Αναστοχασμός του «εκπαιδευτικού αναστοχασμού»

2017-06-03

της Βασιλικής Ματιάκη* 

Η παιδεία μας χρειάζεται αναμόρφωση και ανασχεδιασμό, κι αυτό είναι γεγονός. Η κατάσταση αυτή διαμορφώθηκε, εν μέρει, από ασυντόνιστες προηγούμενες προσπάθειες αναδιαμόρφωσης των προγραμμάτων σπουδών, επιλογής της διδακτέας ύλης, διάρθρωσης των θεμάτων και από άλλα ζητήματα εκπαιδευτικής πολιτικής. Στη βάση αυτής της ανάγκης έγινε προσπάθεια αναδιαμόρφωσης του Προγράμματος Σπουδών των Θρησκευτικών, με το λεγόμενο «νέο Πρόγραμμα Σπουδών (ΠΣ) στα Θρησκευτικά».

Θα μοιραστούμε ορισμένους προβληματισμούς σχετικά με νέο ΠΣ: Μάς ζητείται να δεχτούμε ως προοδευτικό και δεσμευτικά ανανεωτικό ένα πρόγραμμα του οποίου οι κατευθυντήριες έχουν μελετηθεί σε ένα αλλότριο πολιτισμικό περιβάλλον. Βέβαια, σε μια παγκοσμιοποιημένη κοινωνία, όπου η μάθηση παρέχεται όχι, αμιγώς, από το σχολείο αλλά και από τη συνεχόμενη διαδικτυακή ενημέρωση, δεν θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για εγκιβωτισμό της θρησκείας σε ένα κατηχητικό μάθημα, μιας που η κατήχηση ούτως ή άλλως δεν είναι καθήκον και αρμοδιότητα της εκπαίδευσης. Ωστόσο, το νέο ΠΣ στηρίχθηκε σε αρχές φιλοσοφίας που απέχουν μακράν από τη δική μας ελληνική κοσμοθεωρία, όπως ο πραγματισμός, ο κριτικός ρεαλισμός και η κονστρουκτιβιστή προσέγγιση της μάθησης · πραγματικά εκφράζεται αβίαστα η απορία αν αποτελούν όντως τη μόνη καθαρή ερμηνευτική θεωρία της ζωής (;)

Επιπλέον, διερωτόμαστε αν κάποιος μάς υποχρεώνει να δεχτούμε, ως τα μόνα ικανά να ανταποκριθούν στις σύγχρονες συνθήκες και ανάγκες για τη σχολική θρησκευτική εκπαίδευση, μέτρα που προτείνουν αγγλοσαξονικές φωνές, όπως ο Grimmit, Kuhn κ.ά. Τα «παραδείγματα» που έχουν προταθεί για τη θρησκευτική εκπαίδευση στον αγγλοσαξωνικό χώρο είναι το φιλελεύθερο (liberal), τo μεταμοντέρνο (postmodern) και το μεταφιλελεύθερο (post-liberal). Οι εκφραστές αυτών διαφέρουν, κυρίως, στον τρόπο που ερμηνεύουν το φαινόμενο της θρησκείας και στο πώς αξιολογούν αυτό που ονομάζουν «θρησκεία», σχετικά με τη θέση του στον σύγχρονο κόσμο. Ουσιαστικά πρόκειται για μια ερμηνευτική των θρησκειών, επενδυμένη με πολιτικές σταθερές και επιδιώξεις!

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, επιπλέον, δεν έχουν ακόμη οι ίδιοι ξεκαθαρίσει ποιο από τα προτεινόμενα μοντέλα Θρησκευτικής Αγωγής είναι το καταλληλότερο για το δικό τους εκπαιδευτικό σύστημα. Μελέτες παρουσιάζουν το πολυθρησκειακό μοντέλο ως αποτυχημένο, καθώς δεν μπόρεσε να ικανοποιήσει τους στόχους της σχολικής θρησκευτικής εκπαίδευσης στα κοινά σχολεία (common). Αντιθέτως, φαίνεται ότι ιδρύονται όλο και περισσότερα θρησκευτικά σχολεία.

Οι επιδιώξεις, τώρα, ανασχεδιασμού του ΠΣ στα Θρησκευτικά αναφέρονται και σε ορισμένα διακυβεύματα με κυρίαρχο: «Την εξάλειψη του ρατσισμού», που εν πολλοίς, ευθύνεται για την έλλειψη της κοινωνικής συνοχής σε διεθνές επίπεδο. Ένα από τα μέτρα που θεωρήθηκε αναγκαίο να ληφθεί είναι η καλλιέργεια της θρησκευτικής ανεκτικότητας που επιτάσσει το φαινόμενο της παγκοσμιοποιημένης πλουραλιστικής κοινότητας. Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι ο πολίτης της κάθε χώρας είναι και παγκόσμιος πολίτης και ως τέτοιος θα πρέπει να μπορεί να συμβιώνει ειρηνικά με τον έτερο άλλο, εφόσον πρώτα γνωρίσει τον ίδιο και τον πολιτισμό του. Σε αυτήν τη λογική όλες οι θρησκείες, οι οποίες εντάσσονται σε ένα γενικευμένο θρησκευτικό φαινόμενο, είναι πολιτισμικές εκφάνσεις των διαφορετικών πολιτισμών και αποτελούν μια από τις πολλές κοινωνικές παραδοχές, αλλά ταυτόχρονα συνιστούν και μια δεξαμενή άντλησης αφηγημάτων προσωπικής νοηματοδότησης για τον κάθε άνθρωπο. Θεωρείται σημαντικό στη σύγχρονη κοινωνία ο καθένας να μπορεί να επιλέξει από μια πλειάδα θρησκευτικών αλλά και μη θρησκευτικών προσωπικών νοηματοδοτήσεων, εφόσον πρώτα γνωρίσει και αναστοχαστεί την ήδη υπάρχουσα, οικεία, από τους γονείς του παρεχόμενη θρησκευτική ή όποια άλλη πνευματική παρακαταθήκη.

Όλα αυτά θα φάνταζαν, όντως, φιλελεύθερα και δημοκρατικά, εάν δεν αναδύονταν και ένα άλλο διακύβευμα: ο ορατός κίνδυνος οι θρησκείες* να περιπέσουν σε ιστορική λήθη, στον βωμό της ομογενοποίησή τους και της αναγωγής τους σε φαινόμενο ή ακόμα να ενσωματωθούν σε οτιδήποτε ονομάζουμε πνευματικότητα. Σε αυτήν την υπόθεση, τα μέρη θα θυσιαστούν για το όλο, και επιπλέον οι θρησκείες ως πολιτισμικά κατασκευάσματα θα χάσουν τον βιωματικό τους αυτοπροσδιορισμό, με μοναδικό και εν πολλοίς εθνικό και ιστορικό χαρακτήρα. Αντιθέτως, το θρησκευτικό φαινόμενο ωσάν μια τεράστια πολύχρωμη σφαίρα θα στροβιλίζεται στο διηνεκές, προσφέροντας απεριόριστους συνδυασμούς από εναλλακτικές προοπτικές πνευματικού προσανατολισμού, πάντα με την πιθανότητα ανά πάσα στιγμή να υιοθετηθεί κάτι καινούριο και κάτι εκ διαμέτρου αντίθετο.

Αν όμως είναι σημαντικό για τον καθένα να αποκτήσει ταυτότητα, θα πρέπει τουλάχιστον να γνωρίζουμε ότι ταυτότητα είναι αυτό που οι ίδιοι αναγνωρίζουμε στον εαυτό μας και συνάμα αυτό που οι άλλοι αναγνωρίζουν σε εμάς: έτσι δημιουργείται η ταυτότητα. Εάν ωθούμε τους ανθρώπους να αμφισβητούν ως μη έγκυρες τις δικές τους παραδόσεις, τότε μάλλον δεν δημιουργούμε συνοχή και συνέχεια. Μάλλον ασυνέχεια και διάσπαση.

Βλέπουμε ότι στο ελληνικό μάθημα των Θρησκευτικών που ταυτόχρονα είναι και ευρωπαϊκό, εισάγονται ιδέες, έννοιες, θεωρίες, στάσεις ζωής, τρόποι σκέψεις και κοσμοθεωρίες που έχουν ζυμωθεί -και εκφράζουν μάλλον περισσότερο- κοινωνίες δυτικές και πολυπολιτισμικές. Ωστόσο, οι ίδιες αυτές κοινωνίες δεν φαίνεται να έχουν βρει την κατάλληλη φόρμουλα, ώστε να γεφυρώσουν τις θρησκευτικές και όποιες διαφορές ή και να μπουν στη λογική να ερμηνεύσουν τις θρησκείες «όπως είναι και όχι όπως κάποιοι τις παρουσιάζουν». Επιπλέον, εάν είμαστε υποχρεωμένοι με συστάσεις και οδηγίες να ακολουθήσουμε μια διαπολιτισμική εκπαίδευση, αυτό δεν σημαίνει ότι χρειάζεται να βάλουμε τα παιδιά μας να αμφισβητήσουν και να απεμπολήσουν με επιτυχημένους αναστοχασμούς τις ορθόδοξες θέσεις και στάσεις, το ορθόδοξο ήθος. Μια διαπολιτισμική αγωγή θα μπορούσε να στηριχθεί κάλλιστα και μόνο στην ορθόδοξη χριστιανική διδασκαλία που είναι κοινωνία προσώπων, που δεν ευνοεί τη μισαλλοδοξία ούτε τους κολεκτιβισμούς. Οι μαθητές, βέβαια, θα πρέπει να ενημερώνονται με επικαιροποιημένο και έγκυρο πληροφοριακό υλικό, επιλεκτικά σε κάθε σχολική τάξη και ξεχωριστά σε κεφάλαιο για τις θρησκευτικές δοξασίες που σχετίζονται με άλλα πίστεις και θρησκεύματα.

Επιλογικά θα λέγαμε, ότι θα ήταν σκόπιμο να εξετάσουμε όλα αυτά τα φιλοσοφικά ρεύματα που έχουν κυοφορήσει τη σύγχρονη παιδαγωγική σκέψη ανά τον κόσμο, με στόχο να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τις κύριες επιδιώξεις και τους βασικούς στόχους. Θα σταθούμε για λίγο στον αναστοχασμό ως στόχο των Προγραμμάτων Σπουδών, καθώς ο όρος περικλείεται από σχετική εννοιολογική ασάφεια : άλλοτε παρουσιάζεται (είναι η κυρίαρχη προσέγγιση) ως ένα ρηξικέλευθο παιδαγωγικό εργαλείο και άλλοτε ως μεταγνωστική δεξιότητα. Ενδιαφέρον παρουσιάζει ο εντοπισμός των καταβολών και των ιδεολογικών παραφυάδων που συνοδεύουν τον όρο και αναδύονται από το ερμηνευτικό και αντιληπτικό πρίσμα, κάτω από το οποίο οράται και εφαρμόζεται το αναστοχαστικό σχήμα. Φαίνεται ότι κυριαρχεί η φιλοσοφική «χροιά», ο κοσμοθεωρητικός άξονας του όρου που θεμελιώνεται στον τρόπο που αξιολογεί κανείς την πραγματικότητα και, παρεπόμενα, στη στάση του απέναντι στις κοινωνικοπολιτικές αντιλήψεις. Επιπλέον, η θεωρία του αναστοχασμού είναι επενδυμένη και με ισχυρούς ιστορικούς παράγοντες, πάνω στους οποίους και απέναντι στoυς οποίους γαλουχήθηκε και στερεώθηκε (π.χ. ως αντίδραση στις μορφές ολοκληρωτισμού). Εκφράζει εν τινί τρόπω, την ιδεολογία της «αποτίναξης της ηγεμονικής αντίληψης από τον ενεργό πολίτη».

  • O Ορθόδοξος Χριστιανισμός δεν θεωρείται θρησκεία αλλά αποκεκαλυμμένη πίστη. Ωστόσο χάριν απλουστεύσεως χρησιμοποιούμε τον γενικευτικό όρο «θρησκεία».

* H Βασιλική Ματιάκη είναι Υπ. Διδάκτωρ Θεολογίας - Εκπαιδευτικός Εξειδικευμένη στην Ειδική Αγωγή και Ψυχολογία