«ΠΡΩΤΑΚΙΑ»: Η είσοδος και η προσαρμογή τους στο σχολικό περιβάλλον

2017-09-13

της Ελισάβετ Ι. Σιμουλίδου

Ψυχολόγος (Dipl. Psych.) Παν/μίου Χαϊδελβέργης

Msc Κλινικής και Κοινωνικής Ψυχολογίας Α.Π.Θ.


Η είσοδος στο σχολείο είναι ορόσημο στη ζωή του παιδιού.

Το εξάχρονο παιδί που θα πάει στην πρώτη τάξη του σχολείου κάνει ένα πολύ σημαντικό βήμα: από το «κλειστό» σύστημα της οικογένειας, όπου οι κανόνες και οι απαιτήσεις τού είναι γνωστές και προβλέψιμες, περνάει στο «ανοικτό» σύστημα του σχολικού περιβάλλοντος, όπου έχει να αντιμετωπίσει, ειδικά στην αρχή, γεγονότα απρόβλεπτα, απροσδόκητα και κάποιες φορές δυσάρεστα. Έρχεται σε επαφή με ένα σωρό καινούρια πρόσωπα (διδακτικό προσωπικό και συμμαθητές) με τα οποία καλείται να αλληλεπιδράσει και παράλληλα η φοίτηση του στο σχολείο απαιτεί επιδόσεις και αξιολογήσεις, ενώ στην οικογένεια απολάμβανε την αποδοχή άνευ όρων.

Έτσι, όπως παρατηρεί κι η γνωστή ψυχαναλύτρια Melanie Klein, το σχολείο θεωρείται ως ο πρώτος χώρος δοκιμασίας, που βρίσκεται έξω από το προστατευτικό πλαίσιο της οικογένειας. Για το λόγο αυτό, πολλά παιδιά εκδηλώνουν τον πρώτο καιρό της φοίτησής τους στο σχολείο συμπτώματα ανησυχίας και ταραχής, όπως βούρκωμα ματιών και κλάματα, νευρικά τικ, νευρομυϊκή υπερένταση, σημάδια άγχους στο πρόσωπο, αποφυγή άλλων παιδιών, κι άλλα παρόμοια. Καθώς, όμως, οι μικροί μαθητές προσαρμόζονται στο νέο τους περιβάλλον, τα συμπτώματα αυτά υποχωρούν, συνήθως μέχρι το τέλος της τέταρτης εβδομάδας, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων.

Στις εξαιρέσεις αυτές συγκαταλέγονται ορισμένα παιδιά που είναι πραγματικά απρόθυμα και αρνούνται να πάνε σχολείο, κάποιες φορές μάλιστα το άγχος τους εκφράζεται με «σωματικές μεταμφιέσεις», όπως κοιλιακά άλγη, έμετοι, ναυτία, κεφαλαλγία, ανορεξία, ασαφής κακοδιαθεσία, διάρροιες, κλπ. Αυτά τα παράπονα συνήθως είναι πρωινά και εξαφανίζονται όταν ο γονιός συγκατατεθεί να μείνει το παιδί στο σπίτι, πράγμα που αποκαλύπτει και τα αληθινά κίνητρα του παιδιού. Τη στάση αυτή των παιδιών την ονομάζουμε σχολική φοβία ή σχολική άρνηση. Τα παιδιά, ηλικίας 5-7, που νιώθουν φοβικά συναισθήματα για το σχολείο, ζουν συχνά σε περιβάλλον υπερπροστατευτικό και είναι υπερβολικά εξαρτημένα από το πρόσωπο που τα φροντίζει, συνήθως τη μητέρα, γι' αυτό χαρακτηρίζουμε το άγχος τους ως άγχος αποχωρισμού.

Άλλες πηγές άγχους στο σχολείο για τα πρωτάκια μπορεί να είναι: οι καθημερινές ρουτίνες του σχολείου, το (μεγάλο) μέγεθος του σχολείου, οι ταραγμένες σχέσεις με το δάσκαλο ή/και τους συμμαθητές, το άγχος των επιδόσεων και της σύγκρισης με τους άλλους, οι υπερβολικές πιέσεις και προσδοκίες των γονιών, η ύπαρξη μαθησιακών δυσκολιών, κ.τ.ό.

Μία άλλη περίπτωση δυσκολιών προσαρμογής αφορά σε κάποια παιδιά που εγγράφονται στην Α΄ τάξη, με βάση μόνο το χρονολογικό κριτήριο, χωρίς όμως να είναι ακόμη σχολικά ώριμα και γι' αυτό δυσκολεύονται να συμβαδίσουν με τα άλλα και νιώθουν μειονεκτικά. Για το λόγο αυτό, είναι σημαντικό να εξετάζονται τα παιδιά από πριν για το επίπεδο της σχολικής τους ωριμότητας, όπως συμβαίνει σε πολλές χώρες.

Πέρα, όμως, από τις αντικειμενικές εντάσεις και δυσκολίες που μπορεί να αντιμετωπίσει ένα παιδί κατά την είσοδό του στο σχολείο, σημαντικό ρόλο παίζει και ο τρόπος με τον οποίο το κάθε παιδί προσλαμβάνει και βιώνει τα πράγματα. Ο τρόπος αυτός είναι καθαρά υποκειμενικός και προσωπικός και επηρεάζεται από ατομικούς παράγοντες, όπως η προσωπικότητα του παιδιού, ο ρυθμός ανάπτυξής του (στον βιοσωματικό ή συναισθηματικό ή νοητικό τομέα), καθώς και οι συνθήκες στις οποίες μεγάλωσε και ανατράφηκε. Π.χ. για ένα ώριμο παιδί το σχολείο μπορεί να είναι πηγή ευχάριστων προκλήσεων, για ένα υπερπροστατευμένο μοναχοπαίδι ένας μη φιλικός χώρος, όπου κανένα από τα προνόμιά του δεν ισχύουν.

Ο ρόλος της οικογένειας στη διευκόλυνση της σχολικής προσαρμογής του παιδιού.

Η προσαρμογή του παιδιού στο περιβάλλον του σχολείου χρειάζεται σαφώς προετοιμασία από το σπίτι. Έρευνες δείχνουν ότι η μετάβαση στο σχολείο είναι σημαντικά ομαλότερη, όταν έχει προηγηθεί ο παιδικός σταθμός και το νηπιαγωγείο. Τότε, μειώνεται δραστικά η πιθανότητα να εκδηλώσουν κάποια παιδιά σχολική άρνηση.

Ένας άλλος παράγοντας είναι η εικόνα που έχουν καλλιεργήσει οι γονείς στο παιδί τους για το σχολείο: έτσι, αν το έχουν παρουσιάσει σαν κάτι ελκυστικό, που η είσοδος του παιδιού σ' αυτό, ισοδυναμεί με το πόσο αυτό μεγάλωσε και τι μπορεί να καταφέρει, τα πράγματα πιθανότατα θα εξελιχθούν ομαλά, έναντι των γονιών που θα προβάλουν στο παιδί τους, τους δικούς τους φόβους και ανασφάλειες. Οι δεύτεροι είναι σαν να του λένε: «Δε σου έχουμε εμπιστοσύνη ότι μπορείς να τα καταφέρεις!». Είναι απαραίτητη προϋπόθεση, λοιπόν, η θετική στάση της οικογένειας προς το σχολείο.

Τέλος, ένας παράγοντας θεμελιώδους σημασίας είναι το «κλίμα» της οικογένειας. Ευνοϊκό και θετικό θεωρείται το οικογενειακό εκείνο κλίμα, όπου οι γονείς είναι απέναντι στο παιδί τους επιτρεπτικοί μεν, οριοθετημένοι δε. Δηλαδή, του επιτρέπουν να εκφραστεί μέσα σε πλαίσια που βοηθούν το παιδί να μη νιώσει ασφυκτικά, αλλά και το προστατεύουν από ακρότητες και υπερβολές. Έχουν προσδοκίες από το παιδί τους σε λογικά πλαίσια και του δείχνουν έμπρακτα την εμπιστοσύνη τους στις δυνάμεις και ικανότητές του. Του αναθέτουν καθήκοντα που μπορεί να φέρει σε πέρας, φροντίζουν να επιβραβεύουν τις θετικές συμπεριφορές του και συζητούν μαζί του για τις αρνητικές συνέπειες. Καλλιεργούν και ενισχύουν την αυτοεκτίμηση του παιδιού τους, καθώς αυτή παίζει καθοριστικό ρόλο στη ζωή κάθε ανθρώπου και επηρεάζει κάθε του επιλογή. Όχι άδικα άλλωστε, η καλή αυτεκτίμηση μαζί με την αγάπη, θεωρείται η ουσιαστικότερη «προίκα» που μπορεί ένας γονιός να δώσει στο παιδί του.

Αντιθέτως, γονείς υπερπροστατευτικοί και αγχώδεις, που υποτιμούν τις ικανότητες και τα επιτεύγματα του παιδιού τους, που μεγιστοποιούν τα λάθη του, ή που υπερτιμούν τις δυνάμεις του και θέτουν υπερβολικές προσδοκίες και απαιτήσεις, έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να νιώθει το παιδί τους μειονεκτικά, ειδικά κατά την είσοδό του στο σχολείο που θα αποτελέσει το νέο του κοινωνικό περίγυρο. Ενώ, οι γονείς που δεν έχουν οριοθετήσει τη συμπεριφορά του παιδιού τους και δεν του έμαθαν να λειτουργεί με βασικούς κανόνες, έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να αντιμετωπίσει το παιδί αυτό μεγαλύτερες δυσχέρειες στην προσαρμογή του στους περιορισμούς που επιβάλλει το σχολείο.

Σημαντικός ο ρόλος του δασκάλου

Όταν το παιδί ξεκινά το σχολείο, ο δάσκαλος γίνεται σημαντικό κομμάτι του κόσμου του, σπάζοντας το μονοπώλιο των γονιών του. Γίνεται πρότυπό του και ασκεί μεγάλη επίδραση στο παιδί. Επηρεάζει τη συμπεριφορά του κάθε παιδιού, τις αξίες του, τις στάσεις του, τη μαθησιακή του αποδοτικότητα. Επηρεάζει ακόμα το ψυχολογικό κλίμα της τάξης και συμβάλλει τα μέγιστα στην ομαλή κοινωνική ένταξη του κάθε παιδιού στο σχολείο, έτσι ώστε το παιδί να νιώσει την τόσο σημαντική για την αυτοεικόνα του αποδοχή των άλλων.

Άλλωστε, οι δάσκαλοι είναι ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένοι σε θέματα κοινωνικής προσαρμογής των μαθητών τους, καθώς αντιμετωπίζουν μαθητές από διαφορετικά κοινωνικοοικονομικά στρώματα και συχνά από διαφορετικά πολιτισμικά περιβάλλοντα. Έρευνες δείχνουν ότι οι ιδιότητες του δασκάλου που περισσότερο εκτιμούν οι μαθητές και οπωσδήποτε βοηθούν και τα «πρωτάκια» στην επιτυχή προσαρμογή τους στην τάξη, είναι η προθυμία του να βοηθήσει, η σαφήνεια στις οδηγίες και στις εξηγήσεις του, η συνέπεια και η αντικειμενικότητα του, το χιούμορ του, η προσήνεια του (φιλικός κι όχι αυταρχικός), η ευρηματικότητά του στο μάθημα και οι καλοί του τρόποι.

Ένας /μία δάσκαλος/α με αυτά τα χαρακτηριστικά μπορεί να βοηθήσει πολύ ουσιαστικά ένα πρωτάκι να αντιμετωπίσει το ενδεχόμενο άγχος του μπροστά στο καινούριο που έρχεται και να μετασχηματίσει την είσοδό του στο σχολείο σε ενδιαφέρουσα, ίσως και συναρπαστική, περιπέτεια.

Τέλος, η καλή συνεργασία δασκάλου - σχολείου και οικογένειας αποτελεί εγγύηση αντιμετώπισης κάθε πιθανής δυσκολίας προς όφελος του παιδιού.