Music

“Η ευτυχία βρίσκεται μέσα μας. Αν την ψάχνουμε αλλού, μπορεί να αναλωθούμε σε ένα κυνήγι ματαιότητας”

2022-06-19

Συνέντευξη με τη συγγραφέα Γλυκερία Κακούρη  

Επιμέλεια:

Βασιλική Β. Παππά

vpappa@cultmagz.com


Σήμερα έχουμε τη χαρά να φιλοξενούμε στη στήλη μας τη συγγραφέα Γλυκερία Κακούρη. Αφορμή της κουβέντας μας το νέο της βιβλίο «Έδωσα Υπόσχεση». Ένα βιβλίο που έχει ξεχωρίσει καθώς αναφέρεται σε μια σε μια πραγματική ιστορία προσφύγων από τη Μαλακοπή της Καππαδοκίας. Μια κουβέντα με τη Γλυκερία πάντα έχει ενδιαφέρον, γι' αυτό ας «ακούσουμε» καλύτερα την ίδια..

Β.Π.: Κυρία Κακούρη, το τελευταίο βιβλίο σας που φέρει τον τίτλο «Έδωσα Υπόσχεση» είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα. Πρόκειται για μια αληθινή ιστορία μιας οικογένειας προσφύγων από την Μαλακοπή της Καππαδοκίας. Θα θέλατε να μας πείτε κάτι περισσότερο τόσο γι' αυτό όσο και για τη μεταφορά του στο θέατρο; Από πού ορμώμενη ξεκινήσατε το γράψιμό του;

Γ.Κ.: Το «Έδωσα Υπόσχεση» είναι ένα μυθιστόρημα, με το οποίο δέθηκα ιδιαίτερα. Αφορμή για τη συγγραφή αυτού του βιβλίου στάθηκε η γνωριμία μου με τον κ. Κωνσταντίνο Νίγδελη, φιλόλογο, συγγραφέα και ιστορικό ερευνητή, γόνο προσφύγων από την Καππαδοκία, ο οποίος μου διηγήθηκε την ιστορία της οικογένειάς του και μου έδωσε πολύτιμο ιστορικό και λαογραφικό υλικό, ώστε να μπορέσω να «ταξιδέψω» σε κείνον τον μακρινό τόπο μιας άλλης εποχής και να «δω» με τα δικά μου μάτια τους ανθρώπους του, να τους καταλάβω, να τους αφουγκραστώ και να γίνω η «φωνή» τους, η «επαφή» τους με τον σύγχρονο κόσμο. Δύσκολο εγχείρημα, πρόκληση και ταυτόχρονα πρόσκληση για μένα, να αποδώσω όσο πιο πιστά μπορούσα τα ήθη και την ατμόσφαιρα της εποχής και ταυτόχρονα να την ντύσω με τον μανδύα της μυθοπλασίας, να δώσω πνοή στους χάρτινους ήρωες των ασπρόμαυρων φωτογραφιών, να τους κάνω κοντινούς μου ανθρώπους χωρίς όμως να προδώσω τις ιστορικοκοινωνικές συνθήκες, που τους διαμόρφωσαν.

Οι ήρωες του βιβλίου δίνουν υπόσχεση να μην ξεχάσουν τις ρίζες τους. Ο μικρός Μελέτιος δίνει την πρώτη του υπόσχεση, όταν οι γονείς του τον αρραβωνιάζουν με ένα κοριτσάκι σαράντα ημερών εν έτει 1920 στη Μαλακοπή της Καππαδοκίας. Λίγο πριν τον ξεριζωμό. Με την ανταλλαγή των πληθυσμών θα χάσει τα ίχνη της αρραβωνιαστικιάς του. Θα χάσει και τον καλύτερό του φίλο και ομογάλακτο αδερφό του, τον μικρό Οχράν. Ποτέ δεν πίστευαν ότι θα ερχόταν η μέρα που θα χώριζαν και μια ολόκληρη θάλασσα θα έμπαινε ανάμεσά τους...

Είκοσι χρόνια μετά, στην Πίνδο του 1940 ο Μελέτιος θα μείνει πιστός στη νέα του πια πατρίδα πολεμώντας γενναία μέχρι που ένας σοβαρός τραυματισμός θα τον οδηγήσει στο χείλος του θανάτου. Είναι η στιγμή που καλείται να διαπιστώσει αν όλος ο πρότερος αγώνας του αποδείχτηκε μάταιος ή αν η ίδια η πραγματικότητα πλέκει τις πιο απίθανες συγκυρίες, για να του υπενθυμίσει το χρέος του στο παρελθόν και την απίστευτη ομορφιά της ζωής.

Αυτή την τρυφερή ιστορία εκτός από τη μυθιστορηματική της απόδοση, θέλησα να την μεταφέρω και στο θέατρο, προκειμένου να έρθουν σε επαφή μαζί της και οι μαθητές με έναν τρόπο βιωματικό. Έτσι ανέβηκε η ομώνυμη θεατρική παράσταση από μαθητές γυμνασίου, που ξεπέρασε κάθε προσδοκώμενο, και μάλιστα απέσπασε το Βραβείο Κοινού στους Πανελλήνιους Αγώνες Τέχνης των Εκπαιδευτηρίων Μαντουλίδη το 2019.

Β.Π.: Εκτός από το μυθιστόρημα, ασχολείστε και με την ποίηση. Σύμφωνα με το νομπελίστα μας ποιητή Γιώργο Σεφέρη, «η Ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα». Για εσάς;

Γ.Κ.: Συμφωνώ απόλυτα με τη ρήση του ποιητή, καθώς η ποίηση προέρχεται από τον «έσω» κόσμο μας, από την ανάσα μας, την πνοή μας, την ψυχή μας. Είναι μια κατάθεση εσωτερική, βιωματική, βαθιά ανθρώπινη. Δεν θα μπορούσε να είναι κάτι άλλο, γιατί αλλιώς δεν θα άγγιζε και τις ψυχές των άλλων. Ουσιαστικά, για μένα η ποίηση είναι επικοινωνία ψυχών.

Β.Π.: Λέγεται ότι η έμπνευση φορτίζεται από κοινωνικές εμπειρίες. Αν αυτό ισχύει, τότε γιατί οι συγγραφείς στη συντριπτική τους πλειονότητα δεν εκφράζονται κοινωνικά;

Γ.Κ. Γιατί αυτό που θέλουν να πουν δεν απευθύνεται μόνο σε μια συγκεκριμένη κοινωνία, δεν προορίζεται ούτε περιορίζεται σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, αλλά αγκαλιάζει όλη την ανθρωπότητα, όλους τους τόπους και τους χρόνους. Είναι κάτι διαχρονικό και πάντα επίκαιρο, που μόνο μέσα από την τέχνη μπορεί να προβληθεί και να πραγματωθεί. Μέσα από την τέχνη τους οι συγγραφείς θα μιλήσουν στις καρδιές των ανθρώπων, ώστε να τους ευαισθητοποιήσουν κοινωνικά.

Β.Π.: Ποιοι συγγραφείς - ποιητές σάς αφορούν τη στιγμή αυτή από την σύγχρονη λογοτεχνία και γιατί;

Γ.Κ.: Είναι πάρα πολλοί οι σύγχρονοι λογοτέχνες, και θα ήθελα πολύ να γνωρίσω όσο το δυνατόν περισσότερους. Κυρίως προτιμώ την ελληνική λογοτεχνία, επειδή μου αρέσει να διαβάζω ένα έργο στη γλώσσα, που γράφεται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι απορρίπτω την ξένη. Γενικώς, είμαι ανοιχτή να διαβάσω ό,τι μου κινήσει το ενδιαφέρον και ό,τι πιστεύω ότι θα με βοηθήσει και θα με αγγίξει σαν άνθρωπο.

Β.Π.: Νομίζετε ότι οι Έλληνες λογοτέχνες θα άξιζε να έχουν μια πιο σημαντική παρουσία έξω από την Ελλάδα;

Γ.Κ.: Ναι, πιστεύω ότι θα άξιζε να είχαν μια πιο σημαντική παρουσία, καθώς αυτό θα αποτελούσε έναν ακόμη εποικοδομητικό τρόπο επικοινωνίας ανάμεσα στην ομογένεια και στην Ελλάδα. Θα ήταν μια επιπλέον γέφυρα. Ειδικά, οι ομογενείς που έχουν γεννηθεί και μεγαλώσει εκτός Ελλάδος μέσω της λογοτεχνίας θα μπορούσαν να έρθουν πιο κοντά «εσωτερικά» με τα αδέρφια τους, που μένουν στην Ελλάδα και να αφουγκραστούν περισσότερο τις συνθήκες ζωής και τον τρόπο σκέψης τους.

Β.Π.: Τα λογοτεχνικά έργα που εμπεριέχουν το συναίσθημα «αγγίζουν» τους αναγνώστες. Πώς όμως δικαιολογείται ο ισχυρισμός αυτών που υποστηρίζουν ότι το συναίσθημα «σκοτώνει» την τέχνη;

Γ.Κ.: Το συναίσθημα, όταν εκφράζεται με υπερβολικό και επαναλαμβανόμενο τρόπο, ίσως μπορεί να λειτουργήσει αρνητικά για την τέχνη. Θα μπορούσε να την «σκοτώσει», αν η τέχνη βασιστεί και αναλωθεί αποκλειστικά σ' αυτό. Σε διαφορετική περίπτωση η διάδραση συναισθήματος-τέχνης είναι αποτελεσματική και επιτακτική, θα έλεγα. Το ένα επενδύει στο άλλο, για να αναδειχθεί, οπότε χρειάζεται μια υγιής και ισορροπημένη σχέση μεταξύ τους.

Β.Π.: Όλοι μας τους τελευταίους μήνες βιώνουμε μια περιπέτεια, την επέλαση του Covid στη ζωή και την καθημερινότητά μας. Μάλιστα πρόσφατα συμμετείχατε και σε μια ποιητική ανθολογία που εκδόθηκε στη Θεσσαλονίκη με αφόρμηση την πανδημία και πώς την βιώσαμε. Πολλοί συνάνθρωποί μας έχασαν τη ζωή τους ενώ άλλοι «παλεύουν» ακόμη με αυτό τον ύπουλο εχθρό. Για σας κυρία Κακούρη τι αξίζει περισσότερο τελικά στη ζωή;

Γ.Κ.: Θα έλεγα ότι πρέπει να εκτιμάμε το πολυτιμότερο αγαθό που έχουμε, την υγεία, και να μην θεωρούμε τίποτα δεδομένο. Τίποτε δεν κρατάει για πάντα, γι αυτό πρέπει να αξιοποιούμε την κάθε στιγμή που ζούμε, να είμαστε ευγνώμονες, να παλεύουμε για το καλύτερο, να μην τα παρατάμε. Η ευτυχία βρίσκεται μέσα μας, αρκεί να είμαστε καλά με τον εαυτό μας. Αν την ψάχνουμε αλλού, μπορεί να αναλωθούμε σε ένα κυνήγι ματαιότητας. Αυτό που αξίζει είναι η εσωτερική μας πληρότητα.