Εορτών Εορτή. Η εικαστική απόδοση του αναστάσιμου γεγονότος

2017-04-17

Με έντονα μηνύματα, η Ανάσταση -επακόλουθο των σεπτών Παθών του Κυρίου γεγονός- αποδόθηκε από τους θρησκευτικούς ζωγράφους σε θέση περίοπτη στους ναούς, τονίζοντας στους πιστούς τον προορισμό της έλευσης του Θεανθρώπου στη γη, τη λύτρωση του ανθρώπου και τη νίκη της ζωής έναντι του θανάτου. Με τον θριαμβικό τόνο και το υψηλό σωτηριολογικό της νόημα κλείνει τον σύντομο κύκλο των Παθών και συνάμα ανοίγει τον κύκλο των αναστάσιμων γεγονότων, ενταγμένων όλων στην εξιστόρηση της θείας ιστορίας, όπως μας την αφηγούνται τα ιερά ευαγγέλια. Αποδόθηκε άλλοτε με την Κάθοδο του Χριστού στον Άδη -κατά τη βυζαντινή κυρίως περίοδο- και άλλοτε με τη θριαμβευτική έξοδό Του από το μνήμα, στα μετέπειτα κυρίως χρόνια. Δεν λείπουν βέβαια και ο περιπτώσεις εκείνες όπου στον ίδιο ναό συνυπάρχουν και οι δυο τύποι, θέλοντας με τον τρόπο αυτό οι ζωγράφοι να υπερτονίσουν τη μεγάλη για τον Χριστιανισμό σημασία της εορτής.
Χαρακτηριστικό του πρώτου εικονογραφικού τύπου παράδειγμα αποτελεί η εξαίρετη -όχι όμως και μοναδική - παράσταση του παλιού καθολικού της Μονής του Μεγάλου Μετεώρου (1483).
Ο χρυσοντυμένος Σωτήρας κατεβαίνει ορμητικά στα έγκατα του Άδη -σκύβει με συγκατάβαση θεοπρεπή, με πλαστικότατη της μορφής του καμπύλη, με το ιμάτιο να ανεμίζει θριαμβευτικά, και εγείρει από τα τάρταρα «παγγενῆ» τον Αδάμ.
Η ελλειπτική, παράλληλη στην κίνησή Του, δόξα κυριεύει με ουράνιο φέγγος την είσοδο του σπηλαίου -επάνω τα συγκλίνοντα βουνά σχεδόν αποφράσουν το στόμιο. «Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τέ καί γῆ καί τά καταχθόνια»[1]. Δίπλα στον προπάτορα στέκει η Εύα με τα χέρια απλωμένα σε ικεσία -πιο κει ο Άβελ, ο Ααρών με τη βλαστήσασα ράβδο σε σπάνια παράσταση εδώ, ο Ιωάννης ο Πρόδρομος, οι βασιλείς και οι προφήτες, με όψη τερπνή, προβάλλουν ωσάν στύλος του παλαιού νόμου, δέονται, παρατηρούν, συνδιαλέγονται. «Αὕτη ἡ κλητὴ καὶ ἁγία ἡμέρα»[2]. Μαρτυρούν τη χάρη της λύτρωσης, λαμπροφορούν την προσδοκία της αιωνιότητας. Οι χάλκινες πύλες σπασμένες, κλειδωνιές σκορπισμένες και μοχλοί φαντάζουν στη φλογισμένη άβυσσο, στην αριστερή άκρη βυθίζεται ένας δαίμονας σε άκομψη στάση «καὶἐμπεσοῦνται εἰς βόθρον»[3], τα μνήματα ανοίγουν, τα όρη σκιρτούν. Μικρός άγγελος πάνω αριστερά στα βουνά κρατεί το δοχείο με το πολύτιμο αίμα και ύδωρ του Χριστού που συνέλεξε η Νέα Διαθήκη στη Σταύρωση∙ άλλοι δεξιά παρακολουθούν τα τελούμενα. Αινιγματική και άγνωστη από αλλού παραμένει η αρχόντισσα με το ωραίο πέπλο, δίπλα στην Εύα, στην οποία απευθύνεται ο αναστάς Χριστός. Ίσως πρόκειται για την προσωποποιημένη Νέα Διαθήκη-Εκκλησία, που η συμβολική της παρουσία εδώ επισημαίνεται με τρόπο διαφορετικό και σε άλλες συγγενείς συνθέσεις, ή για «τὴν ἁγία ἡμέρα... τὴν βασιλίδα καὶ κυρία, ἑορτών ἑορτή». Όλα στη ζωηρή και πολυπρόσωπη σύνθεση παρουσιάζονται σε άποψη πανοραμική, με ανοδικά προς το βάθος επίπεδα και αβέβαιες προοπτικές εκζητήσεις. Ανοίγεται η παράσταση στον πιστό και τον καθιστά μέτοχο της μεγάλης χαράς. Αστραποβολεί το νικητήριο και φιλάνθρωπο φως της ζωής, κατακυριεύοντας το κράτος του Άδη. 

Εξίσου εξαίρετο και εντυπωσιακό των αγιογράφων δημιούργημα παραμένει και ο δεύτερος εικονογραφικός τύπος, που αναδεικνύεται και επιβάλλεται κι αυτός θριαμβευτικός των υπολοίπων σκηνών.

Στη μέση, πάνω από την ανοιχτή μαρμάρινη σαρκοφάγο, το κάλυμμα της οποίας μεταφέρεται στο πλάι από έναν λευκοφορεμένο άγγελο, ο Κύριος, υψωμένος στο γαλάζιο διάστημα, μέσα σε ροδόχρωμα σύννεφα, κατά μέτωπο και με το ιμάτιο να ανεμίζει, βαστά φλάμπουρο με τον ζωηφόρο σταυρό στο δεξί Του χέρι, που σημαιοφορεί ύμνο στο σωτήριο Πάθος.

Στα πλάγια, αριστερά, χορός αγγέλων, πάνω σε νέφαλα, προσκυνά τον ζωηφόρο σταυρό και δεξιά από μακριά κρατώντας τα μύρα καταφθάνουν στο μνήμα οι μυροφόρες. Στο έδαφος μπροστά οι φυλάσσοντες τον τάφο, κατάφορτοι με πανοπλίες, ασπίδες και δόρατα, άλλοι χειρονομούν και κινούνται έκπληκτοι κι «...λλοι κείμενοι καταγς σε νεκροί»[4]. Με εικονογραφική και ζωγραφική καθαρότητα υφαίνονται και εδώ τα μηνύματα του αναστάσιμου γεγονότος, που αποκαλύπτονται στη μυσταγωγία της σύνθεσης, στους συμβολισμούς της κίνησης και του χρώματος. Ο θριαμβευτικός χαρακτήρας του γεγονότος έκδηλος, η νίκη κατά του θανάτου σαφής. 

Στο γεγονός αναφέρονται και οι τέσσερις ευαγγελιστές: Ματθαίος (28, 2), Μάρκος (16, 1-6), Λουκάς (24, 2) και Ιωάννης (20, 1).
Παλιότερα θεωρούνταν ότι ο εικονογραφικός αυτός τύπος εισήχθη από τη Δύση κατά την πρώιμη φάση της μεταβυζαντινής περιόδου, τον 15ο αιώνα. Νεότερες όμως έρευνες απέδειξαν τη βυζαντινή προέλευσή του και την υιοθέτησή του εκ νέου από τους μεταβυζαντινούς αγιογράφους ως αντιδάνειο από τη Δύση.
Στα κύρια συνθετικά της μέρη η παράσταση εικονογραφείται ήδη σε μεσοβυζαντινά ψαλτήρια με παρασελίδια διακόσμηση, όπως αυτό του Chludov (9oς αιώνας).
Ο τύπος αυτός, αν και θα ακολουθηθεί από τους αγιογράφους, ιδιαίτερα κατά τον 17ο και 18ο αιώνα, ωστόσο δεν θα κυριαρχήσει, καθώς ακόμη και στην ύστερη φάση της μεταβυζαντινής περιόδου, παράλληλα με τον τύπο αυτό συναντάται και ο παλαιότερος, η Εις Άδου Κάθοδος. Και τους δύο τύπους περιγράφει ο Διονύσιος ο εκ Φουρνά στην Ερμηνεία του.

Επιμέλεια:

Βάσω Β. Παππά, Θεολόγος, MSc, MA
Δρ. Νικόλαος Β. Παππάς, Αρχαιολόγος

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Α.Παπαδόπουλος-Κεραμεύς, Διονυσίου του εκ Φουρνά Ερμηνεία της Ζωγραφικής Τέχνης και αι κύριαι αυτής ανέκδοτοι πηγαί, εκδιδομένη μετά προλόγου νυν το πρώτον πλήρης κατά το πρωτότυπον αυτής κείμενον (Εν Πετρουπόλει 1909).
Ν.Β.Παππάς, Το Καθολικό της Μονής Αγίου Νικολάου Σιαμάδων Καλαμπάκας(Ιστορία-Αρχιτεκτονική-Ζωγραφικός Διάκοσμος) (2003).
Ν.Β.Παππάς, Χιον(ι)αδίτες Ζωγράφοι. Το έργο τους στη ΒΔ Θεσσαλία (1779-1821), Θεσσαλονίκη 2010.
Μ. Αχειμάστου-Ποταμιάνου, Ελληνική Τέχνη-Βυζαντινές Τοιχογραφίες, Αθήνα 1994.
[1] Τροπάριο Γ' Ὠδῆς Κανόνος της Ἀναστάσεως.[2] Τροπάριο Η' Ὠδῆς Κανόνος της Ἀναστάσεως.[3] Δαυίδ, Ψαλμός 7, 16.[4] Σύμφωνα με τις επιταγές του Διονυσίου του εκ Φουρνά.