Music

Αγγελίνα Ρωμανού: «Η Ελληνική Φιλοσοφία θα ήταν ικανή από μόνη της να κινήσει τα πάντα απ’ την αρχή»

2022-08-22

Συνέντευξη με την ποιήτρια Αγγελίνα Ρωμανού

Επιμέλεια:

Βασιλική Β. Παππά

vpappa@cultmagz.com


Η Αγγελίνα Ρωμανού γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε Διοίκηση Επιχειρήσεων και πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στην Πολιτιστική Επικοινωνία. Εργάστηκε στο Εθνικό Ίδρυμα Αποκατάστασης Αναπήρων του Υπουργείου Υγείας, στον τομέα Δημοσίων και Διεθνών σχέσεων. Έχει διοργανώσει, σε χώρους πολιτιστικών δράσεων, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο Εξωτερικό, καλλιτεχνικές εκδηλώσεις που αφορούν σε διάφορα είδη τέχνης και αρθρογραφεί σε εφημερίδες και περιοδικά. Εισηγείται εργαστήρια δημιουργικής γραφής και αφήγησης παραμυθιών. Επίσης, επί σειρά ετών έχει ασχοληθεί ως ραδιοφωνική παραγωγός.

Η κουβέντα μας γίνεται με αφορμή την έβδομη ποιητική της συλλογή που φέρει τον τίτλο «Τα Ρούχα της Εύας».

Β.Π.: Αγγελίνα πότε αντιλαμβάνεσαι για πρώτη φορά ότι η ποίηση και η συγγραφή γενικότερα είναι αυτό που θα ακολουθήσεις στη ζωή σου και ποιοι άνθρωποι σου στάθηκαν στα πρώτα σου βήματα;

Α.Ρ.: Αρχικά διαπίστωσα, από αρκετά νεαρή ηλικία, πως μου άρεσε να εκφράζομαι γραπτώς. Ένιωθα πολύ καλύτερα στον κόσμο των λέξεων, πιο ασφαλής - αν μπορώ να το πω έτσι - συνδυάζοντας φαντασία και πραγματικότητα σε κείμενα μικρά, κατόπιν μεγαλύτερα, αργότερα με κάποιους στίχους και αρκετά αργότερα η ποίηση αυτή καθ' αυτή ήταν εκείνη που με τσίγκλησε να την ακουμπήσω. Ποιοι μου στάθηκαν; Η εμπιστοσύνη των γονιών μου στο πρόσωπό μου που μου έλεγαν να συνεχίσω, κυρίως η μητέρα μου που με ενθάρρυνε στη συγγραφή παραμυθιών. Άλλωστε έτσι ξεκίνησα. Με παραμύθι.

Β.Π.: Γεννήθηκες και ζεις στην Αθήνα. Αν γυρνούσες πίσω το χρόνο στην παιδική σου ηλικία και επέστρεφες εδώ, τι θα έφερνες σίγουρα μαζί σου;

Α.Ρ.: Θα έφερνα ένα φαναράκι με μπαταρία, που το άνοιγα και φώτιζε τη μικρή σπηλιά που έφτιαχνα κάτω απ' την κουβέρτα μου ως παιδί.

Β.Π.: Στη διαμόρφωση του ανθρώπου που είσαι σήμερα πόσο έχουν συντελέσει τα γονεϊκά σου πρότυπα;

Α.Ρ.: Πολύ! Και το λέω χωρίς δεύτερη σκέψη. Μεγάλωσα σ' ένα σπίτι με μητέρα μουσικό και έναν πατέρα με πάθος στην οργάνωση, τη συνέπεια και μια ροπή προς την τελειότητα. Όπως καταλαβαίνεις, είμαι ένας συνδυασμός πλάσματος που ίπταται κάτι πόντους πάνω απ' τη γη αλλά συγχρόνως με μια τάση να μη με παίρνει ο άνεμος (όσο και να μου είναι δύσκολο αυτό κάποιες φορές). Προσπαθώ να διαμορφώνομαι ανάλογα με τις συνθήκες της ζωής μου πλέον, αν και σίγουρα τα βασικά στοιχεία του χαρακτήρα δεν αλλάζουν. Κι αυτό δεν είναι κατ' ανάγκην κακό. Μ' αρέσει - ή μάλλον δεν μπορώ να με φανταστώ αλλιώς - εκεί που λέω ένα αστείο, εκεί να αρχίσω να βουρκώνω και να πηγαίνω «αλλού».

Β.Π.: Πρόσφατα εκδόθηκε η τελευταία σου ποιητική συλλογή, η έβδομη για την ακρίβεια, που φέρει τον τίτλο «Τα ρούχα της Εύας». Ένα εξαιρετικό βιβλίο.. Μίλησέ μου γι' αυτό..

Α.Ρ.: Σ' ευχαριστώ που το χαρακτήρισες διαλέγοντας αυτόν τον επιθετικό προσδιορισμό. «Εξαιρετικό»! Δεν τη λέει εύκολα, πλέον, κανείς αυτή τη λέξη, τουλάχιστον όχι συχνά. Η Εύα είναι οι γυναίκες. Εσύ, εγώ, όλες μας. Οι γυναίκες που γεννήθηκαν γυμνές, που ανακάλυψαν τις φορεσιές του κόσμου, που γδάρθηκαν από τα βλέμματά του, που έπεσαν πάνω στα λόγια του, οι γυναίκες που δουλεύουν, που γεννούν, που αλλάζουν, που ανακαλύπτουν - και αποκαλύπτουν - τον βαθύτερό τους εαυτό, οι γυναίκες που πεθαίνουν, που κάνουν έρωτα, που κουράζονται, που βαρέθηκαν, οι γυναίκες που μεταμορφώνονται. Τα «ρούχα» μας, είμαστε το δέρμα μας, οι ανάσες, τα αναθέματά μας. Το βιβλίο έχει μικρά ποιήματα που απεικονίζουν τη ζωή σε διάφορα μονοπάτια της. Πιστεύω πως ο καθένας θα βρει κοινά σημεία αν το διαβάσει. Και όχι μόνο οι γυναίκες, φυσικά. Δεν απευθύνομαι μόνο σε αυτές. Οι άντρες θα βρουν, επίσης, λέξεις, εκφράσεις, εικόνες που και οι ίδιοι τις «φορούν». Η Εύα, βρίσκεται μέσα σε όλους μας.

Β.Π.: Αγγελίνα, ένα βιβλίο πότε τελειώνει γι' αυτόν που το γράφει;

Α.Ρ.: Δεν ξέρω αν τελειώνει και πότε τελειώνει. Ίσως να μη τελειώνει ποτέ. Γιατί να τελειώσει, άλλωστε; Με το που βάζεις, νοερά, την τελευταία σου τελεία δεν σημαίνει πως κλείνεις τον κύκλο του. Θα επανέλθεις. Θα το ξαναδιαβάσεις. Θα το αποκηρύξεις. Θα ξαναλατρέψεις κάποιες σκέψεις του. Κυρίως, θα θυμάσαι πάντα πώς ήσουν εσύ ο ίδιος τον καιρό που το έγραφες. Κι αυτά τα κουβαλάμε ως το τέλος.

Β.Π.: Εργάστηκες στο Εθνικό Ίδρυμα Αποκατάστασης Αναπήρων (Υπ. Υγείας), ως τακτική υπάλληλος, στον τομέα δημοσίων και διεθνών σχέσεων. Τι σε ώθησε στη συγκεκριμένη εργασία;

Α.Ρ.: Μόλις είχα τελειώσει το λύκειο και είχα μπει στη σχολή Διοίκησης και Οικονομίας με τις τότε πανελλήνιες. Παράλληλα με τις σπουδές, άνοιξε μια ανακοίνωση για πρόσληψη Ε.Ι.Α.Α. Από παιδί ήμουν πολύ εξοικειωμένη με τον ευαίσθητο χώρο της αναπηρίας, μιας και όντας υπάλληλος ο πατέρας μου εκεί, για σειρά ετών, με έπαιρνε στις διακοπές του σχολείου και περνούσα μερικά απ' τα πρωϊνά μου με τα παιδιά που μάθαιναν διάφορες τέχνες ανάλογα με τις δεξιότητές τους. Μεγάλωσα διαπιστώνοντας πως αν λείπει κάποιο μέλος απ' το σώμα σου είναι κι αυτό κάτι το εντελώς φυσιολογικό. Κανείς δεν υστερεί από κανέναν. Τρόποι, θέληση και δύναμη, υπάρχουν και θα υπάρχουν, φτάνει να κρατάμε την ψυχή μας προστατευμένη από κάθε τι που θα προσπαθήσει να τη διαλύσει.

Β.Π.: Τι συμβουλή θα έδινες σε ένα νέο παιδί που θέλει να μπει στο χώρο της λογοτεχνίας και ζητά μια ευκαιρία προκειμένου να αναδειχθεί;

Α.Ρ.: Θα του έλεγα να γράφει. Και να συνεχίζει να γράφει. Κι ύστερα, να συνεχίζει να γράφει ξανά. Ίσως κάποτε τον προσέξει το κοινό που θα του δώσει την αποδοχή που επιθυμεί. Ίσως και όχι. Σημαντικό είναι να αποδεχτούμε πρώτα εμάς τους ίδιους ως άτομα με γνώση, κρίση, καθώς και ικανότητα γραφής.

Αν αναδειχθεί; Δεν ξέρω. Πολλοί άξιοι δεν θα αναδειχθούν ποτέ. Πολλοί μέτριοι θα λάβουν διθύραμβους. Παντού συμβαίνει αυτό. Και θα συμβαίνει. Για πολλούς και διάφορους λόγους, αιτίες, καταστάσεις κλπ.

Β.Π.: Ποιους Έλληνες συγγραφείς διαβάζεις; Κατά τη γνώμη σου, ποια έργα θα έπρεπε να διασωθούν σε περίπτωση μιας υποτιθέμενης καταστροφής και τα οποία θα αντιπροσωπεύουν την ανθρωπότητα στο μέλλον..

Α.Ρ.: Θα μπορούσα, εύκολα, να αραδιάσω πέντε, έξι συγγραφείς μα θα είναι η εύκολή μου λύση και δεν τη θέλω. Διαβάζω έργα που μου κεντρίζουν το ενδιαφέρον και με ποιότητα γραφής που να μπορεί να μου μάθει πράγματα καθώς και να μου δημιουργήσει εικόνες. Λατρεύω τις εικόνες. Κυρίως όμως, λατρεύω μια καλή ιστορία. Αν θα έπρεπε να διασωθεί κάτι, πιστεύω πως είναι απαραίτητο να παραμείνει η ικανότητά μας όσον αφορά στην τέχνη της αφήγησης. Έτσι μεταδίδονται οι ιστορίες. Έτσι μένουν. Έτσι συγκεντρώνεται και η ανθρωπότητα κοιτώντας προς ένα κοινό μέλλον. Να αφηγούμαστε όσα θυμόμαστε, όσα έχουμε διαβάσει, να πλησιάζουμε ο ένας τον άλλον για την αποφυγή μιας επόμενης καταστροφής. Αν κάτι θα μπορούσε να διασωθεί, νομίζω πως η αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία θα ήταν ικανή από μόνη της να κινήσει τα πάντα απ' την αρχή. Ξανά.

Β.Π.: Πιστεύεις, ότι στη ζωή εμείς κινούμε τα νήματα ή ακολουθούμε μια πορεία προδιαγεγραμμένη;

Α.Ρ.: Δεν είναι εύκολο να κινείς τα νήματα σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής σου. Δεν εξαρτώνται όλα από εμάς. Σίγουρα, είμαστε οι επιλογές μας μα δεν είμαστε κάθε στιγμή προετοιμασμένοι γι' αυτό που θα αντιμετωπίσουμε. Ούτε πιστεύω πως κάτι είναι προδιαγεγραμμένο. Όντα είμαστε. Σ' έναν πλανήτη που περικλείεται από ενέργεια και δυνάμεις που δεν μπορούμε να τις καταλάβουμε. Ας προσπαθούμε να ζούμε, όσο το δυνατόν, με μια συνέπεια στον χαρακτήρα μας (όπως αυτός μας βρίσκει σε κάθε ηλικία) και κυρίως χωρίς να πατάμε τον άλλον προκειμένου να προχωρήσουμε εμείς.

Β.Π.: Κλείνοντας τα μάτια για να χαλαρώσεις μετά από μια κουραστική μέρα, ποια εικόνα είναι αυτή που φέρνεις στο μυαλό σου;

Α.Ρ.: Τον Κέικ μου. Ακόμη. Και θα τον φέρνω στο νου για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Το σκυλάκι μου. Που δέκα χρόνια τον είχα μαζί μου, κολλητάρι μου, ερωτάκι μου, αγαπημένο μου πλασματάκι, που μου τον πάτησε ένα αγροτικό μπροστά στα μάτια μου. Όχι, δεν χαλαρώνω φέρνοντας στο νου τις τελευταίες του στιγμές, μα «βλέποντας» με τα μέσα μου μάτια τη μουσούδα του, μπορώ να σου πω πως η ανάσα μου γίνεται περισσότερο ρυθμική. Σκέφτομαι τα όμορφά μας. Και χαμογελάω, μάλλον.

Με λίγα λόγια, νομίζω πως δεν χαλαρώνω ποτέ!

Β.Π.: Σ' ευχαριστώ πολύ για τούτη τη συνέντευξη!

Α.Ρ.: Εγώ σ' ευχαριστώ!