Η ιατρική ενσυναίσθηση και η επίδρασή της στη θεραπεία των ασθενών

2017-04-21

της Βασιλικής Κρίκη*

Ένας όρος που ακούγεται πολύ τα τελευταία χρόνια είναι η συναισθηματική νοημοσύνη (Emotional Intelligence) που αναφέρεται στην ικανότητα του ατόμου να αναγνωρίζει και να κατανοεί τα συναισθήματα τόσο τα δικά του όσο και των άλλων, να τα χειρίζεται αποτελεσματικά, να ακούει και να ασκεί επιρροή, να επικοινωνεί ουσιαστικά και να συνεργάζεται, καθώς και να δημιουργεί διαρκώς κίνητρα για τον εαυτό του.

Μία από τις συναισθηματικές δεξιότητες που αποτελούν την πρώτη ύλη της έννοιας, είναι η ενσυναίσθηση (empathy). Η συναισθηματική ταύτιση με ένα άλλο άτομο, η ικανότητα κατανόησης της θέσης του, των σκέψεών του, του συναισθήματος ή της κατάστασής του. Ο σωστός χειρισμός της διαφορετικότητας. Όχι απαραίτητα να συμπάσχεις αλλά να κατανοείς.

Ο H. Kohut ήταν ο πρώτος ψυχοθεραπευτής που μίλησε για ενσυναίσθηση. Μιλώντας γι΄ αυτήν στην τελευταία ομιλία της ζωής του το 1981 την περιέγραψε ως ''πληροφοριοδότη κινήσεων'' ισχυριζόμενος πως μόνο όταν μπεις στη θέση του άλλου και καταλάβεις τα συναισθήματά του μπορείς να τα χρησιμοποιήσεις για το στόχο σου.

Ο Carl Rogers την ορίζει ως ''τη δυνατότητα να αντιλαμβάνεται κανείς το εσωτερικό πλαίσιο αναφοράς κάποιου άλλου με ακρίβεια, με τα συναισθηματικά στοιχεία και νοήματα που ενυπάρχουν σε αυτό, σαν να ήταν εκείνος ο άλλος άνθρωπος, χωρίς όμως να ξεχάσει ποτέ το σαν.

Στην Ιατρική, η κλινική ενσυναίσθηση έχει τέσσερις εκφάνσεις:

Ι/ Συναισθηματική. Είναι η ικανότητα του ιατρού να φανταστεί τα συναισθήματα των ασθενών.

ΙΙ/ Γνωστική. Πνευματική μορφή γνώσης των συναισθημάτων του ασθενούς.

ΙΙΙ/ Συμπεριφοράς. Η ικανότητα να δείξει στον ασθενή ότι κατανόησε τα συναισθήματά του.

ΙΙΙΙ/ Ηθική. Ύπαρξη εσωτερικών κινήτρων να συμπάσχει.

Οι Larson και Yao εμπλούτισαν τον ορισμό αυτό της κλινικής ενσυναίσθησης, προβάλλοντάς την ως μια μορφή «συναισθηματικής εργασίας» που απαιτεί τόσο «βαθιά υποκριτική» ή σκόπιμη τροποποίηση των πραγματικών συναισθημάτων κάποιου, όσο και «επιφανειακή υποκριτική» ή σκόπιμη εμφάνιση των συναισθημάτων του ενθουσιασμού και της ανησυχίας που κάποιος δεν αισθάνεται πραγματικά. Ουσιαστικά είναι το αντίθετο της συναισθηματικής εμπλοκής, γεγονός που υποδηλώνει ότι η κλινική ενσυναίσθηση απαιτεί ευελιξία ώστε να ταιριάζει σε όλους τους ασθενείς και τις περιστάσεις.

Ο Blumgant την ονομάζει ''ουδέτερη ενσυναίσθηση'', απαιτεί ευελιξία, ενώ η υπερ-ταύτιση με τον ασθενή μπορεί να είναι απειλητική για την αντικειμενικότητα.

Οι ερευνητές δε, λένε ότι μέχρι το 90% της επικοινωνίας είναι μη λεκτική. Η γλώσσα του σώματος, οι εκφράσεις του προσώπου, η οπτική επαφή, η στάση του σώματος, ο τόνος της φωνής και η θέση μπορεί να έχουν σημαντικό αντίκτυπο στην επικοινωνία. Ένας ιατρός μπορεί να αγγίξει με τον τρόπο του και να δώσει ελπίδα, να δράσει θεραπευτικά με ειλικρινές χαμόγελο και ματιά που μπορείς να εμπιστευτείς. Αυτός είναι ένας placebo γιατρός. Ένας άλλος να σε κάνει να αισθανθείς άβολα, να μην ακούει, να βιάζεται να τελειώσει την επίσκεψη και να σε κοιτά με παγερό βλέμμα. Αυτός είναι ένας nocebo γιατρός, συναισθηματικά τοξικός.

Στην Ιατρική η ενσυναίσθηση λοιπόν είναι το εξαιρετικά ισχυρό εργαλείο επικοινωνίας καθώς:

  • Ακούγοντας προσεκτικά ο γιατρός τον ασθενή αναγνωρίζει και εκτιμά την κατάστασή του, ενισχύοντας στο μέλλον τη συνειρμική σκέψη και τον συναισθηματικό συντονισμό μαζί του (Κάτι που δεν αντικαθιστά βέβαια τη λήψη ιατρικού ιστορικού κάθε φορά και την κλινική εξέταση). Αυτό οδηγεί σε ακριβή διάγνωση και ποιοτικότερη φροντίδα.
  • Ο συναισθηματικός συντονισμός, η χωρίς κριτική ακρόαση, η αίσθηση ασφάλειας και οικειότητας, αυξάνει την εμπιστοσύνη του ασθενούς, διαισθάνεται ότι ο ιατρός τον καταλαβαίνει, αναπτύσσεται και ο αμοιβαίος σεβασμός κι ενισχύεται η θεραπευτική αποτελεσματικότητα.
  • Η ενσυναίσθηση δίνει στην άσκηση της ιατρικής τέχνης νόημα και αυξάνει την επαγγελματική ικανοποίηση. Ενισχύεται η φυσική περιέργεια για τη ζωή των ασθενών, εμπλουτίζονται οι εμπειρίες τους, ανοίγονται νέοι δρόμοι θεραπευτικής προσέγγισης, καθώς ίδιες παθήσεις θεραπεύονται με διαφορετικό τρόπο.

Μπορεί βέβαια κάποιος να ρωτήσει γιατί έχει σημασία οι γιατροί να ανταποκρίνονται συναισθηματικά και συμπεριφέρονται ενσυναισθητικά. Η απάντηση σε αυτό είναι τριπλή: 1) Πολυάριθμες μελέτες δείχνουν ότι οι ασθενείς διαισθάνονται εάν οι γιατροί είναι συναισθηματικά συντονισμένοι. 2) Οι ασθενείς εμπιστεύονται τους γιατρούς οι οποίοι ανταποκρίνονται στην αγωνία τους και δείχνουν να ανησυχούν. Η εμπιστοσύνη έχει συσχετιστεί με την καλύτερη τήρηση της θεραπείας. 3) Δεν έχει σημασία πότε και πώς οι γιατροί ρωτάνε τους ασθενείς για τα συναισθήματά τους. Ο συναισθηματικός συντονισμός καθοδηγεί τους γιατρούς για το πότε να κάνουν ερωτήσεις, πότε να μείνουν σιωπηλοί και πότε να επαναλαμβάνουν τις οδηγίες τους.

Στη σύγχρονη άσκηση της ιατρικής η μετακίνηση από το ιατροκεντρικό μοντέλο στον εξανθρωπισμό της ιατρικής φροντίδας, η εφαρμογή επικοινωνιακών δεξιοτήτων και ενσυναίσθησης, είναι επιτακτική ανάγκη για την πρακτική της υγειονομικής περίθαλψης. Ο ασθενής δεν πρέπει ποτέ να πάψει να είναι στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος γι' αυτό οι ιατρικές σχολές οφείλουν να υιοθετήσουν στρατηγικές ενίσχυσης της συναισθηματικής νοημοσύνης που θα οδηγήσουν σε ένα ηθικό και αποτελεσματικό σύστημα υγείας με τον ιατρό να διεκδικεί το σεβασμό που του αρμόζει.

Πρέπει όλοι να κατανοήσουμε ότι οι εργασιακοί κανόνες αλλάζουν. Κρινόμαστε και από τους ασθενείς με νέα κριτήρια: δε μετράει μόνο πόσο έξυπνοι είμαστε ή τι είδους εκπαίδευση και πείρα διαθέτουμε, αλλά ο τρόπος με τον οποίο χειριζόμαστε τον εαυτό μας και τους συνανθρώπους μας.

*Η Βασιλική Κρίκη είναι Συνταγματάρχης (ΥΝ), Προϊσταμένη Αιμοδυναμικού Εργαστηρίου & Τμήματος Επεμβατικής Ακτινολογίας, 424 ΓΣΝΕ.