Music

Αγλαϊα Μπλιούμη: "Ένας φοιτητής με μέτριες επιδόσεις και χωρίς χρήματα, δεν έχει καμία ευκαιρία περαιτέρω εξέλιξης σήμερα"

2022-08-13

Συνέντευξη με τη συγγραφέα Αγλαϊα Μπλιούμη

Επιμέλεια:

Βασιλική Β. Παππά

vas_nikpap@yahoo.gr


Η Αγλαϊα Μπλιούμη είναι απόφοιτος του τμήματος Γερμανικής Φιλολογίας του ΑΠΘ, Διδάκτορας του τμήματος Γερμανικής Φιλολογίας του Ελεύθερου Πανεπιστημίου του Βερολίνου και υπηρετεί ως μόνιμη Επίκουρη Καθηγήτρια στο τμήμα Γερμανικής Φιλολογίας του ΕΚΠΑ. Έχει διδάξει "Δημιουργική γραφή" και "Μεθοδολογία έρευνας" καθώς και "Σημειωτική της μεταναστευτικής λογοτεχνίας". Έχει δημοσιεύσει μονογραφίες, επιμέλειες και μελέτες για τη γερμανική λογοτεχνία. Η συνέντευξη μαζί της γίνεται με αφορμή το βιβλίο της "Αποχαιρέτα την τη Στουτγάρδη, Αστυάνακτα" που αποτελεί το πρώτο της εγχείρημα στην ελληνική γλώσσα.

Β.Π.: Κυρία Μπλιούμη, γεννηθήκατε στη Στουτγάρδη της Γερμανίας από Έλληνες γονείς μετανάστες. Θα θέλατε να μας μιλήσετε για τα παιδικά σας χρόνια; Θυμάστε κάτι με ιδιαίτερη νοσταλγία από αυτά;

Α.Μ.: Νομίζω ότι τα παιδικά μας χρόνια τα θυμόμαστε πάντοτε με νοσταλγική διάθεση. Ιδιαίτερο είναι το γεγονός ότι έζησα ως παιδί στο εξωτερικό, συνεπώς από πολύ μικρή ηλικία ήρθα σε επαφή με ανθρώπους διαφορετικών εθνικοτήτων, ενώ είχα την τύχη να μεγαλώσω δίγλωσση. Η πολυπολιτισμική κοινωνία για εμένα είναι βίωμα. Βίωμα όμως είναι και ο τρόπος που ένιωσα την αγάπη του απόδημου ελληνισμού για την Ελλάδα, η συνεχής νοσταλγία για την Ελλάδα και ο μετασχηματισμός ελληνικών πολιτισμικών κωδίκων στο πλαίσιο αυτής τη πολυπολιτισμικής κοινωνίας.

Ένα μυθοπλαστικό παράδειγμα είναι η σκηνή που η πρωταγωνίστρια επιθυμεί να ενταχθεί σε κοριτσίστικη ομάδα ποδοσφαίρου, κάτι που οι Έλληνες γονείς απορρίπτουν αναφανδόν μη γνωρίζοντας ότι στη Γερμανία υπήρχαν γυναικείες ομάδες ποδοσφαίρου ήδη από τη δεκαετία του '80. Είναι ένα παράδειγμα για το χάσμα των γενεών που προκαλείται λόγω της πολυπολιτισμικής κοινωνίας, εφόσον οι γονείς αγκιστρωμένοι στις δικές τους παραδόσεις δεν παρακολουθούν τις εξελίξεις στην ξένη χώρα που ζουν.

Β.Π.: Πρόσφατα διάβασα το βιβλίο σας «Αποχαιρέτα τη Στουτγάρδη Αστυάνακτα» το οποίο αποτελεί το πρώτο σας λογοτεχνικό εγχείρημα στα ελληνικά. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα για την ιστορία της σύγχρονης ελληνικής μετανάστευσης. Θα θέλατε να μας πείτε περισσότερα για την υπόθεση του βιβλίου σας;

Α.Μ.: Μέσα από την αφελή ματιά ενός παιδιού δεύτερης γενιάς Ελληνίδων/ων μεταναστών στη Γερμανία δίδονται τα πολιτικοκοινωνικά συμφραζόμενα σε Γερμανία και Ελλάδα κατά τις δεκαετίες του 1970 και 1980, καθώς και η παλιννόστηση και η επακόλουθη προσαρμογή της οικογένειας στην Ελλάδα των δεκαετιών 1980 και 1990. Παράλληλα, στο πλαίσιο αναζήτησης των ελληνικών ριζών αναπαρίστανται οικογενειακές ιστορίες προσφυγιάς από τη Μικρά Ασία, ιστορίες της Κατοχής και του εμφυλίου, της χούντας και της μεταπολίτευσης. Η ιστορία εκτείνεται έως το 2019 και συμπεριλαμβάνει την Ελλάδα της κρίσης ως αναπόσπαστο μέρος της σύγχρονης μεταναστευτικής μας ιστορίας. Φωτίζεται, έστω και σε περιορισμένη έκταση, η Ελλάδα της κρίσης και το brain drain.

Β.Π.: Εκτός από την πεζογραφία ασχολείστε και με τον ποιητικό λόγο. Μπορεί ο ποιητικός λόγος, όσο πολύχρωμος και αν είναι να γίνει αντιληπτός από όλους και να γίνει ένας δρόμος επικοινωνίας των ανθρώπων;

Α.Μ.: Ασχολήθηκα κατά το παρελθόν με την ποίηση, αυτή τη στιγμή καταλαβαίνω ότι με εκφράζει πολύ περισσότερο η πρόζα. Ωστόσο πιστεύω ότι η ποίηση βεβαίως μπορεί να γίνει ένας δρόμος επικοινωνίας, καθώς συχνά το σημαντικότερο στην ποίηση δεν είναι η κατανόηση, αλλά η δυνατότητα να αφουγκραστεί κανείς το συναίσθημα που αποπνέει από ένα ποίημα.

Β.Π.: Σύμφωνα με στατιστικές σήμερα παρατηρείται αύξηση του αναγνωστικού κοινού. Μπορούμε όμως να ισχυριστούμε ότι οι νεοέλληνες διαβάζουν καλύτερα, ότι το είδος της ανάγνωσης που προϋποθέτει η απαιτητική πεζογραφία, αλλά και η ποίηση είναι το αρμόττον;

Α.Μ.: Θα συνεχίσω με το προηγούμενο ερώτημα. Πιστεύω ότι η ποίηση είναι ένας πολύ καλός τρόπος ανάπτυξης της φιλαναγνωσίας. Εξαιτίας της αμεσότητας και της σύντομης φόρμας μπορούμε να πείσουμε καλύτερα, ειδικά τους νεότερους, να διαβάζουν. Ένα, δύο ή τρία ποιήματα δεν απαιτούν χρόνο, δύνανται όμως να γεμίσουν τις συναισθηματικές μας μπαταρίες. Επίσης ένας αποτελεσματικός τρόπος ανάπτυξης φιλαναγωσίας θα ήταν να αξιοποιήσουμε τα σύγχρονα ηλεκτρονικά μέσα και τα κοινωνικά δίκτυα. Εδώ και χρόνια υπάρχει για παράδειγμα η κυβερνολογοτεχνία, όπου ομάδες ανθρώπων συγγράφουν από κοινού λογοτεχνικά κείμενα. Επίσης στο μάθημα της λογοτεχνίας θα μπορούσαμε να επισημάνουμε στους μαθητές πόσο πολύ γράφουν και διαβάζουν μέσω μηνυμάτων, αναρτήσεων κλπ. Όταν συνειδητοποιείς την καθημερινότητά σου, η μετάβαση σε ποιο σύνθετες μορφές λόγου είναι ευκολότερη, έστω και αν γίνεται μέσα από ηλεκτρονικά μέσα, όπως π.χ. ebooks, ή η ανάπτυξη της φιλαναγνωσίας αλλά και της δημιουργικής γραφής μέσα από κάποιο ηλεκτρονικό πρότζεκτ.

Β.Π.: Έχει ειπωθεί ότι «η γλώσσα συρρικνώνεται και φτωχαίνει όταν ένας λαός την υποτιμά και όταν λιγοστεύουν τα πράγματα που έχει να πει». Ποια η δική σας άποψη;

Α.Μ.: Δε συμμερίζομαι αυτήν την άποψη, όπως ουδέποτε συμμεριζόμουν απόψεις σχετικά με τη γλωσσική πενία. Όλες οι γλώσσες του κόσμου εξελίσσονται, δεν υπάρχει γλώσσα στατική. Στη σημερινή εποχή μάλιστα τα ερεθίσματα που δεχόμαστε λόγω της ανάπτυξης της τεχνολογίας και των πολιτισμικών ανταλλαγών είναι άπειρα, οπότε υπάρχουν και άπειρα θέματα και ερεθίσματα. Στο βιβλίο μου για παράδειγμα πραγματεύομαι τη διγλωσσία ως αντανάκλαση της πολυπολιτισμικής κοινωνίας που αποτελεί εδώ και αιώνες βίωμα των Ελλήνων του εξωτερικού. Αυτό που έχει όμως σημασία είναι ότι μπορεί μεν η γλώσσα να μπολιάζεται με ξένες εκφράσεις, δημιουργεί όμως στο άτομο μια καινούργια, υβριδική συνείδηση και κατά συνέπεια μια ευρεία οπτική αντιμετώπισης των πραγμάτων. Παράλληλα η λαχτάρα για την Ελλάδα και οποιοδήποτε στοιχείο ελληνικής παράδοσης παραμένει άσβεστο. Η εξέλιξη της γλώσσας ουδόλως εξαλείφει ελληνικά ήθη και έθιμα.

Β.Π.: Είστε Επίκουρη Καθηγήτρια στο τμήμα Γερμανικής Φιλολογίας του ΕΚΠΑ ενώ έχετε διδάξει τόσο στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο όσο και στο ΑΠΘ. Τι είναι αυτό που κερδίζετε από τη σχέση σας με τους φοιτητές σας, που ίσως δεν θα κερδίζατε ακολουθώντας μια άλλη επαγγελματική διαδρομή;

Α.Μ.: Είναι πολύ ωραίο να συναναστρέφεσαι συνεχώς με νέους ανθρώπους. Κερδίζεις από τη φρεσκάδα της νιότης τους, τον ενθουσιασμό τους και την πολλές φορές ακόμη ατόφια αγάπη τους. Όλα αυτά σου δίνουν συνεχώς το έναυσμα για δημιουργία.

Β.Π.: Αλήθεια, πόσες φορές νιώσατε ευτυχισμένη μέσα στο αμφιθέατρο και πόσες δυστυχισμένη; Ποια χαρακτηριστικά εκτιμάτε στους φοιτητές σας;

Α.Μ.: Οι στιγμές που υπήρξα δυστυχισμένη είναι απειροελάχιστες, αν και ομολογώ ότι δεν μου αρέσουν ιδιαίτερα τα αμφιθέατρα. Προτιμώ τις αίθουσες, γιατί έχουμε τη δυνατότητα να απομακρύνουμε τις καρέκλες και η διδασκαλία της λογοτεχνίας γίνεται με έναν πιο διαδραστικό τρόπο, ειδικά σε σημεία του κειμένου που είναι δυσνόητα. Έτσι, μέσα από ένα roleplayingή μια παντομίμα δημιουργούμε ομαδικό πνεύμα και εκμαιεύονται καλύτερα κάποια νοήματα ή κατασκευές του λογοτεχνικού έργου. Βεβαίως στο πανεπιστήμιο έχεις και το χρόνο (ευτυχώς δε χτυπάει κουδούνι) και την ελευθερία να εντάξεις διαδραστικές ασκήσεις.

Β.Π.: Τι σας στενοχωρεί στο χώρο της εκπαίδευσης, τον οποίο επιλέξατε και υπηρετείτε;

Α.Μ.: Η συνεχής εμπορευματοποίηση της γνώσης. Το μεταπτυχιακό του τμήματος Γερμανικής Φιλολογίας του ΕΚΠΑ, στο οποίο και υπηρετώ, είναι πια από τα λίγα που είναι δωρεάν. Παράλληλα οι υποτροφίες δίδονται με το σταγονόμετρο. Ως εκ τούτου αν έχεις χρήματα μπορείς να σπουδάσεις και με χαμηλού επιπέδου γνώσεις, αν όμως δεν έχεις χρήματα θα πρέπει να είσαι «κορυφή» προκειμένου να πάρεις κάποια υποτροφία - αν υπάρχει. Μία φοιτήτρια/της με μέτριες επιδόσεις και χωρίς χρήματα, δεν έχει πια καμία ευκαιρία περαιτέρω εξέλιξης. Πρόκειται όμως για ακόμη πολύ νέους ανθρώπους.

Β.Π.: Κλείνοντας τα μάτια για να χαλαρώσετε μετά από μια κουραστική μέρα, ποια εικόνα είναι αυτή που φέρνετε στο μυαλό σας;

Α.Μ.: Προσπαθώ να φέρνω στο νου μου ευχάριστες εικόνες και να αποδιώχνω ό,τι με έκανε να στενοχωρηθώ. Συνήθως δεσπόζουν ευχάριστες σκηνές με την οικογένειά μου. Αλλά και κάποια σημεία από λογοτεχνικά κείμενα που ήρθαν και φώλιασαν στην ψυχή μου.