«H ποίηση είναι η άμεση εκτόνωση της ψυχής που επαναστατεί, της καρδιάς που ραγίζει»

Συνέντευξη με την ποιήτρια Νικολέττα Αλεξάνδρου

Επιμέλεια:

Βασιλική Β. Παππά

vas_nikpap@yahoo.gr


Η συνέντευξη τούτη γίνεται με αφορμή την ποιητική συλλογή «'Ήχοι και Σιωπές» της Νικολέττας Αλεξάνδρου. Μια συλλογή η οποία μιλά για το πόσο σημαντική είναι η σιωπή. Μια συλλογή στην οποία εξελίσσονται πολλές σιωπηλές συζητήσεις με διάφορους συνομιλητές για όλα εκείνα τα καθημερινά που αμφισβητούν τη λογική, ενοχλούν, τρομάζουν, πονούν. Στόχος της είναι να μπουν τα πράγματα στις σωστές τους διαστάσεις και να έρθει τελικά η συμφιλίωση που ανοίγει τον δρόμο στην επόμενη μέρα. Αν και σε μια  πρώτη ματιά η προσέγγιση δείχνει «πεσιμιστική», η συλλογή αυτή καταδεικνύει ότι η εσωτερική δύναμη είναι αυτή που κινεί όλα τα νήματα και ουσιαστικά δημιουργεί το αύριο.

Η Νικολέττα Αλεξάνδρου γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, συνέχισε τις μεταπτυχιακές της σπουδές στη Μεγάλη Βρετανία και σήμερα εργάζεται ως διοικητικό στέλεχος στον ιδιωτικό τομέα.

Β.Π.: Κυρία Αλεξάνδρου, θα θέλατε να μας περιγράψετε το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώσατε;

Ν.Α.: Γεννήθηκα και ζω στην Αθήνα από γονείς γεννημένους στην Αθήνα, οπότε καμιά σχέση με κάποιο τόπο αναφοράς στην ύπαιθρο. Γονείς δημόσιοι υπάλληλοι και γύρω μικροαστικό περιβάλλον. Και οι δύο άνθρωποι που είχαν όνειρα, αλλά δεν είχαν κανέναν να τους βοηθήσει να τα κυνηγήσουν. Γι' αυτό εκείνοι πάλεψαν για το πάνω και το παραπάνω για τα παιδιά τους, την αδελφή μου και εμένα. Αν και τα οικονομικά δεν το επέτρεπαν έκαναν τα πάντα για το ιδιωτικό σχολείο, τις ξένες γλώσσες, τα φροντιστήρια, τα μεταπτυχιακά. Τα δικά μου όνειρα ήταν δύο, είτε να γίνω χορεύτρια κλασσικού μπαλέτου, είτε να ασχοληθώ με την ιππασία σε αγωνιστικό επίπεδο. Για κανένα όμως δεν υπήρχε χώρος ούτε στη λογική των δικών μου, ούτε στα οικονομικά τους. Θεωρούσαν «επιτυχία» το πανεπιστήμιο και εκεί τελικά έστρεψα όλες τις προσπάθειές μου, με αποτέλεσμα να πετύχω στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο και μετά να συνεχίσω με μεταπτυχιακά στη Μ. Βρετανία.

Β.Π.: Πρόσφατα κυκλοφόρησε η πρώτη σας συλλογή που φέρει τον τίτλο «Ήχοι και Σιωπές». Θα θέλατε να μας μιλήσετε γι' αυτή;

Ν.Α.: Στην πραγματικότητα γράφω πάνω από είκοσι χρόνια. Η συλλογή αυτή περιέχει πιο πρόσφατο υλικό χωρίς να είναι όμως και ό,τι πιο τελευταίο. Έχω αναφερθεί στο σκεπτικό μου πίσω από τον τίτλο και για το τί μιλάει το περιεχόμενο της συλλογής αυτής. Θέλω να επισημάνω το κενό που μπορεί να έχουν οι ήχοι και τη φωνή που μπορεί να βγάζουν οι σιωπές. Όσον αφορά την αφετηρία των στίχων, αυτή βρίσκεται στην έκπληξη που μου προκαλούν οι ανθρώπινες συμπεριφορές, ειδικά εκείνες που στερούνται το «ανθρώπινο» στοιχείο, που οι περισσότεροι από εμάς ταυτίζουν με την αλληλεγγύη, την ανοχή, τη συγκαταβατικότητα, τη διαλεκτικότητα. Στόχος μου είναι να διαχειριστώ αυτήν την έκπληξη, να κατανοήσω τις συμπεριφορές αυτές και να τις οριοθετήσω στα σωστά τους πλαίσια. Η γραφή με βοηθά ακριβώς σε αυτό.

Β.Π.: Κατά τον Μαλλαρμέ "ένα καλό ποίημα γράφεται με λέξεις, όχι με ιδέες". Για σας τι είναι η ποίηση;

Ν.Α.: Δεν ξέρω αν είμαι ο πιο κατάλληλος και αρμόδιος άνθρωπος για να οριοθετήσω το τί είναι ποίηση. Θα καταθέσω απλά τη γνώμη μου: είναι δημιούργημα του θυμικού, εκδήλωση συναισθήματος, γρήγορη και άμεση εκτόνωση της ψυχής που επαναστατεί, της καρδιάς που ραγίζει.

Β.Π.: Ποιος ο λόγος να γράφει κανείς σήμερα; Κίνητρο οικονομικό δεν υπάρχει. Είναι μήπως πράξη προσωπικής αντίστασης και παρηγοριάς;

Ν.Α.: Θα συμφωνήσω και στα δύο και θα προσθέσω ακόμα ότι είναι πράξη ενθάρρυνσης και αυτοκριτικής συνάμα. Πράγματι, όταν τα συναισθήματα και οι σκέψεις παίρνουν σάρκα και οστά με μολύβι και χαρτί, βρίσκω παρηγοριά, παίρνω θάρρος, εκτονώνω το θυμό, κρίνω την απραγία, την υπερβολή, το δισταγμό, το φόβο. Τελικά μια θεραπεία της ψυχής χωρίς ψυχαναλυτή και μόνο συνομιλητή τον ίδιο μου τον εαυτό.

Β.Π.: Ποια είναι η χειρότερη κριτική που έχει γραφτεί για τη δουλειά σας και αντίστοιχα η καλύτερη; Λαμβάνετε υπόψη σας την αρνητική κριτική ή ασπάζεστε την άποψη: «Ό, τι δεν με σκοτώνει με κάνει πιο δυνατό»;

Ν.Α.: Με απασχολεί οποιαδήποτε κριτική. Η θετική μου δίνει χαρά και ενέργεια για να προχωρήσω, αλλά και η αρνητική με προκαλεί να τη διερευνήσω, να καταλάβω την άλλη οπτική γωνία που μου ξέφυγε, τη μετάφραση του δικού μου λόγου σε μια άλλη ξένη γλώσσα που δεν ξέρω να μιλάω. H κριτική που στάθηκε πιο σκεπτική απέναντι στη δουλειά μου μέχρι στιγμής με χαροποίησε όσο και εκείνες που είχαν θετικό τόνο, γιατί είχα την τύχη να είναι ευγενική και ειλικρινής, από άνθρωπο με μυαλό κοφτερό και καλλιεργημένο πνεύμα. Όταν όλα αυτά συνυπάρχουν, η κριτική παύει να είναι θετική ή αρνητική και απλά είναι εποικοδομητική.

Β.Π.: Τα λογοτεχνικά έργα που εμπεριέχουν το συναίσθημα «αγγίζουν» τους αναγνώστες. Πώς όμως δικαιολογείται ο ισχυρισμός αυτών που υποστηρίζουν ότι το συναίσθημα «σκοτώνει» την τέχνη;

Ν.Α.: Δεν θα τον δεχθώ. Για μένα η τέχνη δεν είναι τίποτα άλλο από συναίσθημα. Χωρίς συναίσθημα δεν υπάρχει τέχνη. Η λογική λύνει εξισώσεις και θα μας πάει μια μέρα στον Άρη, αλλά δεν κάνει πίνακες ζωγραφικής, δεν γράφει τραγούδια, δεν συνθέτει μουσική.

Β.Π.: Τι λέτε ότι η Τέχνη δεν είναι παρά ένα αντίδοτο στο φόβο του ανθρώπου για το θάνατο;

Ν.Α.: Εν μέρει είναι και αυτό. Καθετί που μας δίνει τη δυνατότητα της διάρκειας μας βοηθά να αντιμετωπίσουμε το θάνατο. Τα πνευματικά δημιουργήματα μας σίγουρα θα μείνουν πίσω και είναι πράγματι δικά μας, σε αντίθεση παραδείγματος χάριν με τα παιδιά που αν και βιολογική συνέχεια των γονιών τους είναι ανεξάρτητοι άνθρωποι και σίγουρα όχι κτήμα τους, ή πνευματική τους συνέχεια.

Β.Π.: Αν σας ρωτούσα ποιοι συγγραφείς σας αγγίζουν πολύ, ποιους θα αναφέρατε;

Ν.Α.: Πάντα αναφέρω τον Καβάφη και τον Πλάτωνα. Με έχουν αγγίξει αλλά και σημαδέψει. Ό,τι και αν διάβασα μετά μπορεί να μου άρεσε, να το βρήκα έξυπνο, καλογραμμένο, ενδιαφέρον, αλλά δεν είχε πάνω μου το καθοριστικό αντίκτυπο που είχαν αυτοί οι δύο.

Β.Π.: Όλοι μας τους τελευταίους μήνες βιώνουμε μια περιπέτεια, την επέλαση του Covid στη ζωή και την καθημερινότητά μας. Πολλοί συνάνθρωποί μας έχασαν τη ζωή τους ενώ άλλοι «παλεύουν» ακόμη με αυτό τον ύπουλο εχθρό. Για σας τι αξίζει περισσότερο τελικά στη ζωή κυρία Αλεξάνδρου;

Ν.Α.: Αξίζει η «ανθρωπιά», η ταπεινή συνειδητοποίηση δηλαδή (στην οποία δεν φθάνουμε αναγκαστικά όλοι μας), ότι είμαστε κομμάτια λειψά και όχι ολόκληρες μονάδες, ότι συναρμολογούμε μαζί με τους άλλους κάτι πολύ μεγαλύτερο από τον έναν, ότι έχουμε δρόμο πολύ μπροστά μας πριν νιώσουμε ικανοποιημένοι με το «είναι» μας.