Music

Συνέντευξη με τη συγγραφέα Νατάσσα Καραμανλή

2022-06-30

"Η επίγνωση του θανάτου μπορεί να μας οδηγήσει σε μια γεμάτη και δημιουργική ζωή"

    • Επιμέλεια: 
    • Βασιλική Β. Παππά
    • vpappa@cultmagz.com
    • Η Νατάσσα Καραμανλή, ασχολείται με τη συγγραφή από τα παιδικά της χρόνια. Παρακολούθησε σεμινάρια δημοσίων σχέσεων και μάρκετινγκ στην Αμερική, καθώς και το πρόγραμμα σπουδών Element of Theatre and Dramatic Literature, στο Ohio State University. Αργότερα, απέκτησε Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Ειδίκευσης στη Θεατρική Αγωγή από το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο. Η κουβέντα μαζί της έγινε με αφορμή την έκδοση του πρώτου μυθιστορήματός της που φέρει τον τίτλο "Βαριάντα". Πρόκειται για ένα βιβλίο που διαβάζεται απνευστί, που σε κρατάει σε μια διαρκή εγρήγορση. Ένα μυθιστόρημα που βασίζεται σε αληθινές ιστορίες γυναικών που βίωσαν τη βία από τους συντρόφους τους. Αλλά καλύτερα, ας δώσουμε το λόγο στην κυρία Καραμανλή, προκειμένου να τοποθετηθεί για το πόνημά της και όχι μόνο..

  • Β.Π.: «Εκείνοι που μας παίδεψαν βαραίνουν μέσα μας πιο πολύ», αναφέρει κάπου ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος. Στη δική σας περίπτωση ποιοι είναι αυτοί;
  • Ν.Κ.: Δεν υπάρχει άνθρωπος επί γης που δεν έχει βιώσει το συναίσθημα που περιγράφει ο Ντίνος Χριστιανόπουλος. Παιδεύουμε και παιδευόμαστε από τη στιγμή που αρχίζουμε να αντιλαμβανόμαστε τους γύρω μας, τις σχέσεις, τους φίλους και τους αγαπημένους μας. Κουβαλάμε τέτοιους βράχους πολύ συχνά. Άλλοτε είμαστε ολόκληροι καμωμένοι από δαύτους. Οι δικοί μου βράχοι είναι οι λέξεις σε κάποια πρόσωπα, εκείνα που δεν πρόλαβα να πω αλλά κι εκείνα που δεν θα έπρεπε να έχω ξεστομίσει.
  • Β.Π.: Θα θέλατε να μας περιγράψετε το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώσατε;
  • Ν.Κ.: Μεγάλωσα πολύ όμορφα. Τα παιδικά μου χρόνια ήταν ανέμελα, ανέφελα. Ήμουν το πρώτο παιδί, το μοναδικό κορίτσι σε μια πενταμελή οικογένεια. Η μητέρα μου ήταν πανέμορφη κι είχε την ικανότητα να φωτίζει τις μέρες και τις νύχτες μας σαν παρήγορος φάρος. Ακόμη αναρωτιέμαι πώς προλάβαινε τα πάντα, δίχως να δείχνει ποτέ της κουρασμένη, δίχως να παραπονιέται. Στα μάτια μας έμοιαζε με μαγική φιγούρα. Έμαθε τα πάντα σε μένα και στα δυο μου αδέρφια, μας μετέδωσε την αγάπη για τα βιβλία, για το διάβασμα. Για την ίδια τη ζωή. Ο πατέρας μου, από την άλλη, μας εμφύσησε την αγάπη για τη φύση, τη θάλασσα και τη μουσική, αλλά και για τις λέξεις. Αντιπαθούσε τη δημοτική, έπαιζε κιθάρα και ήταν δεινός αφηγητής, σχεδόν ρήτορας. Αναπολώ συχνά εκείνα τα χρόνια, ήταν χρόνια ατόφιας και κρουστής αγάπης, ήταν χρόνια που άξιζε να τα ζήσω, χρόνια που δεν θα άλλαζα.
  • Β.Π.: Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο σας που φέρει τον τίτλο «Βαριάντα». Θα θέλατε να μας μιλήσετε γι' αυτό;
  • Η «Βαριάντα» είναι το πρώτο μου μυθιστόρημα και κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις Ψυχογιός. Είναι βασισμένο στις αληθινές ιστορίες τριών γυναικών που βίωναν για καιρό συστηματική κακοποίηση από τους συντρόφους τους. Το βιβλίο μπορεί να ακούγεται πως κινείται σε ένα κοινωνικό πλαίσιο, μα φέρει και στοιχεία crime. Η «Βαριάντα» κυκλοφόρησε σε μια εποχή που η κοινωνία μας δέχεται βαριά πλήγματα. Τα σημάδια γύρω μας είναι αδιαπραγμάτευτα. Βαλλόμαστε από εικόνες φρίκης, άπλετης βίας, βαναυσότητας, σκληρότητας και αδικαιολόγητης αδιαφορίας. Η κλειδαρότρυπα από την οποία αντικρίζουμε τον κόσμο στάζει πολύ συχνά αίμα κι εμείς τείνουμε προς την ανοσία. Συνηθίζουμε, κι αυτή είναι μια τραγική συνειδητοποίηση. Οι ηρωίδες που κατοικούν στη «Βαριάντα» αν και κακοποιημένες, δεν προτίθενται να μιλήσουν για μια ακόμη ιστορία στο πλαίσιο του #metoo, ούτε για κάποια ακόμη περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας, δεν είναι αυτός ο σκοπός τους και σαφώς ούτε του βιβλίου. Οι γυναίκες αυτές φωνάζουν γιατί θέλουν να ακουστούν, γιατί επιβάλλεται να ακουστούν, γιατί ο κόσμος πρέπει να ταρακουνηθεί, να ξεβολευτεί, να γυρίσει ανάποδα αν χρειαστεί για να πραγματώσει την αλλαγή. Όλα μπορούν να βελτιωθούν, αρκεί να έχουμε εμείς τη θέληση να αλλάξουμε.
  • Β.Π.: Τι είναι η συγγραφή για εσάς;
  • Ν.Κ.: Αρχικά είναι ένας κώδικας επικοινωνίας με τον εσώτερο εαυτό μου. Όσοι με γνωρίζουν ξέρουν πως δεν μιλάω πολύ. Ούτε χωρίς αιτία. Ίσως αυτός ο λόγος στάθηκε ένα κίνητρο για εκείνο που εξελίχθηκε σε συγγραφή. Η ανάγκη να μιλήσω για όλα εκείνα που δεν έκανα φράσεις. Αυτό σε πρώτο επίπεδο. Σε ένα δεύτερο, θεωρώ πως η ενασχόληση με τη συγγραφή είναι ένας πολύ ωραίος τρόπος για να αγνοεί κανείς τις ραδιουργίες της ζωής.
  • Β.Π.: Ποιος ο λόγος να γράφει κανείς σήμερα; Κίνητρο οικονομικό δεν υπάρχει. Είναι μήπως πράξη προσωπικής αντίστασης και παρηγοριάς;
  • Ν.Κ.: Το οικονομικό κίνητρο, τουλάχιστον στη χώρα μας, αφορά πολύ λίγους, για την ακρίβεια ελάχιστους συγγραφείς, οι οποίοι καταφέρνουν να βιοπορίζονται από αυτό που οι υπόλοιποι αντιμετωπίζουμε ως χόμπι ή ως μια λυτρωτική ενασχόληση. Η συγγραφή μπορεί να αποτελέσει και πράξη αντίστασης και παρηγοριά και καταφύγιο. Εντούτοις, αν κι αυτά ανάγονται σε προσωπικό επίπεδο, ο συγγραφέας δεν είναι και οφείλει να μην είναι ένα πλάσμα αποκομμένο από τον κόσμο και την κοινωνία. Κάθε συγγραφέας μπορεί να υπηρετεί πρώτα απ' όλα την τέχνη του, προσφέροντας όχι μόνον κόσμους διαφυγής από την «πραγματικότητα» αλλά εναλλακτικές θεάσεις της ζωής, της κοινωνίας, ακόμη και της ιστορίας.
  • Β.Π.: Ποια είναι η χειρότερη κριτική που έχει γραφτεί για τη δουλειά σας και αντίστοιχα η καλύτερη; Λαμβάνετε υπόψη σας την αρνητική κριτική ή ασπάζεστε την άποψη: «Ό, τι δεν με σκοτώνει με κάνει πιο δυνατό»;
  • Ν.Κ.: Δεν υπάρχει καλό δίχως κακό και το αντίστροφο. Είναι αναμενόμενο αυτό κι αναπόφευκτο ταυτόχρονα. Ειλικρινά δεν θυμάμαι πια ήταν η χειρότερη κριτική για τη δουλειά μου, σαφώς υπήρξε, χρόνια πριν και σας βεβαιώνω πως ήταν πολύ κακοπροαίρετη, αλλά εφόσον δεν στάθηκε ικανή να με σκοτώσει, το μυαλό μου την έχει αποβάλλει εδώ και καιρό. Όσον αφορά τις καλές, αισθάνομαι πολύ χαρούμενη που υπάρχουν κι αποτελούν μια βαθιά ανάσα, ένα φιλικό χτύπημα στην πλάτη πως κάτι κάνω καλά.
  • Β.Π.: Τα λογοτεχνικά έργα που εμπεριέχουν το συναίσθημα «αγγίζουν» τους αναγνώστες. Πώς όμως δικαιολογείται ο ισχυρισμός αυτών που υποστηρίζουν ότι το συναίσθημα «σκοτώνει» την τέχνη;
  • Ν.Κ.: Το συναίσθημα δεν μπορεί να σκοτώσει την τέχνη. Είναι οξύμωρο αυτό. Η τέχνη για υπάρξει έχει ανάγκη το συναίσθημα και μάλιστα στον μέγιστο βαθμό. Η ζωή, ο θάνατος κι αναμεσίς η Τέχνη, όπως δήλωσε ο Νίκος Εγγονόπουλος .Η τέχνη ξεκινά και τρέφεται από το συναίσθημα του καλλιτέχνη και αυτό έχει την ικανότητα να ξυπνά παρόμοια συναισθήματα και στον αποδέκτη. Όσο κι αν οι αδήριτοι νόμοι που διέπουν την καθημερινότητά μας στραγγαλίζουν συχνά τη γέννηση των συναισθημάτων στο όνομα μιας σκληρής πραγματικότητας, υπάρχουν πάντα οι χαραμάδες, οι μικρές ατραποί της τέχνης στις οποίες καταφεύγουμε. Δεν πρέπει, ωστόσο να συγχέουμε το συναίσθημα με την συγκίνηση και δη, με εκείνη που έρχεται εκβιαστικά, που έχει στόχο να επιφέρει δάκρυ και οδύνη στον αναγνώστη, απλά και μόνο για να αιχμαλωτίσει το ενδιαφέρον του, για να κατακτήσει την ψυχή του.
  • Β.Π.: Τι λέτε ότι η Τέχνη δεν είναι παρά ένα αντίδοτο στο φόβο του ανθρώπου για το θάνατο;
  • Ν.Κ.: Νascentes morimur, ο θάνατος βρίσκεται στο κατόπι μας από τη στιγμή που ερχόμαστε στον κόσμο. Η κατάφαση στην αμφισημία της ύπαρξης, αυτή που θα μας επιτρέψει να ζήσουμε, είναι η τέχνη σε κάθε της έκφανση. Αυτή κι ο έρωτας είναι τα μόνα αντίδοτα στον θάνατο. Μόνο αυτά απομακρύνουν έστω και παροδικά αυτόν τον φόβο. Ο Ίρβιν Γιάλομ θεωρεί ότι η επίγνωση του θανάτου μπορεί να μας οδηγήσει σε μια γεμάτη και δημιουργική ζωή. Κι είναι πολύ δύσκολο να φανταστούμε πώς θα μπορούσαμε να ζήσουμε μια δημιουργική ζωή δίχως την παρουσία της τέχνης γύρω μας.
  • Β.Π.:.Αν σας ρωτούσα ποιοι συγγραφείς σας αγγίζουν πολύ, ποιους θα αναφέρατε;
  • Ν.Κ.: Κατά βάση οι Λατινογενείς συγγραφείς. Κατέχουν έναν υπόγειο, υφέρποντα λυρισμό που με συναρπάζει. Ως βασιλιά αυτής της «σχολής» αν θέλετε, ξεχωρίζω τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες.
  • Β.Π.: Όλοι μας τους τελευταίους μήνες βιώνουμε μια περιπέτεια, την επέλαση του Covid στη ζωή και την καθημερινότητά μας. Πολλοί συνάνθρωποί μας έχασαν τη ζωή τους ενώ άλλοι «παλεύουν» ακόμη με αυτό τον ύπουλο εχθρό. Για σας τι αξίζει περισσότερο τελικά στη ζωή κυρία Καραμανλή;
  • Ν.Κ.: Οι στιγμές και δεν έχει καμία σημασία αν θα είναι λιγοστές ή δεν θα έχουν διάρκεια. Αυτή είναι η ευκαιρία μας, γι' αυτές τις στιγμές ξοδεύουμε μια ζωή κυνηγώντας την ουτοπία της «ευτυχίας», ενώ ουσιαστικά είναι στο χέρι μας η δημιουργία της.