Music

Χωρίς ουσιαστική επαφή με τους ανθρώπους, είμαστε μονίμως «ασθενείς» και σε «πόλεμο»

2022-03-26

Συνέντευξη με τη συγγραφέα Μαρία Παναγοπούλου

Επιμέλεια:

Βασιλική Β. Παππά

vpappa@cultmagz.com


Η Μαρία Παναγοπούλου γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Πειραιά. Το πραγματικό της επίθετο είναι Παναγοηλιοπούλου, αλλά σε ηλικία 19 ετών, όταν ξεκίνησε να εργάζεται ως ρεπόρτερ στο ραδιόφωνο του ΣΚΑΪ, αναγκάστηκε να το περικόψει, αφού ήταν γλωσσοδέτης για τους παραγωγούς των εκπομπών. Σπούδασε κοινωνιολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Έχει εργαστεί στο ραδιόφωνο, στην τηλεόραση, σε περιοδικά και εφημερίδες, αλλά και στον χώρο των δημοσίων σχέσεων και της επικοινωνίας. Πρόσφατα ολοκλήρωσε ένα πρόγραμμα Εφαρμοσμένης Εγκληματολογίας στο Πάντειο και τώρα φοιτά στο πρόγραμμα Θετικής Ψυχολογίας.

Β.Π.: «Εκείνοι που μας παίδεψαν βαραίνουν μέσα μας πιο πολύ», αναφέρει κάπου ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος. Στη δική σας περίπτωση κυρία Παναγοπούλου ποιοι είναι αυτοί;

Μ.Π.: Δεν θα τολμούσα ούτε να σκεφτώ να αμφισβητήσω τον Χριστιανόπουλο. Προσωπικά, προσπαθώ καθημερινά ώστε να μην κουβαλάω βαρίδια και να αφήνω πίσω μου όσους με παίδεψαν. Στο νέο μου βιβλίο αναφέρομαι στην «πιο σκοτεινή νύχτα της ψυχής», έναν τρόπο για να βγάλεις από μέσα σου αυτά που σε βαραίνουν και μπορώ να πω ότι βρίσκομαι σε έναν εξαιρετικά καλό δρόμο για να το καταφέρω.

Β.Π.: Θα θέλατε να μας περιγράψετε το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώσατε;

Μ.Π.: Δεκαετία του ΄80. Πειραιάς. Γειτονιά. Μαζί με τον μικρότερο αδελφό μου και δύο γονείς που ήταν πάντα εκεί, όχι μόνο για εμάς αλλά και για τους φίλους μας. Πολλοί φίλοι. Αληθινοί. Δοκιμασμένοι. Αγάπη. Σπίτια ανοιχτά. Τραπέζια χωρίς λόγο. Γιορτές, πάρτι. Προβλήματα υπήρχαν αλλά η αισιοδοξία πως όλα θα πάνε καλύτερα δεν μας άφηνε ποτέ να απογοητευτούμε.

Β.Π.: Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο σας που φέρει τον τίτλο «Το απωθημένο φυγείν αδύνατον». Πρόκειται για μια αληθινή ιστορία που σχετίζεται με τις καταπιεσμένες επιθυμίες μας. Θα θέλατε να μας μιλήσετε γι' αυτό;

Μ.Π.: Την ιστορία, μου την εμπιστεύτηκε η «τοξική» Καλλίστη. Μία γυναίκα πολύ δυναμική, πολύ αυταρχική, πολύ επιτυχημένη και πολύ μόνη. Όπως λέει και η ίδια κάποια στιγμή στο βιβλίο, ολόκληρη η ζωή της ίδιας και του αδελφού της είναι ένα ανελέητο μπρα ντε φερ ματαιωμένων ονείρων. Αν και έχουν χρήματα, επαγγελματικές διακρίσεις και κοινωνική αναγνώριση, μια χούφτα απωθημένα του παρελθόντος τούς οδηγούν σε συμπεριφορές ακραίες, που πληγώνουν ανθρώπους και καταστρέφουν ζωές.

Β.Π.: Η Καλλίστη, ο Ανάργυρος και η Άννα ζουν μια ζωή πολύ μακριά από αυτό που ονειρεύτηκαν. Τελικά η ζωή που ονειρευτήκαμε και δεν καταφέρουμε να ζήσουμε στοιχειώνει νομοτελειακά αυτή που ζούμε;

Μ.Π.: Αυτό είναι ένα από τα ερωτήματα που θέτω στο οπισθόφυλλο του βιβλίου. Αν με ρωτούσατε πριν από τη συγγραφή του, θα σας απαντούσα διαφορετικά όμως η περιπέτεια αυτής της οικογένειας έχει αλλάξει ριζικά την άποψή μου. Νομίζω πως ο κάθε αναγνώστης βγάζει τα δικά του συμπεράσματα.

Β.Π.: Ποιος ο λόγος να γράφει κανείς σήμερα; Κίνητρο οικονομικό δεν υπάρχει. Είναι μήπως πράξη προσωπικής αντίστασης και παρηγοριάς;

Μ.Π.: Είναι ελάχιστοι οι συγγραφείς που επιβιώνουν από το γράψιμο στην Ελλάδα. Αν και έχω την ευλογία να συνεργάζομαι με τις εκδόσεις Ψυχογιός, που μεταξύ άλλων διακρίνονται για την διαφάνεια και την εντιμότητα στις συναλλαγές τους με τους συνεργάτες τους, ουδέποτε λειτούργησε μέσα μου το οικονομικό κίνητρο. Γράφω κυρίως για εσωτερική εκτόνωση, ωστόσο με αφορά να πωλούνται τα βιβλία μου, αφού αποτελούν επένδυση μιας επιχείρησης.

Β.Π.: Ποια είναι η χειρότερη κριτική που έχει γραφτεί για τη δουλειά σας και αντίστοιχα η καλύτερη; Λαμβάνετε υπόψη σας την αρνητική κριτική ή ασπάζεστε την άποψη: «Ό, τι δεν με σκοτώνει με κάνει πιο δυνατό»;

Μ.Π.: Έχω λάβει συγκινητικά υπέροχες κριτικές και ειδικά για το νέο μου βιβλίο «Το απωθημένο φυγείν αδύνατον» αυτό έγινε σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Δεν υπάρχει χειρότερη ή καλύτερη κριτική. Τις λαμβάνω όλες υπόψη και τις αξιοποιώ για να βελτιώνομαι ως συγγραφέας. Πάντως, μετά από πέντε βιβλία έχω μάθει να ξεχωρίζω και εκείνες τις αρνητικές απόψεις που εξυπηρετούν «άλλους» σκοπούς.

Β.Π.: Τα βιβλία όπως το δικό σας που εμπεριέχει συναίσθημα «αγγίζουν» τους αναγνώστες. Πώς όμως δικαιολογείται ο ισχυρισμός αυτών που υποστηρίζουν ότι το συναίσθημα «σκοτώνει» την τέχνη;

Μ.Π.: Δεν νιώθω ότι κάνω τέχνη. Γράφω ιστορίες που βασίζονται πάντα σε αληθινά περιστατικά, αληθινούς ανθρώπους, αληθινά πάθη και λάθη. Η αλήθεια δεν γίνεται να απογυμνωθεί από το συναίσθημα. Θα είναι σαν να την ακυρώνω.

Β.Π.: Τι λέτε σε όλους εκείνους που υποστηρίζουν ότι η Τέχνη δεν είναι παρά ένα αντίδοτο στο φόβο του ανθρώπου για το θάνατο;

Μ.Π.: Η Τέχνη, με το Τ κεφαλαίο όπως το γράφετε στην ερώτησή σας, είναι ο μόνος τρόπος για να νικήσει ο άνθρωπος τον θάνατο, ως εκ τούτου συμφωνώ απολύτως με την παραπάνω άποψη.

Β.Π.: Αν σας ρωτούσα ποιοι συγγραφείς σας αγγίζουν πολύ, ποιους θα αναφέρατε;

Μ.Π.: Είναι πολλοί οι συγγραφείς που με αγγίζουν και θα αδικήσω κάποιους αν περιοριστώ σε ορισμένα ονόματα. Μπορώ όμως να πω ότι έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: γράφουν με την καρδιά τους, χωρίς «μαγικές συνταγές» επιτυχίας.

Β.Π.: Όλοι μας τους τελευταίους μήνες βιώνουμε στη ζωή και την καθημερινότητά μας μια περιπέτεια. Αρχικά την επέλαση του Covid και τελευταία τον πόλεμο στην όχι και τόσο μακρινή γειτονιά μας, την Ουκρανία. Πολλοί συνάνθρωποί μας έχασαν τη ζωή τους ενώ άλλοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους προκειμένου να προφυλάξουν τα παιδιά τους. Για σας τι αξίζει περισσότερο τελικά στη ζωή κυρία Παναγοπούλου;

Μ.Π.: Οι άνθρωποι. Οι σχέσεις. Το νοιάξιμο. Η υγεία και η ειρήνη απέκτησαν το ουσιαστικό τους νόημα μετά από αυτά που έχουμε βιώσει τα τελευταία χρόνια. Πρεσβεύω όμως πως χωρίς την ουσιαστική επαφή με τους ανθρώπους, είμαστε μονίμως «ασθενείς» και σε «πόλεμο» με τον ίδιο μας τον εαυτό και για εμένα τέτοια ζωή δεν αξίζει.