Σπύρος Μελετζής: Ο φωτογράφος της Αντίστασης

2018-01-25

της Βασιλικής Β. Παππά

vpappa@cultmagz.com


Ο φωτογράφος Σπύρος Μελετζής γεννήθηκε στους Αγίους Θεοδώρους της Ίμβρου το 1906. Ζει στην Ίμβρο όπου τελειώνει το Δημοτικό Σχολείο και το Σχολαρχείο. Μετά την παραχώρηση της Ίμβρου στους Τούρκους το 1923 αναγκάζεται να εγκαταλείψει το νησί και να καταφύγει με την οικογένειά του στην Αλεξανδρούπολη. Πρώτη επαφή με το φακό και πρώτο αντάμωμα με τη φωτογραφία. έχει στο φωτογραφείο του A. Παναγιώτου και αργότερα στην Αθήνα, στο ατελιέ του σπουδαίου φωτογράφου προσωπικοτήτων Γιώργου Μπούκα, που είναι και φωτογράφος της βασιλικής αυλής. Αποτυπώνει με τον φακό του την Ελλάδα του Μεσοπολέμου και της μεταπολεμικής ανάπτυξης. Ο φωτογράφος του Άρη, της Εθνικής Αντίστασης, του Ολύμπου, των Αρχαιολογικών Μουσείων, του Αγίου Όρους, της ελληνικής υπαίθρου. Φωτογραφίζει αντάρτες και βασιλείς, δημόσια έργα και αγάλματα, καλλιτέχνες και χωρικούς. Στο ευρύ κοινό όμως είναι γνωστός ως «ο φωτογράφος της Αντίστασης». Τα έργα που θα τον αναδείξουν και θα τον καθιερώσουν ως έναν από τους σπουδαιότερους φωτογράφους είναι οι στιγμές που απαθανατίζει την περίοδο της Κατοχής. Η γερμανική σημαία στην Ακρόπολη, οι άνθρωποι που πεθαίνουν στους δρόμους της Αθήνας, οι ΕΑΜίτες που αγωνίζονται στα βουνά της Ελλάδας, η Απελευθέρωση, είναι μερικά από τα θέματα φωτογραφιών του, οι οποίες διακρίνονται όχι μόνο για την ιστορική σημασία τους, αλλά και για την υψηλή αισθητική τους. Αρκετές, μάλιστα, από αυτές γίνονται σύμβολα της αντάρτικης μορφής και εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται ακόμα και σήμερα ως ιδανικές αναπαραστάσεις του αγώνα της Αριστεράς. Πολλές φωτογραφίες από το αρχείο του είναι λιγότερο γνωστές, είτε επειδή βρίσκονται διασκορπισμένες σε φωτογραφικά και ιστορικά περιοδικά με πολύ περιορισμένη δημοσιότητα είτε γιατί μέχρι σήμερα δεν έχει εκδοθεί μια συνολική μελέτη με το έργο του.

Το 1927 εγκαθίσταται στην Αθήνα και εργάζεται ως το 1938 στο πλευρό του φωτογράφου των ανακτόρων Γιώργου Μπούκα και τον Γεραλή, καλλιτέχνες με υψηλή αισθητική, γνώσεις και πείρα του σκοτεινού θαλάμου. Εκεί τελειοποιεί την τεχνική του κατάρτιση.

Το έργο του Ελβετού φωτογράφου Fred Boissonas στην Ελλάδα, φαίνεται ότι τον επηρεάζει καθοριστικά, όπως συνέβη και με όλους τους σύγχρονούς του, που γοητεύονται από τις δυνατότητες της οπτικής αναπαράστασης , της φωτογραφίας. Έπειτα από ένα μεγάλο οδοιπορικό 22 μηνών στην Ήπειρο, του δίνεται τη δυνατότητα να συγκεντρώσει το υλικό για την πρώτη του έκθεση στο καφενείο «Πανελλήνιο» το 1937. Δύο χρόνια μετά, το 1939, την μεταφέρει στην Αθήνα στον «Παρνασσό» που τον κάνει ευρύτερα γνωστό, εντυπωσιάζοντας και αποσπώντας επαινετικές κριτικές. Ένα δεύτερο φωτογραφικό ταξίδι, επίσης προπολεμικά γίνεται στην Κεφαλονιά ύστερα από πρόσκληση του τότε πρωθυπουργού Ι. Μεταξά. Τα έργα του την εποχή αυτή έχουν κυρίως θέμα την καθημερινότητα των απλών ανθρώπων.

Όταν επιστρέφει στην Αθήνα η Ελλάδα βρίσκεται προ των πυλών του Ελληνοϊταλικού πολέμου. Ο Μελετζής, μέχρι να εξασφαλίσει την άδεια να επισκεφθεί το μέτωπο του πολέμου, ζει εμπορευόμενος κάρτες που απεικονίζουν αρχαιότητες. Η ένταξή του στο εργατικό κίνημα σαν μέλος του ΚΚΕ από νωρίς, τον κάνει με το ξεκίνημα της αντίστασης στην κατοχή, την περίοδο της 1942-1944, να ανέβει στο βουνό και να γίνει ο επίσημος φωτογράφος του ΕΑΜ. Με ειδική άδεια, ακολουθεί τους αντάρτες και φωτογραφίζει πρόσωπα και εκδηλώσεις του αγώνα κατά των Γερμανών όπως η ίδρυση της ΠΕΕΑ, το Γενικό Στρατηγείο, τις εργασίες του Εθνικού Συμβουλίου, τη Σχολή της Ρεντίνας, τα διάφορα νοσοκομεία και ιατρεία και σκηνές από τις εργασίες του Εθνικού Συμβουλίου στις Κορυσχάδες, δουλειά που θα εκθέσει στην Αθήνα το 1944 και αργότερα θα εκδώσει στο λεύκωμα Με τους αντάρτες στα βουνά (1974). Η έκθεση αυτή όμως διακόπτει βίαια τη λειτουργία της εξαιτίας των γεγονότων του Δεκέμβρη που ακολουθούν. Ο Μελετζής που από την έναρξη της σύγκρουσης βρίσκεται στου Μακρυγιάννη για να κάνει ρεπορτάζ, πιάνεται από τους Ριμινίτες και οδηγείται αρχικά στο Γουδί και μετά στην Ελ Ντάμπα όπου και κλείνεται για πολλούς μήνες στα συρματοπλέγματα. Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα αναζητά την έκθεση χωρίς να βρει ή να μάθει τίποτε σχετικά με την τύχη της. Η έκθεση τελικά εντοπίζεται μετά από πολλά χρόνια. Η έκθεση αυτή παρουσιάζεται μετά από 65 χρόνια, με την προσθήκη και άλλων αντιστασιακών έργων του ιδίου φωτογράφου, στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης στη Βαλένθια της Ισπανίας από 17 Γενάρη μέχρι τέλους Απρίλη του 2007.

Όταν ξεσπά ο εμφύλιος, συλλαμβάνεται και εξορίζεται στον Αϊ- Στράτη. Προλαβαίνει να φωτογραφίσει τους πρώτους πυροβολισμούς στο Σύνταγμα. Οι φωτογραφίες του όμως, που αποθανατίζουν την ελληνική ύπαιθρο, κάνουν τον τότε διευθυντή της Τουριστικής Αστυνομίας Ι. Νέγρη και τον διευθυντή Γραμμάτων και Τεχνών Ι. Πάγκαλο, να τον επαναφέρουν πίσω. Έπειτα από την εξορία του στον Αϊ-Στράτη, το 1947 συνεργάζεται με το Ίδρυμα «Βασιλεύς Παύλος» φωτογραφίζοντας τον Όλυμπο, τα Τέμπη, τις Κυκλάδες. Το 1950, με τη φωτογράφιση του τότε πρίγκιπα Κωνσταντίνου, χρίζεται και φωτογράφος της βασιλικής αυλής. Τον ίδιο χρόνο ταξιδεύει στο Άγιον Όρος για να αποτυπώσει τη ζωή των μοναχών, και ασχολείται με τη φωτογράφηση των Ελλήνων ζωγράφων του 19ου αιώνα ενώ συμμετέχει σε ομαδικές εκθέσεις τόσο στην Αθήνα όσο και στην Κωνσταντινούπολη. Το 1951 οργανώνεται έκθεση στην Κύπρο. Το 1952 συμμετέχει, ως ιδρυτικό μέλος της Ε.Φ.Ε., στο τμήμα φωτογραφίας παραδίδοντας μαθήματα σκοτεινού θαλάμου, αισθητικής και σύνθεσης. Το 1953 συμμετέχει σε εκθέσεις στο Ρότσεστερ, στο Μπέρμιγχαμ, στο Μπουένος Άϋρες όπου αποσπά βραβείο και τιμητικές διακρίσεις. Το 1955 ο υπουργός Δημοσίων Έργων Κωνσταντίνος Καραμανλής του αναθέτει επίσημα τη φωτογράφιση όλων των δημόσιων έργων του προγράμματος ανασυγκρότησης, που άλλαξαν ριζικά τη ζωή της σύγχρονης Ελλάδας. Το 1956 συμμετέχει μαζί με άλλους καλλιτέχνες και διανοούμενους σε αποστολή στη Μόσχα όπου και εκθέτει έργα του. Το 1957 η Διεθνής Ομοσπονδία Ερασιτεχνών Φωτογράφων (F.I.A.P.) του απονέμει τον τιμητικό τίτλο του «τεχνοκρίτη».

Μετά το 1960 ασχολείται με τη φωτογράφιση αρχαίων και βυζαντινών μνημείων και εκδίδει μια σειρά οδηγών για το Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών, Δελφών, Ολυμπίας, Επιδαύρου, Κορίνθου, Μυκηνών, Ρόδου, σε συνεργασία με την Ελένη Παπαδάκη. Αργότερα εκδίδει ένα λεύκωμα με θέμα τον Όλυμπο (1987), ενώ η τελευταία δουλειά του, που είναι ένας «νόστος» στην πατρίδα του, δημοσιεύεται στο λεύκωμα Ίμβρος (1997).

Η φήμη του ξεπερνά τα ελληνικά σύνορα και ταξιδεύει μέχρι τα πέρατα της γης. Ο Μελετζής, ο οποίος είναι ιδρυτικό μέλος της Ελληνικής Φωτογραφικής Εταιρείας το 1952, καλείται να εκθέσει φωτογραφίες του σε μεγάλες πόλεις του εξωτερικού (η τελευταία ατομική του έκθεση είναι στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Βιέννης το 1993) η οποία αποτελεί σταθμό στην καριέρα του. Το Γενάρη του 1994 η Πανελλήνια Ομοσπονδία Φωτογράφων τον ανακηρύσσει επίτιμο πρόεδρό της, σε μια εκδήλωση που συνδιοργάνωσε με την Ένωση Καλλιτεχνών Φωτογράφων. Επίτιμο μέλος της ΕΣΗΕΑ και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Πανελλήνιου Συνδέσμου Δημοσιογράφων Αγωνιστών Εθνικής Αντίστασης 1941-'44, ο Σπύρος Μελετζής τιμάται για την προσφορά του στο Έθνος, με την απονομή του Σταυρού του Φοίνικος από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωστή Στεφανόπουλο το 1995. Το 1997 παίρνει μέρος στην Κίνα στην έκθεση «Ελληνική φωτογραφία 1870-1995», ενώ το 1998 με τις «Όψεις της ελληνικής φωτογραφίας» στη Νίκαια της Γαλλίας και το Μονακό. Το 1997 με ευθύνη του Συλλόγου Ιμβρίων Αθηνών, εκδίδει, με τη συνεργασία των ανιψιών του Μαριάννας Αγγελοπούλου και Ελένης Αιματίδου-Αργυρίου, η οποία γράφει τα κείμενα, το λεύκωμα «Ίμβρος», μια κατάθεση ψυχής για την ιδιαίτερη πατρίδα του. Τον Ιούνιο του 2002, 96 χρόνων θα παρουσιάσει στην Ακαδημία Δημιουργικής Φωτογραφίας Leica την τελευταία έκθεσή του «Αχ πατρίδα μου».

Η φωτογραφία του Σπύρου Μελετζή είναι ρεαλιστική αλλά και συμβολική και αυτός ο τρόπος να βλέπει δεν τον εγκαταλείπει ακόμα και στην φωτογράφηση αρχαιοτήτων που είναι το πάθος του από το 1968 ως το 1975 και γενικά σε ό,τι κι αν φωτογραφίζει, αν και ποτέ οι φωτογραφίες του δεν ξαναφτάνουν τη δυναμική των φωτογραφιών της αντίστασης. Στις 14 Νοεμβρίου του 2003 πεθαίνει σε ηλικία 97 ετών.