ΕΒΓΑ, που όμοιό του δεν έχω γευθεί ποτέ έκτοτε και και και.... Τα πρότυπά μου, αρχικά, ήταν ήρωες παραμυθιών, όπως ο Σεβάχ ο θαλασσινός∙ αργότερα ήταν πρωταγωνιστές μυθιστορημάτων ή κινηματογράφου. «Χωνόμουν» στη μυθοπλασία∙ ήταν φανερό πως η ζωή μου δεν μου αρκούσε, ήθελα κι άλλες, πολλές ιστορίες. Το πιο επιδραστικό πρόσωπο της ζωής μου υπήρξε η μητέρα μου. Μου κληροδότησε το άφοβο και ελεύθερο βλέμμα της. Και τη βελούδινη τρυφερότητά της, μόνο που σε μένα άλλαξε «ύφασμα»∙ είναι τσόχινη, σκληρή.

Β.Π.: Λένε ότι ο κάθε άνθρωπος έχει ένα παιδί μέσα του. Εσείς κατά πόσο έχετε διατηρήσει το παιδί μέσα σας και πόσο σας βοηθά στη συγγραφή; Οι λέξεις παίζουν καθοριστικό ρόλο στη ζωή σας;

Α.Π.: Το παιχνίδι μάς βοηθάει να αντιμετωπίσουμε την πραγματικότητα. Φυσικά και παίζω, συχνά και πέραν του δέοντος. Παίζω, κυρίως, με τους μαθητές μου. Θέλω να καταλάβουν ότι παίζοντας, καταθέτουμε τη σοβαροφάνειά μας κι έτσι γινόμαστε πραγματικά σοβαροί. Πως η έλλειψη καθωσπρεπισμού και το γέλιο, είναι αλεγρία (τι ωραία λέξη!) και ελευθερία. Το παιγνιώδες ύφος - πέρα από ιδιοσυγκρασιακό - είναι και στοιχείο της ποίησής μου. Βέβαια στους στίχους μου αποτυπώνεται ως χιούμορ ή συνηθέστερα ως ειρωνεία. Σχετικά με το αν οι λέξεις διαδραματίζουν ρόλο στη ζωή μου, το μόνο που θα πω είναι ότι οι λέξεις και εν γένει η γλώσσα είναι η πατρίδα μου. Είναι το σπίτι μου. Και κάτι ακόμα περισσότερο: Η Μητέρα μου.

Β.Π.: Το τελευταίο σας βιβλίο φέρει τον τίτλο «Οι γάτες του τρίτου και οι άλλοι ζωντανοί». Θα θέλατε να μας πείτε λίγα λόγια γι' αυτή τη συλλογή;

Α.Π.: Οι Γάτες του Τρίτου και άλλοι ζωντανοί κυκλοφόρησαν τον Απρίλιο του 2021 από τις εκδόσεις Κίχλη. Πολλοί νόμισαν ότι είναι οι γάτες του τρίτου ορόφου. Κάποιος μου είπε πως θεώρησε πως αναφερόμουν στις γάτες του τρίτου προγράμματος. Οι Γάτες του Τρίτου, είναι οι γάτες του Τρίτου Νεκροταφείου στη Νίκαια, ενός χώρου με τον οποίο ανέπτυξα χωροκτητική σχέση (όπως όλες οι γάτες), αφ' ότου πέθανε η μητέρα μου. Στις επισκέψεις μου στο νεκροταφείο δεν με παρηγορούσε τίποτα, μόνο οι γάτες που περιφέρονταν στα μνήματα, υπομνήσεις μιας αθόρυβης τρυφερότητας που χάθηκε για πάντα. Πρόκειται για ένα βιβλίο πένθους και απώλειας, πεζολογικού-ημερολογιακού χαρακτήρα, που - όπως έχουν επισημάνει - δεν εκτρέπεται σε συναισθηματολογία. Με κύστεις ειρωνείας, σαρκασμού και υπαρξιακής αγωνίας. Ένα βιβλίο καθολικού συναισθήματος.

Β.Π.: Τον Ιούνιο του 2020 κυκλοφόρησε σε συνεργασία με τον Τριαντάφυλλο Η. Κωτόπουλο, η μονογραφία Μίμης Σουλιώτης. Ο ποιητής των στιγμών και των λέξεων. Είχατε την τύχη να τον γνωρίσετε από κοντά; Κι αν ναι, ποια μαθητεία και τι θυμάστε από εκείνον με ευγνωμοσύνη;

Α.Π.: Είχα την τύχη να έχω δάσκαλο τον Μίμη Σουλιώτη, στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα της Δημιουργικής Γραφής στη Φλώρινα. Όμως, η γνωριμία μας έγινε πρωτύτερα και θεωρώ πως έχει ενδιαφέρον: Τον Δεκέμβριο του 1983, ως πρωτοετής φοιτήτρια συμμετέχω σε μια από τις συνηθισμένες βραδινές συνάξεις ώσμωσης καθηγητών και φοιτητών των περιφερειακών πανεπιστημίων. Ένας μετρίου ύψους όμορφος άντρας, που διαρκώς καπνίζει και μιλάει λίγο τονίζοντας τις λέξεις, κάνει εντύπωση σε όλους. Μιλάει για τον Καβάφη απαγγέλλοντας ποιήματά του, μιλάει για τον Ρεμπώ και το μεθυσμένο καράβι του. Είναι ο Μίμης Σουλιώτης. Τα χρόνια περνούν, άλλοτε αθόρυβα άλλοτε με κρότο, και εγώ ξεχνώ εκείνο το βράδυ και τον πρωταγωνιστή του. Είναι Οκτώβριος του 2011 και εγώ ως μεσήλιξ φιλόλογος πλέον, εξετάζομαι προφορικά για την εισαγωγή μου στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα «Δημιουργική Γραφή». Ο καθηγητής, υπεύθυνος του μεταπτυχιακού ζητάει την άδειά μου να καπνίσει και με ρωτάει με ήρεμη φωνή, επιτονισμένη κατάλληλα, κάτι για τον Καβάφη. Αναρωτιέμαι. Καθώς απαγγέλλει δυο-τρεις στίχους από το «Εν μεγάλη Ελληνική αποικία, 200 π.Χ.», είμαι σίγουρη. Είναι ο Μίμης Σουλιώτης.

Επί έναν και πλέον χρόνο στο μεταπτυχιακό, με τον δάσκαλο Μίμη Σουλιώτη έχουμε σχέσεις καλές αλλά τυπικές. Μου αρέσει η αποστασιοποίησή του, η ειρωνεία του και ο «στοργικός» κυνισμός του. Μου αρέσει η ήρεμη άνεση με την οποία κινείται και τα λίγα λόγια του. Η ποίησή του -ό,τι κυκλοφορεί- με εξάπτει. Άλλωστε εντάσσεται στη μεγάλη ποιητική γενιά του '70 που με μεγάλωσε και αγαπώ. Φυσικά δεν του υπενθύμισα εκείνο το λογοτεχνικό-συμποσιακό βράδυ στο Ρέθυμνο. Θεωρούσα ότι δεν υπήρχε λόγος. Άλλωστε ήμουν σίγουρη ότι θα εξεβίαζα τη μνήμη· ότι δεν θα θυμόταν. Και όμως...λίγο καιρό μετά, ο ποιητής Τίτος Πατρίκιος μας αναθέτει μιαν άσκηση δημιουργικής γραφής: να γράψουμε ένα ποίημα αρχίζοντας με τη λέξη κάμπος. Ο δάσκαλος μπαίνει ακροπατώντας στην αίθουσα και κάθεται στο θρανίο δίπλα μου. Μετά από λίγο παίρνει το στιλό μου και γράφει πάνω στην ανοιχτή σελίδα του τετραδίου μου: «Του κάμπου τα γυρίσματα / τα βλέπει ο λόφος και γελά / Στο Ρέθυμνο υγρός νοτιάς / στη Φλώρινα καίει χιονιάς. Ο Σουλιώτης ήταν για μένα ένα σωτήριο restart.

Β.Π.: Γράφοντας έχετε την αίσθηση ότι με τη γραφή μπορείτε να βάλετε σε τάξη τον κόσμο;

Α.Π.: Αυτό θα ήταν, τουλάχιστον, μεγαλοϊδεατισμός. Δεν έχω τέτοιες μαξιμαλιστικές προσδοκίες. Γράφοντας, αφενός κινητοποιούνται τα αιμοσφαίριά μου, θερμαίνονται και γίνονται πιο «αγαπητικά», αφετέρου οι συνάψεις των εγκεφαλικών μου κυττάρων καθίστανται αρμονικότερες. Με την ποίηση λεκτικοποιώ και δίνω ρυθμό στην εσωτερική μου ζωή∙ προστατεύομαι από τη διαλυτική ατμόσφαιρα του καιρού μας και δημιουργώ παράλληλες πραγματικότητες. Αντιστέκομαι.

Β.Π.: Ζούμε σε έναν κόσμο που κυριαρχεί από τη μια η οικονομική ολιγαρχία και από την άλλη οι μετανάστες, οι φτωχοί, οι άνεργοι. Ποια η θέση των ποιητών μέσα σε έναν τέτοιο κόσμο;

Α.Π.: Ποια είναι η θέση των ποιητών σ' αυτόν τον κόσμο; Μα τι λέτε; Για να είχαν δύναμη και επιρροή οι ποιητές θα έπρεπε να διαβάζονται. Ποιος διαβάζει, σήμερα, ποίηση; Στην Ελλάδα διαβάζουν πέντε δέκα χιλιάδες; είκοσι; Πιο πολλοί γράφουν παρά διαβάζουν. Η ποίηση φοβάμαι πως αυτοκαταναλώνεται. Αυτοαναλύεται και αυτοενδοσκοπείται. Δεν έχει καμιά αναφορικότητα. Και το κοινό είναι κουρασμένο και επιφανειακό∙ θέλει ιστοριούλες παραμυθητικές. Γιατί γράφω εγώ; Μα γιατί είναι η φύση μου (κάτι σαν το ανέκδοτο με τον σκορπιό). Και θα εξακολουθήσω να γράφω, ακόμα κι αν γράφω για δυο άτομα. Εμένα και έναν -μόνον έναν- αναγνώστη.

Β.Π.: Σήμερα, πιστεύετε ότι υπάρχει αντίσταση των πνευματικών ανθρώπων της Τέχνης, ή θεωρείτε την εικόνα πλασματική; Πιστεύετε στη συλλογική ή τη μοναχική αντίδραση;

Α.Π.: Υπάρχει σε επίπεδο ατομικό. Μέσω της γραφής, μέσω της γλώσσας. Οι συλλογικότητες μας έχουν διαψεύσει. Προσωπικά δεν πιστεύω σε συλλογικότητες∙ ούτε στην περιώνυμη «σοφία» του λαού. Ωστόσο χαρακτηρίζομαι από τον λεγόμενο «ηρωικό πεσσιμισμό». Θα παλεύω με τον τρόπο μου -ο καθείς και τα όπλα του- μέχρι το τέλος για ό, τι θεωρώ σωστό και υγιές∙ και ας παλεύω σε λάθος χώρα κι ας ηττηθώ κατά κράτος.

Β.Π.: Εργάζεσθε ως φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση και ως εκ τούτου έρχεστε καθημερινά σε επαφή με παιδιά. Ποια χαρακτηριστικά τους εκτιμάτε πιο πολύ;

Α.Π.: Διδάσκω στην ιδιωτική και δημόσια εκπαίδευση πάνω από τριάντα χρόνια, από τα 23 μου. Αγαπώ πολύ τη νεότητα, τη θεωρώ, έστω και προσωρινά, το καλύτερο κομμάτι της «διπολικής» ελληνικής κοινωνίας. Φυσικά δεν θα βγει αλώβητη, θα αλλοτριωθεί εν καιρώ. Όμως, τώρα, τα νέα παιδιά είναι έξυπνα, έχουν χιούμορ, είναι ελεύθερα, δεν φοβούται, διαισθάνονται πού πρέπει να σταματήσουν και με τον κατάλληλο χειρισμό -που εντέλει είναι η δουλειά μας- συναισθάνονται. Έχουν καλή σχέση με την τεχνολογία, τη γλωσσομάθεια, είναι αρκετά πληροφορημένα και πολλά έχουν γίνει άριστοι επαγγελματίες. Όμως δεν είναι ουσιαστικά φιλομαθή, όλα αυτά τα πλεονεκτήματα παρατάσσονται σε πλάτος επαγγελματικό. Δεν έχουν το βάθος, πείτε το μόρφωση, δεν διαβάζουν, δεν ακούν καλή μουσική. Δεν έχουν «υψηλή περιέργεια» για την αθέατη ζωή. Τα αγαπώ, όμως. Τα αγαπώ και τα συμπονώ.

Β.Π.: Ποιους νέους Έλληνες συγγραφείς ξεχωρίζετε;

Α.Π.: Υπάρχουν εξαιρετικοί Έλληνες λογοτέχνες -ειδικά ποιητές. Μια φουρνιά νέων με καλή παιδεία, γλώσσες, εμπειρίες κοσμοπολιτισμού, ευαίσθητοι και πολλά υποσχόμενοι. Το πολύ ενδιαφέρον είναι ότι υπάρχουν και πολλές γυναίκες, γεγονός που ανατρέπει μια καθεστηκυϊα τάξη αιώνων. Η Άννα Γρίβα, η Δανάη Σιώζιου, η Μάρβιν Παυλίνα, η Ιφιγένεια Ντούμη, η Μυρσίνη Γκανά, η Λένα Καλλέργη, η Ευθυμία Γιώσα, η Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη, η Ερμοφίλη Τσότσου, η Σοφία Περδίκη, η Καλυκύρη Αριάδνη, η Λένα Ζαφειροπούλου, η Ελευθερία Θάνογλου, η Δήμητρα Κωτούλα, η Ελένη Αράπη κ.ά. Και κοντά σε αυτές η Μπασδέκη, η Κουτσουμπέλη, η Καντωνίδου, η Κουβάτα...Αλλά με ρωτήσατε ποιους ξεχωρίζω. Ιδού η ποιητική μου ενδεκάδα: Ν. Βαγενάς, Γιάννης Βαρβέρης, Ηλίας Λάγιος, Χ. Βλαβιανός, Γλυκερία Μπασδέκη, Άννα Γρίβα, Μαρία Καντωνίδου, Χλόη Κουτσουμπέλη, Σάκης Σερέφας, Δανάη Σιώζιου, Κρυσταλλία Γλυνιαδάκη.

Β.Π.: Κλείνοντας, κυρία Πεχλιβάνη, θα ήθελα να μας πείτε, πώς χαλαρώνετε μετά από μια κοπιαστική ημέρα;

Α.Π.: Μιλώντας με τους φίλους μου, την αδερφή και την ισάδερφή μου, χαϊδεύοντας και παίζοντας με τη γάτα μου, διαβάζοντας και κάνοντας περιήγηση στο facebook, πηγαίνοντας σε κάποια βιβλιοπαρουσίαση, κάποιο μπαρ ή εστιατόριο και πίνοντας ένα υπερωκεάνειο αλκοόλ.