Ειδικές Μαθησιακές Δυσκολίες και Ειδική Γλωσσική Διαταραχή

2017-06-18

της Βασιλικής Ματιάκη*  


Στο παρόν κείμενο δίνεται μια ευσύνοπτη αποτύπωση των Ειδικών Μαθησιακών Δυσκολιών (ΕΜΔ), όπως αναφέρονται στον ελληνικό νόμο «Ειδική Αγωγή και Εκπαίδευση ατόμων με αναπηρία ή με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες»(1), με στόχο να παρουσιαστεί μια επικαιροποιημένη ελληνική πραγματικότητα. Άλλωστε, μια κοινή διεθνής ορολογία και αναφορά δεν είναι εφικτή εκ των δεδομένων, καθώς οι ΕΜΔ δεν έχουν οριοθετηθεί κατά όμοιο τρόπο και με ίδια διάταξη στα εκπαιδευτικά συστήματα των άλλων χωρών.

1) Η ΝΕΥΡΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΕΜΔ

Νευροβιολογικές έρευνες έχουν τεκμηριώσει τον εξέχοντα ρόλο του εγκεφάλου στην απόκτηση της γλωσσικής λειτουργίας. Τέσσερα πολυδύναμα κέντρα του αριστερού ημισφαιρίου του εγκεφάλου ελέγχουν και οργανώνουν τον πολύπλοκο μηχανισμό της ανακάλυψης της γλώσσας: α) Το κέντρο αποδοχής ή αλλιώς κέντρο Broca που βρίσκεται σε πλάγια θέση του αριστερού μετωπιαίου λοβού, β) το κέντρο παραγωγής ή αλλιώς κέντρο Wernicke που βρίσκεται στον αριστερό κροταφικό λοβό, γ) το κέντρο γραφής στη γωνιακή έλικα και δ) το κέντρο ανάγνωσης επίσης στην περιοχή Wernicke.

Η περιοχή Broca βρίσκεται στο αριστερό ημισφαίριο και έργο της είναι να αποθηκεύει τους κωδικούς άρθρωσης των λέξεων, οι οποίοι ελέγχουν τις μυϊκές κινήσεις που απαιτούνται για την προφορική απόδοσή τους. Άτομα με βλάβη στο κέντρο Broca, εμφανίζουν μια διαταραχή στο λόγο με την ονομασία «εκφραστική αφασία». Μιλούν αργά και με κόπο, χρησιμοποιώντας κυρίως λέξεις-κλειδιά στον ενικό αριθμό, ενώ δεν παρουσιάζουν δυσκολίες στο γραπτό λόγο.

 Οι μαθησιακές δυσκολίες συνδέονται με νευρολογικές δυσλειτουργίες που προκαλούνται από οργανικά, γενετικά και κληρονομικά αίτια, δηλαδή από αμιγώς εγγενή αίτια. Όλοι οι παράγοντες που αναφέρονται ως αιτιολογικοί έχουν έναν «κοινό τόπο», την πρόκληση, δηλαδή, διαφόρων επιπέδων νευρολογικής δυσλειτουργίας στις δομές του εγκεφάλου με παρεπόμενες επιπτώσεις στην επεξεργασία των εισερχομένων ερεθισμάτων. Έτσι, περιβαλλοντικοί παράγοντες όπως η φτωχή προγεννητική φροντίδα υγείας, η διατροφική αποστέρηση, η εξαιρετικά χαμηλή σε ερεθίσματα οικογενειακή και σχολική εμπειρία και οι φτωχές κοινωνικοοικονομικές συνθήκες έχουν ένα, έμμεσο και όχι άμεσο αντίκτυπο στην εμφάνιση των μαθησιακών δυσκολιών, καθώς δεν αποτελούν τους εκλυτικούς μηχανισμούς, αλλά σχετίζονται με συνθήκες που ευνοούν τις νευρολογικές διαταραχές (λειτουργία της νευροβιολογίας).

2) ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΕΙΔΙΚΩΝ ΜΑΘΗΣΙΑΚΩΝ ΔΥΣΚΟΛΙΩΝ

α) Δυσλεξία / Ειδική Δυσκολία Αναγνωστικής Ικανότητας

Με τον όρο «δυσλεξία» περιγράφεται «η κατάσταση κατά την οποία το παιδί αποδίδει στην ανάγνωση κάτω από το επίπεδο που αντιστοιχεί στο νοητικό του δυναμικό και στην επίδοσή του στα άλλα μαθήματα»1. Κατά έναν άλλο ορισμό, «δυσλεξία είναι μια απροσδόκητη ή πολύ χαμηλή επίδοση ενός μαθητή στην ανάγνωση και τη γραφή, γεγονός που δεν δικαιολογείται από την ηλικία, τις εκπαιδευτικές ευκαιρίες και το νοητικό του επίπεδο»(2).

Έχουν εντοπισθεί δύο βασικοί τύποι δυσλεξίας: α) Η Επίκτητη: Η επίκτητη δυσλεξία εμφανίζεται κάποια στιγμή στη ζωή του ανθρώπου μετά από ασθένεια, ατύχημα, τραυματισμό ή εγκεφαλική βλάβη. Σ' αυτήν τη διαταραχή το πρόβλημα εντοπίζεται στην ανάγνωση των λέξεων, αλλά όχι στην κατανόησή τους. Έτσι, τα άτομα που την εμφανίζουν, τείνουν να συγχέουν ομόηχες λέξεις και δεν αναγνωρίζουν άλλες με περίπλοκη ορθογραφία.

β) Η Αναπτυξιακή ή Εξελικτική: Η αναπτυξιακή δυσλεξία παρατηρείται για πρώτη φορά όταν ένα παιδί προσπαθεί να μάθει να διαβάζει. Σε αυτήν την περίπτωση, τα παιδιά αποτυγχάνουν να μάθουν να διαβάζουν παρά την ικανοποιητική σχολική τους εμπειρία. Κάποιες έρευνες, επίσης, υποστηρίζουν ότι η αναπτυξιακή δυσλεξία μπορεί να συνδέεται με την ταχύτητα επεξεργασίας των πληροφοριών ή το χρόνο που χρειάζεται για την επεξεργασία των ακουσμάτων.

Γενικότερα, η παραδοχή είναι ότι η δυσλεξία έχει κληρονομική προέλευση και σχετίζεται με ανωμαλίες δομικού τύπου του αριστερού ημισφαιρίου του εγκεφάλου, οι οποίες πιθανότατα δημιουργούνται κατά τους πρώτους μήνες της κύησης. Η δυσλεξία αποδίδεται, ακόμα, σε ασθένειες του εγκεφάλου και του αναπνευστικού συστήματος, ενώ απήχηση έχει και η θέση για την ενοχοποίηση ορισμένων ανωμαλιών των χρωμοσωμάτων 1, 6 και 15 στην εμφάνιση της δυσλεξίας.

Η συμπτωματολογία της δυσλεξίας περιλαμβάνει μια κλιμακούμενη ποικιλία σοβαρών δυσκολιών στην ανάγνωση, στην ομιλία, και στη γραφή:

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΟΛΟΓΙΑ

  • Η χαμηλή αναγνωστική ταχύτητα

  • Παραλείψεις αντικαταστάσεις προσθήκες συλλαβών λέξεων και γραμμάτων

  • Ορθογραφικά λάθη

  • Λάθη στη χρήση καταλήξεων, προθεμάτων και μερών του λόγου χωρίς νόημα.

  • Κάτω του μέσου όρου κατανόηση κειμένων σε δοκιμασίες περιορισμένου χρόνου.

  • Αντιστροφές αναγραμματισμοί και «καθρεφτικές» αποδόσεις συλλαβών και λέξεων.

Είναι γνωστό και έχει επιβεβαιωθεί και από σχετικές μελέτες ότι μαθητές με δυσκολία στην αποκωδικοποίηση διαβάζουν αργά και δυσκολεύονται ιδιαίτερα σε σπάνιες λέξεις, στα μέρη του λόγου που δεν μεταφέρουν νόημα (π.χ. σύνδεσμοι) και σε φωνολογικά ανώμαλες λέξεις. Αιτία γι΄ αυτήν την αναγνωστική αργοπορία θεωρείται το γεγονός ότι, οι λέξεις αυτές πρέπει να διαβαστούν με βάση τους κανόνες του φωνολογικού λεξικού, το οποίο είτε δεν είναι καλά οργανωμένο είτε παρουσιάζει διάφορες ελλείψεις.

Η τάση των ατόμων με δυσκολίες αποκωδικοποίησης να αντιμετωπίζουν τις λέξεις σαν μορφολογικά σύνολα και να προσπαθούν να τίς διαβάσουν έχοντας αποκωδικοποιήσει μόνο μερικά από τα γράμματα τους είναι φυσικό να οδηγεί σε αναγνωστικά λάθη. Πιο συγκεκριμένα, οι μαθητές παρουσιάζουν αναγνωστικές ανακρίβειες στα ουσιαστικά, ρήματα, επίθετα, μετοχές και στις αντωνυμίες, ενώ συχνά παραλείπουν ή αντικαθιστούν συνδέσμους, άρθρα επιρρήματα, προθέσεις και επιφωνήματα. Τα λάθη στην Ορθογραφία θεωρούνται ως ένα λειτουργικό τμήμα της Δυσλεξίας κι αυτό είναι αναμενόμενο, αν αναλογιστεί κανείς ότι οι κανόνες αντιστοίχησης φωνημάτων-γραφημάτων χρησιμοποιούνται και στην Ανάγνωση και στην ακουστική ανάλυση των λέξεων και στη γραφή.

Από όλα τα παραπάνω συνάγεται το συμπέρασμα ότι η δυσλεξία, δεν προκαλείται από οκνηρία ή αδιαφορία, από φτωχό σε ερεθίσματα οικογενειακό περιβάλλον ή από περιορισμένη νοητική ικανότητα των παιδιών. Τα δυσλεξικά παιδιά μαθαίνουν με τον δικό τους ρυθμό, αντιλαμβάνονται τον κόσμο με ένα δικό τους ιδιότυπο τρόπο, προσεγγίζουν και επιλύουν τα προβλήματα με μια δική τους ιδιόμορφη μεθοδολογία. Οι νεότερες έρευνες στηρίζουν, τελικά, την υπόθεση ότι η δυσλεξία σχετίζεται με το διαφορετικό τρόπο «καλωδίωσης» (τον τρόπο μεταφοράς και τοποθέτησης του «μηνύματος)των νευρώνων του εγκεφάλου, έχει κληρονομική προέλευση, συνδέεται με συγκεκριμένα γονίδια και εμφανίζεται εξίσου και στα δύο φύλα.

β) Δυσορθογραφία

Η Δυσορθογραφία είναι και αυτή μια ειδική εξελικτική μαθησιακή δυσκολία. Πρόκειται για τη μη αναμενόμενη δυσκολία κατάκτησης της ικανότητας για ορθογραφημένη γραφή, όταν αυτή δεν οφείλεται σε άλλα αίτια, όπως χαμηλή νοημοσύνη, πολιτισμική αποστέρηση, αισθητηριακές βλάβες ή σοβαρές συναισθηματικές διαταραχές.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΟΛΟΓΙΑ

  • Φωνολογικά λάθη στη γραφή (αντικατάσταση/αντιστροφή γραμμάτων, παράλειψη γραμμάτων, ένωση λέξεων, έλλειψη τονισμού, απουσία σημείων στίξης)

  • Ορθογραφικά λάθη που δεν αντιστοιχούν στη χρονολογική ηλικία του παιδιού (λάθη στις καταλήξεις και στο θέμα των λέξεων, θεματική και καταληκτική ορθογραφία)

  • Περιορισμένη ανάπτυξη των δεξιοτήτων της γραπτής έκφρασης (αδυναμία ανάπτυξης παραγράφου, αδυναμία διαχωρισμού παραγράφων κ.λπ.)

Η Δυσορθογραφία πολύ συχνά συνοδεύει την Δυσλεξία (διαταραχή της ανάγνωσης) αλλά μπορεί να υπάρχει και μόνη της, χωρίς εμφανείς διαταραχές στην ανάγνωση. Στη διεθνή βιβλιογραφία ο όρος «δυσορθογραφία» εναλλάσσεται με τον όρο «ορθογραφικές διαταραχές»(3). Η βιβλιογραφική έρευνα προσφέρει ισχυρές ενδείξεις για τη μη ικανοποιητική, έως σήμερα, διερεύνηση των μηχανισμών που προκαλούν τις ορθογραφικές δυσκολίες. Επιπρόσθετα, καθώς οι δυσκολίες στην ορθογραφία είναι από τα βασικά χαρακτηριστικά της δυσλεξίας, συχνά, συμβαίνει να μη μπορεί να προκύψει σαφής διαφοροποίηση και διάκριση μεταξύ των δύο διαταραχών.

ΑΙΤΙΑ: Η δυσορθογραφία έχει αποδοθεί στο ανεπαρκές φωνολογικό υπόβαθρο, δηλαδή στις αντιληπτικές αδυναμίες των φωνολογικών μονάδων του προφορικού λόγου, με άμεσο αποτέλεσμα τη δυσκολία συσχέτισης του προφορικού με τον γραπτό λόγο. Ακόμη, εκτός από το φωνολογικό έλλειμμα έχει εντοπιστεί η αδυναμία απομνημόνευσης και συγκράτησης των οπτικών πληροφοριών, με συνακόλουθο αποτέλεσμα την αναποτελεσματικότητα στη λεξική παραγωγή.

Η δυσορθογραφία αποτελεί έναν τομέα, για τον οποίο μόνο κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών έγιναν σοβαρές προσπάθειες να αποτελέσει ξεχωριστή περίπτωση στη διαγνωστική διαδικασία των μαθησιακών δυσκολιών. Κρίνεται, ωστόσο, ότι χρειάζεται, περισσότερο, εμπεριστατωμένη έρευνα, ώστε να προκύψει μια σαφέστερη οριοθέτηση της δυσορθογραφίας, που θα επιτρέψει και την κατάρτιση ειδικών εκπαιδευτικών παρεμβάσεων για την αντιμετώπισή της.

Σύμφωνα με τα υπάρχοντα ερευνητικά δεδομένα, όλα τα παραπάνω είδη λαθών τόσο στη Δυσλεξία όσο και στη Δυσορθογραφία μπορούν να εξηγηθούν με βάση διάφορες δυσκολίες, ατέλειες και δυσλειτουργίες της ικανότητας που είναι γνωστή σαν «Φωνολογική ενημερότητα». Η φωνολογική ενημερότητα έχει δύο σκέλη: (α) από τη μία μεριά αναφέρεται στη γνώση του δεδομένου των ηχητικών μονάδων των λέξεων και (β) από την άλλη στην επισήμανση και αναγνώριση αυτών των μονάδων. Η κατάκτηση της φωνολογικής ενημερότητας επιτρέπει στο άτομο να συνδέσει τα γράμματα με τους αντίστοιχους φθόγγους. Επίσης η δεξιότητα αυτή αποτελεί τη βάση της ικανότητας για αυτόματη ανάγνωση-εκφορά της λέξης. Πολλά παιδιά δεν αναπτύσσουν σωστά αυτήν τη δεξιότητα, δεν μπορούν να συνειδητοποιήσουν το γεγονός ότι οι λέξεις αποτελούνται από ηχητικές μονάδες, με αποτέλεσμα να μη μπορούν να συνθέσουν φωνολογικά τις λέξεις.

γ) Δυσαριθμησία

Η πρώτη παρουσίαση του όρου «δυσαριθμησία» ήταν σε ένα άρθρο ενός Αμερικανού ερευνητή, του R. Cohn, το 1961, όπου υποστηριζόταν η ύπαρξη δυσλειτουργίας του κεντρικού νευρικού συστήματος για τις μαθησιακές δυσκολίες που, ανεξήγητα, εμφάνιζαν κάποιοι μαθητές. Πιο συγκεκριμένα, η δυσαριθμησία ή αλλιώς η ειδική διαταραχή των Μαθηματικών (dyscalculia), αποτελεί τον επικρατέστερο χαρακτηρισμό για τις δυσκολίες που εμφανίζει ένας άνθρωπος στην Αριθμητική και στα Μαθηματικά. Μαθητής εκδηλώνει αυτήν την ειδική διαταραχή, όταν οι δυσκολίες περιορίζονται στο πεδίο των μαθηματικών και όχι σε όλα τα μαθησιακά αντικείμενα, αν και με την πάροδο του χρόνου συνήθως επιβαρύνεται και η γενικότερη σχολική επίδοση. Όπως συμβαίνει και με τα άλλα είδη μαθησιακών δυσκολιών, γενετικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες ενοχοποιούνται για την εμφάνισή της δυσαριθμησίας. Υπό μία γνωστική προσέγγιση, οπτικοχωρικές διαταραχές, διαταραχές στην εργαζόμενη και στη μακρόχρονη μνήμη, όπως επίσης διαταραχές γνωστικών μηχανισμών και νοερών υπολογισμών, είναι δυνατό να προκαλέσουν μαθησιακές δυσκολίες σε διάφορα επίπεδα της μαθηματικής σκέψης.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΟΛΟΓΙΑ

  • Προβλήματα στην ορθή γραφή των αριθμών και των μαθηματικών συμβόλων.

  • Δυσκολία στην ανάκληση του νοήματος των συμβόλων.

  • Προβλήματα στην αρίθμηση.

  • Μερική ή ολική ανικανότητα λύσης προβλημάτων με πολλαπλά βήματα.

  • Προβλήματα στην κατανόηση του κειμένου του προβλήματος, λόγω του συνυπάρχοντος αναγνωστικού ελλείμματος.

δ) Δυσγραφία

Η ικανότητα του παιδιού στον τομέα της γραπτής έκφρασης προκύπτει μέσα από την αποτελεσματική του εμπειρία στην ανάγνωση, στη γραφή, στην ορθογραφία, στη σύνταξη και στη γραμματική. Η διεκπεραίωση της γραφικής εργασίας απαιτεί πολύπλοκες νοητικές διεργασίες, οι οποίες συντελούν στο συντονισμό των γνωστικών, οπτικών και κινητικών δεξιοτήτων.

H δυσγραφία είναι μια μαθησιακή δυσκολία που επηρεάζει τη γραφή, η οποία προϋποθέτει την κατάκτηση ενός σύνθετου συνόλου κινητικών δεξιοτήτων και δεξιοτήτων επεξεργασίας. Υπάρχουν δύο μορφές δυσγραφίας: α) Η επίκτητη, που αναφέρεται σε σοβαρές διαταραχές της ορθής γραφής, οι οποίες προκύπτουν από νευρολογικές παθήσεις ή βλάβες και β) η αναπτυξιακή δυσγραφία, που αναφέρεται σε σοβαρές δυσκολίες στη μάθηση της ορθής γραφής, οι οποίες δεν συνδέονται με καμία εμφανή βλάβη ή αλλοίωση· συνοδεύεται κυρίως από παρουσία δυσανάγνωστου κειμένου και αναγνωστικές δυσκολίες.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΟΛΟΓΙΑ

  • χαμηλός ρυθμός γραφής

  • μικρή απόσταση μεταξύ των λέξεων,

  • αναστροφή των λέξεων,

  • σύγχυση σε γράμματα,

  • παρατονισμοί ή η έλλειψη τόνων,

  • παραλείψεις ή προσθέσεις γραμμάτων που μοιάζουν

  • εκτεταμένη κακογραφία.

ε) Δυσαναγνωσία

Η δυσαναγνωσία, «είναι μία κατηγορία των ειδικών μαθησιακών δυσκολιών η οποία εστιάζει τη μελέτη της στην περιοχή της αναγνωστικής ικανότητας κατά την οποία το άτομο δεν αποδίδει το αναμενόμενο όριο που αντιστοιχεί στην ηλικία του»(4). Σύμφωνα με μελέτες, τα εκλυτικά αίτια των αναγνωστικών δυσκολιών σχετίζονται με ελλείμματα στη φωνολογική ικανότητα, που εμποδίζουν τη φωνολογική επίγνωση [η ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει τους ήχους (φωνήματα) και να τα ταυτοποιεί με τους γραπτούς συμβολισμούς (γραφήματα)](5).

Ακολούθως, εφόσον η αναγνωστική ικανότητα επιτυγχάνεται από την απρόσκοπτη λειτουργία του μηχανισμού της αποκωδικοποίησης και της κατανόησης, οποιαδήποτε δυσλειτουργία σε αυτούς τους λειτουργικούς παράγοντες είναι δυνατό να προκαλέσει δυσκολίες στην ανάγνωση.

3) ΕΙΔΙΚΗ ΓΛΩΣΣΙΚΗ ΔΙΑΤΑΡΑΧΗ (SPECIFIC LANGUAGE IMPAIRMENT- SLI)

Στη Διεθνή Στατιστική Ταξινόμηση Νόσων και Συναφών προβλημάτων ΥγείαςICD-10, στην κατηγορία «Ειδικές αναπτυξιακές διαταραχές της ομιλίας και της γλώσσας (του λόγου)» συγκαταλέγεται η Δυσφασία ή αλλιώς η Ειδική Γλωσσική Διαταραχή (εφεξής ΕΓΔ) 6. Η ΕΓΔ δεν οφείλεται σε νευρολογικά, ψυχολογικά ή γνωστικά αίτια, ενώ παρουσιάζει κοινά χαρακτηριστικά συμπτώματα με την Αναπτυξιακή δυσλεξία με την οποία πολύ συχνά συγχέεται λόγω των συμπεριφορικών ομοιοτήτων που εμφανίζουν. Η διαταραχή αυτή επηρεάζει το 3%-10% των παιδιών, τα οποία παρουσιάζουν χαμηλό βαθμό γλωσσικής ανάπτυξης, ενώ δεν εμφανίζουν κάποια άλλη ιδιαίτερη αναπτυξιακή καθυστέρηση.

Συνήθης-ενδεικτική συμπτωματολογία της ΕΓΔ

  • Φωνολογικές δυσκολίες: λανθασμένη απόδοση των ρηματικών τύπων και ιδιαίτερη δυσκολία στις καταλήξεις τους.

  • Ανωριμότητα λόγου: απλές προτάσεις, φτωχό λεξιλόγιο.

  • Δυσκολίες στο Συντακτικό: μπερδεμένη τοποθέτηση των λέξεων σε μια πρόταση (π.χ. «χτες πάμε τη θεία»), σύντομες φράσεις.

  • Δυσκολίες στη Σημασιολογία: «εκτός θέματος» απαντήσεις σε ερωτήσεις και δυσκολία στην επικοινωνία μέσω συνομιλίας.

Στις προηγούμενες δεκαετίες υπήρχε η τάση στην ξένη βιβλιογραφία να συνδέονται και να συγχέονται ως παράλληλες διαταραχές του ίδιου υπογραμμισμένου προβλήματος, η Ειδική Γλωσσική Διαταραχή και η Αναπτυξιακή δυσλεξία. Ωστόσο, νεότερα ευρήματα μελετών διαφοροποιούν τις δύο διαταραχές, καθώς η ΕΓΔ σχετίζεται περισσότερο με διπλό έλλειμμα σε φωνολογικές και μη φωνολογικές διεργασίες της γλωσσολογικής ικανότητας του ανθρώπου, ενώ στην Αναπτυξιακή δυσλεξία τα προβλήματα περιορίζονται κατά κύριο λόγο στη φωνολογική επίγνωση.

Ακόμη και μέχρι σήμερα η διάκριση μεταξύ των δύο διαταραχών είναι δυσχερής, κυρίως όταν πρόκειται για ήπιες μορφές εκδήλωσης. Έτσι συμβαίνει να προκύπτει αλληλοεπικάλυψη, και μαθητές με δυσλεξία να διαγιγνώσκονται με ΕΓΔ όπως και το ανάστροφο, γεγονός που δρα ανασταλτικά ως προς την επιλογή μιας συμβατής παιδαγωγικής παρέμβασης για την κάθε διαταραχή χωριστά.


* H Βασιλική Ματιάκη είναι Υπ. Διδάκτωρ Θεολογίας - Εκπαιδευτικός Εξειδικευμένη στην Ειδική Αγωγή και Ψυχολογία


1 Βλ. Μ. Μαρκοβίτης, Μ. Τζουριάδου, Μαθησιακές Δυσκολίες. Θεωρία και Πράξη, εκδ. Προμηθεύς, Θεσσαλονίκη 1991, σ. 39.

2 Βλ. Χ. Κασσέρης, Η Δυσλεξία. Θεωρητική προσέγγιση. Παιδαγωγική αντιμετώπιση, εκδ. Σαββάλας, Αθήνα 2002, σ. 10.

3 Βλ. C. Romani, A. Olson, A. M. Di Betta, «Spelling disorders», The Science of Reading (συλλ. τόμ.),Margaret J. Snowling, Charles Hulme (Εκδ.), εκδ. Blackwell Publishers, Oxford 2005, σ. 431-447.

4 Βλ. Μ. Μαρκοβίτης, Μ. Τζουριάδου, Μ., Μαθησιακές Δυσκολίες. Θεωρία και Πράξη, εκδ. Προμηθεύς, Θεσσαλονίκη 1991, σ. 39.

5 Βλ. J. M, Fletcher, S. E, Shaywitz, D. Shankweiler, «Cognitive profiles of reading disability: Comparisons of discrepancy and low achievement definitions», Journal of educational Psychology (σ. 6-23), vol. 86,εκδ.American Psychological Accosiation, USA 1994.

6 Βλ. Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, Διεθνής Στατιστική Ταξινόμηση Νόσων και Συναφών προβλημάτων Υγείας, Δέκατη Αναθεώρηση, τόμ. 1, μτφρ. Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας, εκδ. Υπουργείο Υγείας & Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Αθήνα 2010.σ. 275.

1  Βλ. Νόμος 3699,ΦΕΚ 199/02-10-2008, Ειδική Αγωγή και Εκπαίδευση ατόμων με αναπηρία ή με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, άρθρο 3, όπου, περιγράφονται όλες οι παραπάνω περιπτώσεις.