"Προσμένοντας το θαύμα", ένα ποίημα του Λευτέρη Τζόκα

2020-09-29

Ξεχαστήκαμε στα γαλανά πέλαγα,

ανοίγοντας ρότα για το ποθητό,

χωρίς να προσμένουμε να ηχήσουν

οι γλυκόλαλες καμπάνες του Όρθρου,

παλεύοντας με όρτσα τα πανιά,

του Φθινοπώρου ερχομό που με φοβίζει.

Στο γρανιτένιο βράχο βρήκα απάγκιο,

συντροφιά με τα κοχύλια που σύναξα

και το κύμα έφερνε τραγούδια του Πάνα,

με την κόκκινη προσδοκία του ήλιου,

τόξου χορδή με την ψυχή διάτρητη

καρτερώντας καλύτερες μέρες νάρθουν!

Δεν πλησίασα άλλο τη θάλασσα πια,

ήμουν θυμωμένος μαζί της στο χρόνο

κι αποφάσισα να κατέβω κατάμονος,

σε βαθιά σπηλιά να προστατευθώ απ' τον Κορωνοϊό,

χωρίς να με χαϊδεύει το μυρωμένο αγέρι,

για να ζήσω στη Σιωπή και το Έρεβος...


Οι μέρες περνούν κι οι γογγυσμοί μεγαλώνουν.

Ο λαός ανησυχεί και μουρμουρίζει,

να μην εκτεθεί στα βέλη των Αμαληκιτών,

μετά την υπόσχεση να οδηγηθεί

αναιμάκτως στη χώρα της Γης Χαναάν.

Οι αρχηγοί επεμβαίνουν από το Όρος Σινά.


Ο κόσμος αγρυπνεί και περιμένει πολύ

κι οι ατρόμητοι νιώθουν ότι ήρθε η ώρα,

να πάρουν την εξουσία και βαδίζουν αγέρωχοι,

μετά τη διγλωσσία και τα βλέμματα,

γεμάτα μίσος να καρτερούνε μια λέξη ελπίδας

κι όλα αναποδογυρίζονται και γονατίζουν...