Μανόλης Ανδρόνικος: Ο άνθρωπος που συνέδεσε το όνομά του με τη Βεργίνα και την ανάδειξη του Μακεδονικού Ελληνισμού

2018-03-12

της Βασιλικής Β. Παππά*

vpappa@cultmagz.com


Ο Μανόλης Ανδρόνικος διαπρεπής αρχαιολόγος και τακτικός Καθηγητής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης γεννήθηκε στην Προύσα της Μικράς Ασίας το 1919 , έλκει όμως την καταγωγή του από το χωριό Παναγιά της Ίμβρου από την πλευρά της μητέρας του. Το ανασκαφικό έργο του συνδέεται κυρίως με τη Βεργίνα και την ανάδειξη του Μακεδονικού Ελληνισμού. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1936-1940). Ως φοιτητής παίρνει μέρος στην ανασκαφή του ανακτόρου της Βεργίνας μαζί με τον δάσκαλό του το μεγάλο αρχαιολόγο Κωνσταντίνο Ρωμαίο. Στη διάρκεια της κατοχής υπηρετεί ως Καθηγητής στο Διδυμότειχο (1941), και το 1942 φεύγει στρατευμένος στη Μέση Ανατολή. Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα το 1945 - 1949 διδάσκει στη σχολή Α.Ν. Σχινά. Το 1949 παντρεύεται τη φιλόλογο Ολυμπία Κακουλίδου. Την ίδια χρονιά διορίζεται Επιμελητής Αρχαιοτήτων και το 1960 Έφορος. Υπηρετεί στη Βέροια, στη Θεσσαλονίκη και στην Κομοτηνή ως το 1961. Το 1952 γίνεται διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με τη μελέτη του «Ο Πλάτων και η Τέχνη». Το 1954-1955 πραγματοποιεί μεταπτυχιακές σπουδές στο Κολλέγιο Trinity της Οξφόρδης με καθηγητές τους Sir John D. Beazley και Τh. Dunbabin. Στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης εκλέγεται αρχικά Υφηγητής Αρχαιολογίας (1957), έπειτα έκτακτος καθηγητής (1961) και, τέλος, τακτικός καθηγητής της Β΄ έδρας Αρχαιολογίας του ίδιου πανεπιστημίου (1964). Από τότε η πολύπλευρη προσωπικότητά του εκδηλώνεται, στον αρχαιολογικό, και στον πανεπιστημιακό χώρο: διδάσκει με σαφήνεια και ζωντάνια, παρακολουθεί με ενδιαφέρον τις επιδιώξεις και τα προβλήματα των φοιτητών του και αγωνίζεται για τη σωστή οργάνωση και λειτουργία του πανεπιστημιακού ιδρύματος και γενικότερα για τη βελτίωση της παιδείας στην Ελλάδα. Η δραστηριότητά του επεκτείνεται και στους χώρους της κριτικής της τέχνης.

Υπήρξε επίσης ιδρυτικό στέλεχος της καλλιτεχνικής εταιρείας «Τέχνη» της Θεσσαλονίκης και πρόεδρος του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος (1974-1975). Υπήρξε μέλος της Αρχαιολογικής Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, της Αρχαιολογικής Εταιρείας Αθηνών, της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, της Association Internationale des Critiques d' Art (AICA) του Explorers' Club, του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου του Βερολίνου και επίτιμο μέλος της Ισπανικής Εταιρείας Κλασικών Σπουδών Pustov και της Εταιρείας Ελληνικών Σπουδών του Λονδίνου. Διατελεί πρόεδρος του Αρχαιολογικού Συμβουλίου (1964-1965), μέλος της Εθνικής Επιτροπής και της Εκτελεστικής Επιτροπής της UNESCO (1974-1976).

Ως αρχαιολόγος πραγματοποιεί πολλές ανασκαφές στη Βέροια, τη Νάουσα, τη Χαλκιδική, στο Κιλκίς και στη Θεσσαλονίκη. Η ανασκαφική του δραστηριότητα στη Βεργίνα, με την οποία συνδέεται κατεξοχήν το όνομά του, αρχίζει το 1952 και φέρνει στο φως το προϊστορικό νεκροταφείο των Τύμβων και, σε συνεργασία με τον καθηγητή Γ. Μπακαλάκη, το ελληνιστικό ανάκτορο. Τα έτη 1952, 1962, 1963 και 1976 διευθύνει τις ανασκαφές στη Μεγάλη Τούμπα. Το 1963 βρίσκει τις πρώτες επιτύμβιες στήλες, και το 1976 κατορθώνει να εξασφαλίσει τις προϋποθέσεις για τη συστηματική ανασκαφή της Τούμπας. Οι πρώτες ενδείξεις είναι ενθαρρυντικές και τον οδηγούν στο συμπέρασμα ότι είναι σωστή η ταύτιση της Βεργίνας με τις Αιγές, την αρχαία πρωτεύουσα των Μακεδόνων, όπως είχε υποστηρίξει ο Άγγλος ιστορικός Νίκολας Χάμμοντ. Η επιμονή του Ανδρόνικου στην ανασκαφή της Βεργίνας στέφεται με επιτυχία, όταν τον Οκτώβριο του 1977 αποκαλύπτονται οι δύο πρώτοι βασιλικοί τάφοι: ένας συλημένος που εσωτερικά είναι διακοσμημένος με τοιχογραφία, στην οποία εικονίζεται η αρπαγή της Περσεφόνης, έργο μεγάλου ζωγράφου του 4ου αι. π.Χ., και ένας ασύλητος, του γνωστού μακεδονικού τύπου. Στο δεύτερο αυτό τάφο βρίσκονται κτερίσματα ασύλληπτου πλούτου και τέχνης, χάλκινα και ασημένια αγγεία, για πρώτη φορά ολόκληρος ο οπλισμός του νεκρού με λεπτή και πλούσια καλλιτεχνική διακόσμηση από πολύτιμα υλικά, χρυσά στεφάνια και διαδήματα, ένα χρυσοπόρφυρο ύφασμα και κυρίως η ίδια η χρυσή λάρνακα με τα οστά νεκρού και το χρυσό βασιλικό διάδημά του. Την πρόσοψη του τάφου στολίζει μια τοιχογραφία με παράσταση κυνηγιού που ήταν αγαπημένο άθλημα των Μακεδόνων βασιλέων. Τόσο η χρονολόγηση του τάφου στα χρόνια 350-325 π.Χ., όσο και το περιεχόμενό του οδηγούν τον ανασκαφέα στο συμπέρασμα ότι ο τάφος ανήκει πιθανότατα στο βασιλιά της Μακεδονίας Φίλιππο το Β΄. Στη συνέχεια αποκαλύπτονται άλλοι δύο τάφοι, καθώς και πολυάριθμες σπασμένες επιτύμβιες, ανάγλυφες ή ζωγραφιστές με χαραγμένα ελληνικά ονόματα, που ανήκουν σε απλούς Μακεδόνες πολίτες.

Τα συμπεράσματά του αυτά μαζί με γενικότερες διαπιστώσεις ο καθηγητής Μανόλης Ανδρόνικος ανακοινώνει σε ακροατήριο από βαθιά συγκινημένους συναδέλφους του, μέλη του 11ου Διεθνούς Συνεδρίου Αρχαιολογίας στο Λονδίνο, στις 4 Σεπτεμβρίου 1978. Μια άλλη διαπίστωση του καθηγητή είναι ότι ο νεκρός του δεύτερου τάφου είχε αποτεφρωθεί και τα οστά του είχαν τυλιχθεί σε πορφυρό ύφασμα και τοποθετηθεί σε ασημένια λειψανοθήκη. Ο τάφος αυτός ήταν μικρότερος, αλλά του ίδιου τύπου με εκείνο του Φιλίππου, με λευκές μαρμάρινες πόρτες που οδηγούν σε δύο θαλάμους.

Παίρνει μέρος σε πολλά επιστημονικά συνέδρια στο εξωτερικό και το εσωτερικό και ως προσκεκλημένος καθηγητής κάνει μαθήματα-διαλέξεις σε πανεπιστήμια της Ευρώπης και της Αμερικής. Το 1980 εκλέγεται παμψηφεί αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, και το 1982 τιμάται με το «Βραβείο Ολυμπία» του «Ιδρύματος Α. Ωνάση» για το ανασκαφικό του έργο στη Βεργίνα. Έναν μήνα πριν από τον θάνατό του, συγκεκριμένα στις 28 Φεβρουαρίου του 1992, στον Μανόλη Ανδρόνικο απονέμεται το ανώτατο παράσημο της Ελληνικής Πολιτείας, ο Μεγαλόσταυρος του Φοίνικος. Γίνεται έτσι ο πρώτος αρχαιολόγος που τιμήθηκε με το παράσημο αυτό εν ζωή.

Εργογραφία:

Το συγγραφικό του έργο περιλαμβάνει πλήθος δημοσιεύματα, αυτοτελή, σε συνεργασία με άλλους, καθώς και ειδικά δημοσιεύματα σε επιστημονικά περιοδικά. Από το συγγραφικό του έργο ξεχωρίζουν οι μονογραφίες:

Αυτοτελή:

  • Αρχαίαι Επιγραφαί Βεροίας, (1951).
  • Ο Πλάτων και η Τέχνη, (1952).
  • Πλάτωνος Φίληβος (Εισαγωγή, Μετάφραση και Σχόλια), (1957).
  • Totenkult, («Η λατρεία των νεκρών» (1968) ερευνά τα τακτικά έθιμα της γεωμετρικής εποχής)
  • Bεργίνα Ι, Το νεκροταφείον των Τύμβων, (1969), που αποτελεί υποδειγματική δημοσίευση της ανασκαφής του προϊστορικού νεκροταφείου της Βεργίνας.
  • Παιδεία ή Υπνοπαιδεία, (1976).
  • Ιστορία και Ποίηση (1982

Σε συνεργασία με άλλους:

  • Το Ανάκτορο της Βεργίνας, (1961).
  • Τα Ελληνικά Μουσεία, (1974) (μεταφράστηκε στα Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά).
  • Ο Ανδρόνικος υπήρξε επίσης συνεργάτης της «Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους» της Εκδοτικής Αθηνών στους τόμους Β΄ και Γ2 (στα κεφάλαια για την αρχαία ελληνική τέχνη (γεωμετρική, αρχαϊκή, κλασική) και των συλλογικών έργων Η ιστορία των Ολυμπιακών Αγώνων (1976) και Φίλιππος Βασιλεύς Μακεδόνων (1980) της ίδιας εταιρείας.

Τα σημαντικότερα δημοσιεύματα σε επιστημονικά περιοδικά:

  • «Για τα τείχη της Ολύνθου», (1949).
  • «Η Δωρική Εισβολή και τα Αρχαιολογικά Ευρήματα», («Ελληνικά» 1954).
  • «Deux steles funéraires de Vergina", (1955).
  • «Ελληνιστικός τάφος Βεροίας» («Αρχ. Εφ.» 1955)
  • «Λακωνικά Ανάγλυφα», («Πελοποννησιακά» 1956).
  • «Περί της Στήλης του Οπλιτοδρόμου», («Αρχ. Εφ. 1953-1954).
  • «Επιτύμβια Στήλη Θράκης», (1956).
  • «Portrait de l'Ėre Republicaine au Musée de Thessalonique» («Mon-Piot» 1959).
  • «Ελληνικά Μουσεία», (1960).
  • «Horror Vacui ή ο Καλλιτεχνικός Λόγος», («Αρχ. Δελτίον», 1960).
  • «Ελληνικά Επιτάφια Μνημεία», («Αρχ. Δελτίον», 1961/1962).
  • «Ομηρικά και Μυκηναϊκά έθιμα ταφής», («Ελληνικά», 1960).
  • «Ancient Greek Paintings and Mosaics in Macedonia», (1964).
  • «Mycenaean and Greek Writing», (Balkan St.», 1967).
  • «Sarissa», (BCH., 1970).
  • «Βεργίνα. Οι βασιλικοί τάφοι της Μεγάλης Τούμπας» (ΑΑΑ, 1977, σ. 1-72 και σε χωριστή έκδοση 1978) κ.ά.

Παράλληλα, ως ενεργός πολίτης ο Μανόλης Ανδρόνικος, έχει την ανάγκη να επικοινωνεί με το ευρύ κοινό. Ως εκ τούτου εκφράζεται με τα άρθρα του στην εφημερίδα «Το Βήμα» και στο περιοδικό «Εποχές» αναλύοντας ποικίλα προβλήματα της νεοελληνικής κοινωνίας.

* Η Βασιλική Β. Παππά είναι Msc, MA Θεολόγος-Σύμβουλος Σχολικού Επαγγελματικού Προσανατολισμού στο ΚΕ.ΣΥ.Π Ηγουμενίτσας