Φοβίες σε υγιή παιδιά και οι επιπτώσεις τους

2021-03-31

Η φοβία είναι γνωστή σαν αιτία πολλών διαταραχών της υγείας στον οργανικό-ψυχικό χώρο και συγχρόνως η αιτία πολλών ασθενειών.

Ορισμένοι βλέπουν την ρίζα της φοβίας σαν ψυχικό τραύμα, που αρχίζει με τη γέννηση. Οι επιστήμονες ανακάλυψαν, ότι ήδη η διαδικασία της γέννησης μπορεί να προκαλέσει φοβία, που εμφανίζεται αργότερα, όταν το παιδί αντιμετωπίζει ψυχικά αρνητικές καταστάσεις, π.χ. όταν του λείπει η μητρική στοργή, ή η ψυχική ζεστασιά. Η έλλειψη ενός προσώπου αναφοράς προκαλεί στο υποσυνείδητο του παιδιού - ακόμα και στο βρέφος - φοβία (αρχέγονη φοβία).

Η φοβία αποτελεί επίσης την αιτία πολλών αντιστάσεων στη διαπαιδαγώγηση και δυσκολεύει την αλλαγή ριζωμένων λανθασμένων συνηθειών.

Τα παιδιά μπορεί να παρουσιάσουν φοβίες σε κάθε ηλικία. Υπάρχουν όμως περίοδοι φοβίας, που εμφανίζονται σε συγκεκριμένες καταστάσεις. Μόνο που συχνά από άγνοια των γονέων ή του περιβάλλοντος οι φοβίες αυτές οξύνονται.

Έτσι παρουσιάζονται π.χ. σε παιδιά - ιδιαίτερα μετά το 3ο έτος της ηλικίας τους, δηλαδή στην ηλικία που πεισματώνει το παιδί και φτάνει στην ανακάλυψη του Εγώ, - έντονη επιθετικότητα, διαταραχές στη διατροφή, δυσκολίες στον ύπνο, ενούρηση, ακράτεια κοπράνων και τελικά διαταραχές στην ομιλία, σε σχέση με την ορθή διαμόρφωση και την τεχνική της ομιλίας.

Όλα αυτά μπορούν να διορθωθούν, αν το παιδί οδηγηθεί σε ένα θεραπευτή, τον οποίο θα έχει εμπιστοσύνη και ο οποίος θα το ενθαρρύνει στη ζωή του.

Ένα άλλο φαινόμενο φοβίας, είναι η φοβία για το σχολείο, η φοβία της αποτυχίας, καθώς επίσης και η φοβία προς τους δασκάλους.

Όταν το παιδί δεν μπορεί να εκφραστεί ελεύθερα, έχει σε κάθε περίπτωση περιορισμένη απόδοση. Ιδιαίτερα αν συμβεί ο δάσκαλος να εκφραστεί αρνητικά για το παιδί και το επιπλήξουν και στο σπίτι, τότε γίνεται ακόμη πιο δειλό.

Πολλά παιδιά ατιδρούν με αδιαφορία ενώ άλλα πέφτουν σε μελαγχολία. Επίσης, η αποτυχία στο σχολείο, οδηγεί στο αλκοόλ, τη νικοτίνη και άλλα ναρκωτικά. Εδώ το πιο βασικό είναι να επέμβει κανείς την κατάλληλη στιγμή για να βοηθήσει.


Dr. Gisela Eberlein