«Στα γράμματα και στις τέχνες, δικαιώνονται και αναγνωρίζονται σχεδόν πάντα οι καλύτεροι»

2021-10-30


Συνέντευξη με τον Δημοσθένη Ιωαννίδη


Επιμέλεια:

Βασιλική Β. Παππά

Vas_nikpap@yahoo.gr

Ο Δημοσθένης Ιωαννίδης γεννήθηκε, μεγάλωσε και ζει στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε οικονομικές και πολιτικές επιστήμες στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και εργάστηκε ως τραπεζικός υπάλληλος στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, απ' όπου και συνταξιοδοτήθηκε. Εμπνευστής και δημιουργός του Πολιτιστικού και Εξωραϊστικού Συλλόγου Σαράντα Εκκλησιών Θεσσαλονίκης, εκλέγεται και παραμένει Πρόεδρος του Συλλόγου από το έτος ίδρυσής του, το 2002. Βασικό στέλεχος της χορωδίας φίλων Βυζαντινού Μουσείου Θεσσαλονίκης. Ενεργό μέλος της θεατρικής ομάδας «ΕΛΕΟΣ» και του μουσικοφωνητικού σχήματος «ΜεΜνηΑ» σε πολιτιστικούς χώρους πολλών πόλεων. Αυτοδίδακτος ζωγράφος, ζωγραφίζει από την παιδική του ηλικία, προσπαθώντας να αποδώσει ρεαλιστικά ό,τι και όταν η παρατήρηση και η φαντασία τον ενεργοποιεί.

Αφορμή για τούτη την κουβέντα το βιβλίο του που κυκλοφόρησε πρόσφατα και που φέρει τον τίτλο «1914-1920 εν Σκοπώ Ανατολικής Θράκης. Δεσμώτης των αμελέ ταμπουρού». Με το μυθιστόρημα αυτό, κάνει την πρώτη του εμφάνιση στον τομέα της πεζογραφίας.

Β.Π.: Κύριε Ιωαννίδη, γεννηθήκατε, μεγαλώσατε και ζείτε στη Θεσσαλονίκη. Πώς ήσασταν ως παιδί; Θα ήθελα να μας μιλήσετε για τα παιδικά σας χρόνια. Τι θυμάστε έντονα από αυτά;

Δ.Ι.: Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη το 1938, στις αρχές δηλαδή του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Ήμουν, όπως λένε, παιδί των χρόνων της γερμανικής κατοχής στη χώρα μας. Δευτερότοκος γιος ενός ιδιωτικού υπαλλήλου και μάλιστα πρόσφυγα και, σε συνθήκες πολέμου και κατοχής της χώρα από ξένο στρατό, οι δυσκολίες επιβίωσης για μια τετραμελή τότε οικογένεια ήταν ανυπέρβλητες. Στρατιώτης ο πατέρας στον ελληνοϊταλικό πόλεμο και μετά τη διάλυση του στρατού άνεργος τον περισσότερο καιρό, προσπαθούσε να βρει τρόπους για τη συντήρηση της οικογένειας. Έτσι, πολλές φορές πήγαινε σε διάφορα κοντινά χωριά, εργαζόμενος σε φίλους του γεωργούς, προκειμένου να εξοικονομήσει τρόφιμα για την οικογένεια και ίσως κάποια χρήματα για την πληρωμή του ενοικίου του σπιτιού μας, που ευτυχώς εντασσόταν σε καθεστώς ενοικιοστασίου. Παρά τις προσπάθειες του πατέρα, θυμάμαι έντονα ότι πολλές μέρες το φαγητό μας ήταν ψωμί βρεγμένο με πασπαλισμένη ζάχαρη ή κριθαρένιο καφέ. Αργότερα, μαζί με τον μεγαλύτερο αδελφό μου, τρώγαμε στα συσσίτια για παιδιά που οργάνωνε η Πρόνοια, στο χώρο του Αλλατζά Ιμαρέτ. Βέβαια, με είχε βρει και η αδενοπάθεια, όπως τα περισσότερα παιδιά τότε της πόλης μας. Ένα διάστημα, στην ηλικία των εννέα χρόνων, αρχίσαμε με τον αδελφό μου να βοηθάμε κάπως την οικογένεια, τους καλοκαιρινούς μήνες, είτε πουλώντας στην αγορά της οδού Ερμού τσαντάκια νάιλον για κοριτσάκια, είτε σαν παιδιά κουρείου, ξεσκονίζοντας με βούρτσα τις τρίχες από τις πλάτες των πελατών του κουρείου.

Τα παιδικά παιχνίδια της εποχής ήταν τα περισσότερα ομαδικά, στα οποία άλλοτε μετείχα, άλλοτε όχι, προτιμώντας να σκαλίζω την αλάνα, ζωγραφίζοντας πότε αεροπλάνα, πότε βαπόρια, σπίτια ή ό, τι άλλο με εντυπωσίαζε. Ήταν οι πρώτες προσπάθειές μου στη ζωγραφική, που συνέχισα μετά στις σελίδες των βιβλίων και στα κίτρινα πρόχειρα τετράδια του Δημοτικού Σχολείου. Η πρώτη επιβράβευσή μου στη ζωγραφική ήταν από τη δασκάλα μου στην Α΄ Δημοτικού, που έδειχνε στους συμμαθητές μου πόσο ωραία ζωγράφισα το μήλο δίπλα από το γράμμα Μ ή το αχλάδι και το καρπούζι δίπλα από τα γράμματα Α και Κ. Ήταν η δασκάλα που είπε στη μητέρα μου «Ο γιος σας θα στολίσει κάποτε το σπίτι σας με πίνακες!». Και αυτό, πράγματι έγινε.

Η εφηβεία μάς βρήκε σε καλύτερες οικονομικές συνθήκες για την οικογένεια, αφού ο πατέρας έπιασε δουλειά στον Ο.Α.Σ.Θ. Στο σχολείο δεν ήμουν και ο καλύτερος μαθητής, αφού δεν αγαπούσα τα μαθηματικά, αλλά ήμουν αξεπέραστος στα καλλιτεχνικά, στην ωδική και αρκετά καλός στα μαθήματα των ανθρωπιστικών σπουδών. Είχα δείξει και κάποιο ταλέντο στην υποκριτική, όταν στη δευτέρα του Γυμνασίου, στις θερινές κατασκηνώσεις των σχολείων, στην Επανομή, είχα εκπροσωπήσει το Γ΄ Γυμνάσιο, το σχολείο μου, ανεβάζοντας μία θεατρική παράσταση, δικής μου έμπνευσης και σκηνοθεσίας, μοιράζοντας ρόλους στους συμμαθητές μου, παίζοντας φυσικά εγώ τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Εντυπωσιακό, αφού το σχολείο μας πήρε τη βράβευση και, από την άλλη μέρα, είχα γίνει διάσημος στη σχολική κατασκήνωση.

Δύσκολα λοιπόν και πονεμένα τα παιδικά μου χρόνια και πολλά άλλα οδυνηρά μου έρχονται στον νου, των οποίων όμως τις άσχημες θύμισες ευτυχώς απάλυνε η αγάπη των γονιών μου.

Β.Π.: Στη σημερινή Θεσσαλονίκη, τι σας αρέσει και τι απεχθάνεστε;

Δ.Ι.: Μου αρέσει και θαυμάζω την πόλη όπου γεννήθηκα, μεγάλωσα, αντρώθηκα και δημιούργησα ό, τι ως τώρα έχω καταφέρει. Μία πόλη, πολυπολιτισμική ως τα χθες, 2.300 και πλέον χρόνων, δεν είναι δυνατόν να μη συναρπάζει με την τόσο λαμπρή και ενδιαφέρουσα ιστορία της. Στέκεσαι ευλαβικός προσκυνητής μπροστά της. Πέρα όμως απ' αυτό, μου αρέσει η θέση της στην κατάληξη του Θερμαϊκού κόλπου, η παραλία της, η αμφιθεατρική δομή της, τα κάστρα που την περιβάλλουν και τα βυζαντινά μνημεία της, αλλά και το πράσινο του Κέδρινου λόφου [Σέιχ-σου], που τη στεφανώνει. Έτσι, δεν μπορώ να πω ότι υπάρχουν πολλά στη Θεσσαλονίκη που απεχθάνομαι, μια και η έννοια αυτής της λέξης μου φαίνεται αρκετά βαριά. Όμως, η καλυτέρευση της πολύ άσχημης συγκοινωνίας της, σε μέσα και θέματα οργάνωσης, η συντόμευση της παράδοσης ενός σύγχρονου μετρό, με τις αρχαιότητες που βρέθηκαν να παραμένουν στη θέση τους, καθώς και μια θαλάσσια συγκοινωνία με τα παράκτια χωριά της, θα αναβάθμιζαν πολύ την πόλη μας και δικαίως θα έφερε τον τίτλο της νύμφης του Θερμαϊκού και της πρωτεύουσας των Βαλκανίων.

Σε απάντηση δε της βαριάς, κατά τη γνώμη μου, λέξης απεχθάνεστε, ένα έχω να απαντήσω κι αυτό είναι ότι απεχθάνομαι τη ρύπανση των μνημείων της πόλης, από ανεγκέφαλους, που δεν καταλαβαίνουν το κακό που κάνουν.

Β.Π.: Κατάγεστε από τον Σκοπό της Ανατολικής Θράκης, γι αυτό και το βιβλίο σας, «1914-1920 εν Σκοπώ Αν. Θράκης». Σημειώνω ότι είναι μία ερευνητική δουλειά χρόνων. Θα θέλατε να μας μιλήσετε γι' αυτό;

Δ.Ι.: Η συγγραφή του έργου μου βασίζεται αποκλειστικά στα όσα γνώριζα από τις διηγήσεις τόσο του παππού μου όσο και των άλλων συγγενών μου και έγινε κυρίως, για να γνωρίσουν τα παιδιά και τα εγγόνια μου τις ρίζες και τους προγόνους τους. Η δική μου συμβολή αποσκοπούσε στην όσο δυνατόν καλύτερη απόδοση των γεγονότων και τις καθημερινότητας των κατοίκων του χωριού, με τρόπο που να διαβάζεται ως μυθιστόρημα, ώστε να τραβά το ενδιαφέρον των αναγνωστών. Όμως, για να έχει και ιστορικό χαρακτήρα, θα έπρεπε, οπωσδήποτε, να κάνω έρευνα για τη διασταύρωση τουλάχιστον της αλήθειας των όσων γνώριζα, καθώς και για την εξακρίβωση ιστορικών γεγονότων σχετικών με τα περιγραφόμενα στο βιβλίο μου. Η έρευνα φυσικά απαιτούσε πράγματι αρκετό χρόνο. Έπρεπε να ξαναμιλήσω με συγγενικά πρόσωπα, να κάνω τουλάχιστον τρία ταξίδια στον Σκοπό της Αν. Θράκης για τη συλλογή πληροφοριών, να βρω το προγονικό μου σπίτι, να συνομιλήσω με γέροντα Τούρκο, γείτονα και παιδικό φίλο του πατέρα μου, που με πολλή συγκίνηση με υποδέχτηκε και με ξενάγησε στα ενδότερα του σπιτιού μου και σ' όλον τον περιβάλλοντα χώρο του. Έπρεπε να εξοικειωθώ με την «ντοπιολαλιά» και να την διαμορφώσω κάπως, ώστε έτσι να γίνεται κατανοητή από τον κάθε αναγνώστη. Να επισκεφτώ τον Νέο Σκοπό, κύριο τόπο εγκατάστασης των απελαθέντων κατοίκων του Σκοπού Αν. Θράκης, να συνομιλήσω με τους κατοίκους και να μάθω δικά τους ακούσματα, να επισκεφτώ τη βιβλιοθήκη του πολιτιστικού συλλόγου «ΟΡΦΕΑΣ» και να συλλέξω κάθε είδους πληροφορία σχετικά με τα ήθη και έθιμα του τόπου.

Αν, λοιπόν, ληφθεί υπόψη ότι δεν είμαι κατ' επάγγελμα συγγραφέας, αλλά έχω και άλλες πολλές ασχολίες και ενδιαφέροντα, σίγουρα δικαιολογείται η επίπονη και μακρόχρονη (5ετής) διάρκεια συγγραφής αυτού του έργου.

Β.Π.: Είναι μοναχική η πορεία ενός συγγραφέα-ερευνητή; Πότε αντιληφθήκατε ότι το έργο σας ολοκληρώθηκε;

Δ.Ι.: Αν κρίνω από τη δική μου πορεία, τόσο στις έρευνες που έγιναν για την ιστορική αλήθεια όσο και στη συγγραφή του έργου μου, πιστεύω πως πράγματι είναι μοναχική η πορεία ενός συγγραφέα-ερευνητή. Ο χρονικός προσδιορισμός του έργου μου, μεταξύ των ετών 1914-1920, δηλώνει όσα γνώριζα και ήθελα να γράψω για την περίοδο αυτή, την οποία πιστεύω πως, κατά το δυνατό, εξάντλησα και ολοκλήρωσα. Όμως, θεωρώ ότι θα έχει ολοκληρωθεί πληρέστερα το έργο μου, εάν μπορέσω στο μέλλον, με το θέλημα του Θεού, να εξιστορήσω την πορεία της εξόδου των προγόνων μου, από την απέλασή τους από την Αν. Θράκη (1922) και την εγκατάστασή τους στον Ελλαδικό χώρο.

Β.Π.: Πιστεύετε ότι στον συγγραφικό χώρο ξεχωρίζουν πάντα οι καλύτεροι ή εκείνοι που γνωρίζουν πολύ καλά το παιχνίδι των δημοσίων σχέσεων;

Δ.Ι.: Νομίζω πως συμβαίνουν και τα δύο. Σε όλες τις δραστηριότητες, αλλά κυρίως στα γράμματα και στις τέχνες, οι καλύτεροι σχεδόν πάντα δικαιώνονται και αναγνωρίζονται. Ωστόσο, και άλλοι που διαχειρίζονται πολύ καλά το παιχνίδι των δημοσίων σχέσεων, βρίσκονται πολύ συχνά στο κέντρο των συζητήσεων και αποκτούν μία αναγνώριση που, πολλές φορές, δεν την αξίζουν.

Β.Π.: Όταν κάποτε ρώτησαν τον Ντισραέλι, υπουργό εξωτερικών της Αγγλίας, ποιες είναι οι τρεις κυριότερες επενδύσεις για μια χώρα, απάντησε: η παιδεία, η παιδεία, η παιδεία. Τι πιστεύετε ότι φταίει και οι πολιτικοί μας δεν αντιμετωπίζουν τον χώρο της παιδείας με σοβαρότητα και υπευθυνότητα;

Δ.Ι.: Νομίζω πως το πρόβλημα των πολιτικών μας είναι πως όλα τα μετρούν με γνώμονα το γρήγορο και εύκολο οικονομικό και πολιτικό όφελος, το χρήμα, το κέρδος. Πιστεύουν πως η παιδεία και ο πολιτισμός -για μένα συνυφασμένες απολύτως έννοιες- που προσφέρουν μακροπρόθεσμα οφέλη, δεν πρέπει να είναι της άμεσης προτεραιότητάς τους. Έτσι, οι επενδύσεις σε έργα παιδείας και πολιτισμού, συνήθως τάσσονται σε δεύτερη, τρίτη ή τέταρτη προτεραιότητα, διότι το κέρδος σε τέτοιου είδους επενδύσεις δεν είναι άμεσα ορατό. Και αυτό πράγματι είναι μεγάλο σφάλμα και πονάει πολύ. Θα έπρεπε όλοι οι πολιτικοί μας να έχουν ασπασθεί τις αντιλήψεις του Ντισραέλι.

Β.Π.: Πώς μπορεί να σας κερδίσει ένας άνθρωπος; Τι πρέπει να κάνει για να το καταφέρει αυτό;

Δ.Ι.: Ειλικρινά, με κερδίζουν οι άνθρωποι που μου χαμογελούν. Και πιστεύω πως, ευτυχώς, έχω την ικανότητα να διακρίνω το ειλικρινές και καλοσυνάτο χαμόγελο από το υποκριτικό, το σκόπιμο και το ιδιοτελές. Ξεχωρίζω εύκολα το χαμόγελο που αντανακλά στη ματιά την καλοσύνη από το χαμόγελο που υποκρύπτει, αποκλειστικά και μόνο, την κακή διάθεση και το ατομικό συμφέρον.

Β.Π.: Υπάρχει για εσάς κάτι σαν απωθημένο;

Η λέξη αυτή έχει πολυδιάστατη έννοια. Και αν την πάρουμε με την έννοια μιας ανεκπλήρωτης επιθυμίας, πιστεύω ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν τα απωθημένα τους. Προσωπικά, μπορώ να πω ότι από μικρός ήθελα να γίνω ηθοποιός. Οι συνθήκες όμως της ζωής και οι ανάγκες και κατευθύνσεις της οικογένειας με δρομολόγησαν αλλού. Αν την δούμε τη λέξη αυτή με την έννοια της απώθησης, επειδή πιστεύω πως η απληστία είναι το μεγαλύτερο κακό και η αιτία πολλών δεινών στους ανθρώπους, φρόντιζα πάντα στη ζωή μου να μην έχω καλές σχέσεις μαζί της. Είμαι ολιγαρκής και η λέξη απληστία είναι το απωθημένο μου.

Β.Π.: Πείτε μου κάτι που σας δημιουργεί αισιοδοξία.

Δ.Ι.: Οι νέοι άνθρωποι, η νέα γενιά. Σίγουρα, με τις καινοτόμες ιδέες τους, την εξοικείωσή τους με τις νέες τεχνολογίες, την πληρέστερη κατάρτισή τους, την αγάπη που δείχνουν για πολλές μορφές και εκφάνσεις του πολιτισμού, αλλά και με τη δυναμική τους, πιστεύω και αισιοδοξώ πως θα δημιουργήσουν ένα καλύτερο αύριο για την ανθρωπότητα. Βέβαια, με την απαραίτητη προϋπόθεση της τήρησης και όχι του εξοστρακισμού βασικών ηθικών αρχών.

Β.Π.: Κλείνοντας, κε Ιωαννίδη, πιστεύετε στο «μηδένα προ του τέλους μακάριζε»;

Δ.Ι.: Βεβαιότατα. Είναι μια άκρως αληθινή ρήση του Έλληνα φιλοσόφου και νομοθέτη, του Σόλωνα του Αθηναίου, που πρέπει όλοι, μα όλοι, και πάντα να έχουμε στον νου. Τα παραδείγματα πολλά και αμέτρητα. Είδαμε πολιτικούς και ισχυρούς άντρες να κατακρημνίζονται και να γίνονται θύματα εξαγριωμένου όχλου (Καντάφι, Μουσολίνι κ.ά), μεγιστάνες του πλούτου να πέφτουν σε κατάσταση φτώχειας και ευτυχισμένους ανθρώπους από τη μια στιγμή στην άλλη, με μια οικονομική αναποδιά ή μια ασθένεια ή ένα άτυχο συμβάν, να γεύονται τη δυστυχία. Και πάρα πολλά άλλα... που αποκαλύπτουν τη μεγάλη αλήθεια του Σόλωνα. Άλλωστε, μας το λέει και η Εκκλησία μας, με το «πλούσιοι, πτώχευσαν και επείνασαν...».