Music

«Oι στεναχώριες της ζωής είναι αυτές που παράγουν τέχνη»

2022-05-09

Συνέντευξη με την ποιήτρια Εβίτα Κασαγιάννη

Επιμέλεια:

Βασιλική Β. Παππά

vpappa@cultmagz.com


Η Εβίτα Κασαγιάννη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1997 και σήμερα διαμένει στη Θεσσαλονίκη. Είναι απόφοιτος της Σχολής Αξιωματικών Νοσηλευτικής και εργάζεται στο 424 Γ.Σ.Ν.Ε. ως νοσηλεύτρια στα χειρουργεία. Λατρεύει την ποίηση και γράφει ποιήματα από την ηλικία των 12 ετών. Το 2012 τιμήθηκε με έπαινο στον μαθητικό διαγωνισμό ποίησης του δήμου Ευόσμου - Κορδελιού.. Το 2014 τιμήθηκε με έπαινο στον 7ο μαθητικό διαγωνισμό ποίησης που διοργάνωσε η Κεντρική Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης, ως μαθήτρια των εκπαιδευτηρίων Ε. Μαντουλίδη, όπου φοιτούσε με υποτροφία. Από τότε, έχει συμμετάσχει σε αρκετές ανθολογίες ποίησης δίπλα σε πολύ αξιόλογους ποιητές. Ακόμη, ασχολείται με την ρητορική τέχνη και λαμβάνει μέρος ως κριτής σε μαθητικούς διαγωνισμούς διττών λόγων από το 2018.

Β.Π.: Εβίτα, αν γυρνούσες πίσω το χρόνο στην παιδική σου ηλικία και επέστρεφες εδώ, τι θα έφερνες σίγουρα μαζί σου;

Ε.Κ.: Η παιδική μου ηλικία αποτελεί μια περίοδο της ζωής μου που την θυμάμαι με πολλή αγάπη και νοσταλγία. Όταν είσαι παιδί, σίγουρα τα πράγματα είναι πιο απλά, οι σχέσεις είναι πιο ουσιαστικές, οι υποχρεώσεις ανύπαρκτες και ο ελεύθερος χρόνος απεριόριστος. Γυρίζοντας πίσω τον χρόνο, λοιπόν, θα έφερνα μαζί μου την ανεμελιά και τον αυθορμητισμό εκείνων των χρόνων, κάτι που όσο περνάνε τα χρόνια νιώθω ότι χάνω όλο και περισσότερο.

Β.Π.: Πρόσφατα εκδόθηκε στη Θεσσαλονίκη μια ανθολογία ποίησης που φέρει τον τίτλο "Coronavirus: Το νέο όνομα του εγκλεισμού» και στην οποία συμμετέχεις. Θα ήθελες να μας πεις περισσότερα γι' αυτή;

Ε.Κ.: Τα τελευταία δυο χρόνια ζούμε πρωτόγνωρα γεγονότα, μέσα από τα οποία όλοι μας δοκιμαστήκαμε σωματικά, ψυχικά και πνευματικά, γεγονός που δεν θα μπορούσε να μην αποτυπωθεί και στην Τέχνη. Είναι τιμή μου που τα ποιήματά μου συγκαταλέγονται ανάμεσα σε αυτά εξαιρετικών και διακεκριμένων ποιητών. Αυτό που με εντυπωσίασε περισσότερο στην νέα αυτή ανθολογία είναι το πόσο διαφορετικά έζησε ο καθένας από εμάς τον εγκλεισμό που προκάλεσε ο κορωνοϊός και πώς τα βιώματα αυτά αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης και καλλιτεχνικής δημιουργίας. Εύχομαι η νέα μας ανθολογία να είναι καλοτάξιδη και μέσα από τις σελίδες της να ταξιδεύσει κι όλος ο κόσμος!

Β.Π.: Ποιες προσλαμβάνουσες επηρεάζουν την έμπνευσή σου;

Ε.Κ.: Το πάθος μου για την ποίηση και γενικότερα για τη δημιουργική γραφή άρχισε κατά τα πρώτα χρόνια της εφηβείας μου, γεγονός που θεωρώ ότι δεν είναι καθόλου τυχαίο. Η απόπειρα μιας φιλοσοφικής θεώρησης της ζωής, οι ανεκπλήρωτοι έρωτες, τα κοινωνικά προβλήματα είναι φαινόμενα τα οποία μέσα σε μια γενικότερη περίοδο προσωπικών αναζητήσεων πυροδότησαν και τη δική μου ενασχόληση με την τέχνη του λόγου. Μέχρι και σήμερα, τα κοινωνικά τεκταινόμενα, ο έρωτας, καθώς και η δουλειά μου στον τομέα της Υγείας, που περιλαμβάνει τη διαχείριση του ανθρώπινου πόνου, αποτελούν για εμένα αστείρευτες πηγές έμπνευσης και δημιουργίας. Τέλος, όπως έχει ειπωθεί κατά καιρούς από διάφορους καλλιτέχνες, οι στεναχώριες της ζωής είναι αυτές που παράγουν τέχνη, κάτι που κι εγώ η ίδια πιστεύω ακράδαντα.

Β.Π.: Πώς αισθάνεσαι όταν τα ποιήματά σου κάνουν κάποιους ανθρώπους να ταξιδεύουν;

Ε.Κ.: Το να ταξιδεύει ο αναγνώστης μέσα από τους στίχους των ποιημάτων μου, είναι η μεγαλύτερη ικανοποίηση και ηθική ανταμοιβή που θα μπορούσα να λάβω ως ποιήτρια. Είναι πραγματικά υπέροχο, και κάπως ανακουφιστικό θα μπορούσα να ομολογήσω, να βλέπεις ότι έχεις κοινές ανησυχίες με τον αναγνώστη και ότι οι στίχοι σου εκφράζουν συναισθήματα που κι ο ίδιος έχει βιώσει. Η τέχνη της γραφής, άλλωστε, μπορεί να είναι προσωπική υπόθεση κατά τη δημιουργία της, αλλά εάν μετά από την δημοσίευσή της δεν εκφράζει ούτε αντιπροσωπεύει το κοινό, τότε μαραζώνει και αχρηστεύεται.

Β.Π.: Εάν είχες να επιλέξεις ανάμεσα σε μια πολύ καλή κριτική ή την αγάπη του αναγνωστικού σου κοινού, τι θα προτιμούσες;

Ε.Κ.: Δύσκολη ερώτηση. Σίγουρα, η κριτική και η ανατροφοδότηση είναι καλό να υπάρχουν γιατί μέσα από αυτές γινόμαστε πραγματικά καλύτεροι. Ωστόσο, στην Τέχνη θεωρώ ότι ο καλύτερος και πιο αμερόληπτος κριτής είναι ο κόσμος. Κάνοντας μια αναδρομή στο παρελθόν, έχουμε αρκετά παραδείγματα ποιητών, οι οποίοι ενώ δεν ήτανε αποδεκτοί από τον κύκλο των λογοτεχνών της εποχής, γνώρισαν τεράστια απήχηση στο αναγνωστικό κοινό, με τα ποιήματα τους να έχουν περάσει πλέον στη σφαίρα της αιωνιότητας. Ένας από αυτούς είναι και ο περίφημος Κώστας Καρυωτάκης, ο οποίος ποτέ εν ζωή δεν βρήκε την ανταπόκριση που περίμενε, ένα παράπονο που εκφράζεται και μέσα από το ποίημα του «Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων». Συνεπώς, εγώ προσωπικά θα επέλεγα την αγάπη του αναγνωστικού κοινού, το οποίο θεωρώ και πιο δίκαιο κριτή.

Β.Π.: Η τέχνη γενικότερα αποσκοπεί στη ρεαλιστική καταγραφή της πραγματικότητας ή στην υπέρβασή της;

Ε.Κ.: Κατά τη δική μου άποψη, η Τέχνη θα πρέπει με το ένα πόδι να στηρίζεται στην πραγματικότητα και με το άλλο στη φαντασία. Αφορμώμενη από γεγονότα τις καθημερινότητας η Τέχνη ταξιδεύει τον αναγνώστη, αποτυπώνει σκέψεις και συναισθήματα που πιθανόν πολλοί από εμάς βιώνουμε ή ακόμη μας αποκαλύπτει ένα κόσμο, μια οπτική που δεν είχαμε συνειδητοποιήσει έως τώρα. Θεωρώ ότι είναι λάθος η Τέχνη να είναι ουτοπική ή να αφορά τα προβλήματα μιας μικρής μερίδας του πληθυσμού, διότι τότε δεν θα συγκινούσε παρά μόνο λίγους, θα ήτανε δυσνόητη και δυσπρόσιτη στο ευρύ κοινό. Συνεπώς, για εμένα η Τέχνη πρέπει να ταξιδεύει τον αναγνώστη δίχως όμως να χάνει εντελώς την επαφή με την πραγματικότητα.

Β.Π.: Πόσο εύκολο είναι στις μέρες μας ένας καλλιτέχνης και δη ποιητής που ζει τους ρυθμούς και την πίεση της σύγχρονης πραγματικότητας, να απογειωθεί και να εμπνευστεί;

Ε.Κ.: Δεν σας κρύβω ότι είναι ένα ερώτημα στο οποίο όσο και να το σκέφτομαι αδυνατώ να δώσω μια σαφή απάντηση. Οι ρυθμοί της ζωής μας έχουν γίνει πλέον τόσο γρήγοροι που ενώ δεχόμαστε τόσα πολλά ερεθίσματα από διάφορες πηγές όπως είναι τα social media, τα ΜΜΕ και γενικά η καθημερινότητα, στον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο που μας απομένει συχνά προτιμάμε να ξεκουραστούμε και να διασκεδάσουμε παρά να δημιουργήσουμε Τέχνη. Μου φαίνεται ολοένα και πιο δύσκολο να ξεφύγει κανείς από τα «δεσμά» της ρουτίνας, να ταξιδέψει και να δημιουργήσει. Θεωρώ λοιπόν ότι είναι στο δικό μας χέρι, ως ποιητές, να θέσουμε προτεραιότητες και να αφιερώνουμε στην καθημερινότητα μας χρόνο για αναστοχασμό, έμπνευση και δημιουργία, όχι παραμερίζοντας τα προβλήματα της καθημερινότητας, αλλά αντλώντας από αυτά έμπνευση και τροφή για σκέψη.

Β.Π.: Ποιους Έλληνες ποιητές-συγγραφείς διαβάζεις;

Ε.Κ.: Ο αγαπημένος μου Έλληνας ποιητής είναι ο Κωνσταντίνος Καβάφης, στου οποίου το έργο ήταν αφιερωμένη και η ανθολογία ποίησης στην οποία συμμετείχα και αποτέλεσε το ποιητικό μου ντεμπούτο. Θέλω να πιστεύω πως ίσως κι αυτό το γεγονός ενέχει από μόνο του ένα συμβολισμό! Η καβαφική ποίηση με εντυπωσίασε από μικρή λόγω της δεξιοτεχνίας του ποιητή στη χρήση συμβόλων και ιστορικών γεγονότων, του μοναδικού τρόπου γραφής συνδυάζοντας καθαρεύουσα και δημοτική γλώσσα, καθώς και της διαχρονικότητας που χαρακτηρίζει τα ποιήματά του, κάνοντάς τα να είναι πάντα επίκαιρα! Στους αγαπημένους μου ποιητές συγκαταλέγονται ακόμη ο Τάσος Λειβαδίτης και η Κική Δημουλά, οι στίχοι των οποίων κάθε φορά που τους διαβάζω νιώθω ότι δίνουν όνομα και λέξεις σε συναισθήματα που δεν ήξερα καν πώς να τα περιγράψω! Τέλος, ανάμεσα στους αγαπημένους μου πεζογράφους είναι ο Νίκος Καζαντζάκης με αγαπημένο μου έργο την «Ασκητική» και από τους πιο σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς με έχει εντυπωσιάσει ο Αύγουστος Κορτώ.

Β.Π.: Ποια είναι η γνώμη σας για το θέμα της Πάτρας που το τελευταίο χρονικό διάστημα έχει προκαλέσει τόσες αντιδράσεις;

Ε.Κ.: Έχοντας μεγαλώσει σε μια μονογονεϊκή οικογένεια, καθώς οι γονείς μου είναι χωρισμένοι, νιώθω πραγματικά τυχερή που έχω λάβει την αμέριστη αγάπη της μητέρας μου, συνειδητοποιώντας ότι ακόμη και η μητρική αγάπη δεν είναι δεδομένη, όπως θα όφειλε. Θεωρώντας περιττό να σταθώ στην κατακριτέα και κακουργηματική αυτή πράξη της παιδοκτονίας, θα ήθελα να τονίσω την κρίση ενός ακλόνητου έως τώρα θεσμού, αυτού της μητρικής αγάπης. Είναι πραγματικά αδιανόητο, το πώς η κατηγορούμενη πρόδωσε την αδιαμφισβήτητη, έως πρότινος, εμπιστοσύνη που έχει κάθε παιδί στη μητέρα του, στο ότι αυτή θέλει το καλό του και στο ότι όταν αυτό πονά ή νιώθει άρρωστο θα κάνει τα πάντα για να το βοηθήσει. Ζώντας σε μια εποχή γενικότερης κρίσης ηθικών αξίων, αξίζει να διερωτηθούμε και την εξίσου κακουργηματική αδιαφορία που επέδειξε τόσο ο κοινωνικός περίγυρος της οικογένειας όσο και το προσωπικό του Νοσοκομείου της Πάτρας. Δυστυχώς, με τους γρήγορους ρυθμούς που έχει πλέον η ζωή μας, διαφεύγουν από την αντίληψή μας γεγονότα τα οποία από ασήμαντα καταλήγουν να είναι σημαντικά, ή ακόμη κι αν αυτά τα αντιληφθούμε τα προσπερνάμε θεωρώντας ότι δεν μας αφορούν. Ελπίζω μέσα από αυτό το δυσάρεστο γεγονός να διδαχθούμε τόσο την αξία του οικογενειακού προγραμματισμού, καθώς δεν είναι όλοι έτοιμοι σε κάθε περίοδο της ζωής τους να γίνουν γονείς, αλλά και την αξία της κοινωνικής ευθύνης.

Β.Π.: Κλείνοντας, θα ήθελα να μας πεις, ποια είναι η φιλοσοφία σου και ποια διαχρονική ρήση σε αντιπροσωπεύει ως άνθρωπο;

Ε.Κ.: Πιστεύω ότι η δουλεία μου ως νοσηλεύτρια έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στον τρόπο με τον οποίο πλέον αντιλαμβάνομαι και κρίνω τις καταστάσεις. Όσοι απασχολούνται στον τομέα της Υγείας έρχονται κάθε μέρα αντιμέτωποι με τον ανθρώπινο πόνο και τη στεναχώρια κι αυτό είναι πιστεύω που τους βοηθάει να διαχωρίσουν και στην προσωπική τους ζωή τα πραγματικά προβλήματα από τους απλούς προβληματισμούς. Έχοντας λοιπόν δεδομένο το πόσο μικρή είναι η ζωή, προσπαθώ να αδράξω την κάθε μέρα και να μην ξεχνάω ποτέ να δημιουργώ, καθώς όπως είπε και ο αγαπημένος μου Albert Camus «Το να δημιουργείς είναι σαν να ζεις δυο φορές». Σίγουρα, όπως πιστεύω ότι συμβαίνει σε όλους μας, υπάρχουν, και θα πρέπει να υπάρχουν, μέρες ξεκούρασης και περίοδοι χαλάρωσης, ωστόσο προσπαθώ πάντα στη ζωή μου να θέτω κάθε φορά νέους στόχους, να μην εφησυχάζω και πάντα να προσπαθώ να γίνομαι καλύτερη. Τέλος, η ρήση που έχω σαν moto είναι τα λόγια του περίφημου Mahatma Gandhi: «Γίνε η αλλαγή που θέλεις να δεις στον κόσμο». Όπως πίστευε και ο ίδιος, οι άνθρωποι είμαστε «καθρέφτης» τούτου του κόσμου και για να αλλάξει αυτός πρέπει πρώτα να αλλάξει ο καθένας από εμάς!