Music

"Η έμπνευση μπορεί να έρθει εκεί που περί άλλων τυρβάζεις"

2022-05-11

Συνέντευξη με το συγγραφέα Ντίνο Γιώτη

Επιμέλεια:

Βασιλική Β. Παππά

vpappa@cultmagz.com


Ο Ντίνος Γιώτης γεννήθηκε στην Άρτα και σπούδασε Γεωλογία και Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Δημοσιογράφησε σε αθηναϊκές εφημερίδες και κυρίως σε περιοδικά. Έχει γράψει μυθιστορήματα και διηγήματα καθώς και τα σενάρια των ταινιών «Ελεύθερη κατάδυση» (1995) και «E-mail» (2001) σε διασκευή του ομώνυμου μυθιστορήματός του. Για την τηλεόραση έχει γράψει το σενάριο «Ελευθέριος Βενιζέλος» της σειράς Οι Μεγάλοι Έλληνες, ενώ για τον κινηματογράφο έχει σκηνοθετήσει το ντοκιμαντέρ «Μια ζωή» (επίσημη συμμετοχή στο 21ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, 1ο βραβείο καλύτερου ντοκιμαντέρ στο 12ο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου Λονδίνου κ.ά). Η συνέντευξη που ακολουθεί έγινε με αφορμή το πέμπτο του μυθιστόρημα που κυκλοφόρησε πρόσφατα το Club 23,4.

Β.Π.: «Η γλώσσα σου κέντησε ψιλοβελονιά στη σκέψη μου», γράφει σ' ένα ποίημά του ο Γιάννης Τζανής, αφιερωμένο στη γιαγιά του. Για σας πόσο καθοριστικά υπήρξαν τα συγγενικά σας πρόσωπα στη ζωή;

Ν.Γ.: Μεγάλωσα στην επαρχία του '60, μια εποχή που δεν υπήρχε τηλεόραση ούτε φυσικά διαδίκτυο και η οποιαδήποτε πρόσβαση στον πολιτισμό γινόταν μέσα από τα στενά κανάλια του ραδιοφώνου και των εφημερίδων. Έτσι έμεναν τα λιγοστά βιβλία που είτε αγοράζαμε είτε δανειζόμασταν από τη βιβλιοθήκη του σχολείου. Και φυσικά οι γιαγιάδες μου που μέσα από τα παραμύθια και τα δημοτικά τραγούδια, με μπόλιαζαν με λέξεις εξάπτοντας τη φαντασία μου, χωρίς ίσως να γνωρίζουν ότι μάλλον ήταν οι τελευταίοι φορείς μιας μακραίωνης προφορικής παράδοσης πολιτισμού.

Β.Π.: Πρόσφατα εκδόθηκε το μυθιστόρημά σας "CLUB 23.4". Πότε γεννήθηκε και ωρίμασε μέσα σας η ιδέα για αυτό το βιβλίο;

Ν.Γ.: Η ιδέα ή μάλλον καλύτερα τα ερωτήματα υπήρχαν μέσα μου, αρκετά πριν ξεκινήσω να γράφω. Ερωτήματα που γεννούσαν σκέψεις που με τη σειρά τους γεννούσαν καινούρια ερωτήματα γύρω από την ύπαρξή μας σε αυτόν τον κόσμο. Στη περίπτωση του βιβλίου μου τέτοιες σκέψεις ήταν η χαρά της ζωής και ο φόβος του θανάτου, το επί τάδε και το επέκεινα, η αρχή και το τέλος του κόσμου, η ύπαρξη και η ανυπαρξία, η ομορφιά και ο έρωτας. Οπότε δεν έμεινε παρά το εναρκτήριο λάκτισμα της συγγραφής και αυτό συνέβη ένα χειμωνιάτικο πρωινό, όταν είδα μερικά σπουργίτια να τσιμπολογούν τα ψίχουλα που είχα ρίξει στη βεράντα του σπιτιού μου.

Β.Π.: Από πού εμπνέεστε για να γράφετε μυθιστορήματα; Σας έχει τύχει να προκύψει μια ιδέα το βράδυ και να σηκωθείτε να πάρετε χαρτί και μολύβι και να την αποτυπώσετε γραπτά;

Ν.Γ.: Η έμπνευση καμιά φορά μπορεί να έρθει να σε βρει εκεί που περί άλλων τυρβάζεις. Μπορεί να προκύψει τόσο από ένα μεγάλο φυσικό ή κοινωνικό γεγονός - ένας κατακλυσμός ή μια επανάσταση για παράδειγμα- όσο και από μια λεπτομέρεια, το χαμόγελο μιας γυναίκας. Με αυτά θέλω να πω ότι οποιαδήποτε μεγάλη η μικρή ψηφίδα του κόσμου μας μπορεί να πυροδοτήσει το μύθο και να προκαλέσει εσωτερικές αναζητήσεις. Αρκεί να αρπάξεις και εσύ φωτιά μαζί με τους ήρωες σου. Μου έχει τύχει να έχω γράψει ενθουσιωδώς μια ιδέα μου στο χαρτί το βράδυ, αλλά μια δεύτερη ανάγνωση το πρωί να αποδεικνύει ότι δεν ήταν και τόσο σπουδαία.

Β.Π.: Πόσο εύκολο είναι σήμερα για έναν νέο συγγραφέα να ελιχθεί και τελικά να ανελιχθεί στους συγγραφικούς κύκλους;

Ν.Γ.: Δεν το γνωρίζω, επειδή δεν ανήκω σε τέτοιους κύκλους, ωστόσο ενστικτωδώς αποδέχομαι ότι εκείνος που έχει κάτι να γράψει πρέπει να καθίσει και να το γράψει.

Β.Π.: Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας συγγραφείς;

Ν.Γ.: Λάτρεψα τον Παπαδιαμάντη και ζήλεψα τα «Εκατό Χρόνια Μοναξιάς» του Μάρκες.

Β.Π.: Τι λέτε για την άποψη ότι η Τέχνη δεν είναι παρά ένα αντίδοτο στο φόβο του ανθρώπου για το θάνατο;

Ν.Γ.: Ο θάνατος και ακόμα πολύ περισσότερο η επίγνωση του θανάτου είναι μια αλήθεια που μπορεί να συντρίψει τον άνθρωπο. Για να συμφιλιωθούμε με την θνητότητά μας, που αλλιώς θα μας ήταν αβάσταχτη, έχουμε ανάγκη από ένα αντίδοτο, ένα φάρμακο ή όπως λέει ο Αισχύλος στον Προμηθέα Δεσμώτη, χρειαζόμαστε να εγκαταστήσουμε μέσα μας τυφλές ελπίδες. Για κάποιους αυτές οι τυφλές ελπίδες ταυτίζονται με την μεταθανάτια ζωή. Για κάποιους άλλους με όσα κάνει και μπορεί να κάνει ο άνθρωπος σε τούτη τη ζωή, δημιουργώντας. Και νομίζω ότι η αληθινή Τέχνη είναι η υψηλότερη έκφραση αυτής της δημιουργίας και ταυτόχρονα μια πρόσκαιρη απάντηση στο θάνατο.

Β.Π.: "Κάποιοι δεν ζουν ποτέ αλλά απλώς υπάρχουν" λέει ο Μπέργκμαν. Ποια η δική σας άποψη; Πού κρύβεται τελικά το αληθινό πάθος της ζωής;

Ν.Γ.: Δυστυχώς, αυτοί οι «κάποιοι» ήμασταν και είμαστε η πλειονότητα αυτού του κόσμου. Αν κοιτάξει κανείς στο βάθος της ιστορίας αλλά και σήμερα θα διαπιστώσει πολύ εύκολα ότι για τους ανθρώπους το να υπάρχουν ισοδυναμεί με το απλώς να ζουν, χωρίς φυσικά να το επιλέγουν οι περισσότεροι. Νομίζω ότι αληθινό πάθος, με την έννοια του αντικειμενικού ορισμού, δεν υφίσταται. Κατά τη γνώμη μου το αληθινό πάθος σχετίζεται με την προσωπική πορεία του καθενός. Ηδική μας ματσέτα με την οποία ανοίγουμε το μονοπάτι ανάμεσα στις πυκνές λόχμες της ζωής είναι ο επίγειος παράδεισός μας.