Συνέντευξη με την ποιήτρια Αντωνία Μπατσαλή

2019-07-15

 Επιμέλεια:

Βασιλική Β.Παππά

vas_nikpap@yahoo.gr


Η Αντωνία Μπατσαλή γεννήθηκε στην Κριθιά Θεσσαλονίκης. Από μικρή ήθελε να γίνει νηπιαγωγός, μια καριέρα που ξεκίνησε αλλά τη σταμάτησε γιατί πολύ νωρίς δημιούργησε τη δική της οικογένεια. Η δίψα για μάθηση όμως δε σταματάει ποτέ κι έτσι η αγάπη της για τα βιβλία και το διάβασμα τη βοήθησαν να αποκτήσει το πτυχίο Βιβλιοθηκονομίας.

Στην εφηβεία ένιωσε έντονα την ανάγκη να εκφράσει τα συναισθήματά της μέσα από τη γραφή κι έτσι άρχισαν να γεννιούνται τα πρώτα της ποιήματα. Από παιδί λάτρευε τα παραμύθια, να τα ακούει, να τα διαβάζει και να τα αφηγείται. Η σύμπραξη όλων αυτών που αγαπά, τα παιδιά, τα βιβλία, η ποίηση και τα παραμύθια της ξυπνούν ένα νέο όνειρο. Το όνειρο να γίνει Παραμυθού!

Είναι ιδρυτικό μέλος της καλλιτεχνικής πολιτιστικής ομάδας "Παραμυθωνία" και έχει συμμετάσχει σε αρκετά Φεστιβάλ αφήγησης και εκδηλώσεις που αφορούν το παιδί.

Ποιήματά της έχουν διακριθεί και βραβευθεί σε πανελλήνιους διαγωνισμούς και εκδόθηκαν σε ανθολόγια λογοτεχνικών κειμένων.

Β.Π.: Κυρία Μπατσαλή, να ξεκινήσουμε τη συνέντευξη με το πρώτο στοιχείο του βιογραφικού σας. Γεννηθήκατε στα περίχωρα της Θεσσαλονίκης, στην Κριθιά. Τι είναι εκείνο που σάς έρχεται πρώτο ως εικόνα όταν σκέφτεστε την παιδική σας ηλικία;

Α.Μ.: Το ξένοιαστο παιχνίδι! Ώρες ατελείωτες στους δρόμους του χωριού, τότε που σπάνια περνούσε αυτοκίνητο, να παίζουμε καταμεσής χωρίς φόβο. Τότε που δεν υπήρχε παντού άσφαλτος, ούτε ψηλοί μαντρότοιχοι, τα σπίτια ήταν μικρά αλλά γεμάτα πάντα με ανθρώπους... Πολλές, μοναδικές, υπέροχες εικόνες ανεξίτηλες στο χρόνο.

Β.Π.: Εκτός από τις αρχές και τις αξίες που σας εμφύσησαν οι γονείς σας, υπάρχει κάτι που έχει ιδιαίτερη βαρύτητα για σας και που είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με εκείνους;

Α.Μ.: Οι γονείς μου ήταν απλοί, καλόκαρδοι άνθρωποι. Η μάνα μου πάντα με ένα χαμόγελο και με έναν καλό λόγο στα χείλη και ο πατέρας μου ήταν άνθρωπος γλεντζές και έξω καρδιά. Ήταν αγαπημένο ζευγάρι. Θυμάμαι τον πατέρα μου να κάθεται στο ξύλινο τραπέζι της κουζίνας, να χτυπά ρυθμικά τα δάχτυλά του και να σκαρώνει στίχους και τραγούδια. Μας έλεγε ιστορίες και ανέκδοτα... Πιστεύω ότι η συγγραφή και η αφήγηση είναι κληροδότημα δικό του.

Β.Π.: Πρόσφατα διάβασα το βιβλίο σας με τίτλο «Όταν γεννάει ο λογισμός». Τι σάς ενέπνευσε και πώς προέκυψε ο τίτλος του;

Α.Μ.: Το βιβλίο μου «Όταν γεννάει ο λογισμός» είναι η πρώτη μου ποιητική συλλογή, που κυκλοφόρησε φέτος από τις εκδόσεις Άρωμα. Είναι μια επιλογή από ποιήματα, που με αγγίζουν περισσότερο, ποιήματα τριάντα χρόνων που άρχισαν να γράφονται από τα πρώτα χρόνια της εφηβείας μέχρι σήμερα. Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο περιέχονται τα υπαρξιακά ποιήματα και στο δεύτερο τα ερωτικά. Η έμπνευση για να γράψεις ένα ποίημα μπορεί να προέλθει από ένα βίωμα, ένα συναίσθημα, ένα άκουσμα, μία λέξη, μία εικόνα, ένα ανάγνωσμα... Πιστεύω ότι όλοι μας κρύβουμε έναν ποιητή μέσα μας κι ας μην το παραδεχόμαστε. Η αγάπη, η μοναξιά, η θλίψη, η απώλεια, η αμφιβολία, η χαρά, η ελπίδα... ερωτοτροπούν με το λογισμό μας κι αυτός κοιλοπονά... γεννάει λέξεις, γεννάει ποιήματα. Έτσι προέκυψε και ο τίτλος του βιβλίου.

Β.Π.: Με τη συγγραφή εκτίθεται η ψυχή του ποιητή. Εξαιτίας αυτού, έχετε αισθανθεί πιο ευάλωτη στα μάτια των οικείων σας προσώπων;

Α.Μ.: Η ποίηση φανερώνει αλήθειες που κρύβει η ψυχή. Τα οικεία πρόσωπα, οι άνθρωποι που με αγαπάνε, γνωρίζουν αυτές τις αλήθειες μου, άρα δεν αισθάνθηκα πιο ευάλωτη στα μάτια τους. Οι αλήθειες αυτές τώρα πια εκτέθηκαν και σε μάτια όχι τόσο οικεία, μάτια άγνωστα που προσπαθούν να με γνωρίσουν μέσα από αυτές και χαίρομαι γι αυτό, γιατί ίσως ανακαλύψουν και δικές τους αφανέρωτες αλήθειες.

Β.Π.: Τι δώρα πιστεύετε ότι σας έχει χαρίσει η ποίηση;

Α.Μ.: Τα δώρα της ποίησης είναι αστείρευτα. Άρχισα να γράφω από πολύ μικρή, αλλά στα χρόνια της εφηβείας μου χάρισε ένα μεγάλο ξελάφρωμα. Ένιωθα μόνιμα έναν κόμπο στο στήθος... Σκέψεις, προβληματισμοί, υπαρξιακές αγωνίες, τα πρώτα σκιρτήματα του έρωτα... με βάραιναν κι έτσι άρχισα να γράφω. Πάνω σε ένα φύλλο χαρτιού ελευθερωνόταν οι λέξεις που ήταν εγκλωβισμένες στο λογισμό μου κι αυτό κράτησε χρόνια και κρατάει μέχρι και σήμερα. Ξελάφρωμα, ανακούφιση, ξέσπασμα, δύναμη, ελπίδα, ηρεμία, αισιοδοξία, ευτυχία είναι κάποια από τα πολύτιμα δώρα της ποίησης.

Β.Π.: Πολλοί είναι εκείνοι που ισχυρίζονται ότι ο δημιουργός δεν έχει ανάγκη να επικοινωνεί και να γνωρίζει το αναγνωστικό του κοινό. Ποια η προσωπική σας άποψη;

Α.Μ.: Πιστεύω ότι ο δημιουργός έχει ανάγκη να επικοινωνεί με το αναγνωστικό του κοινό, όπως και το κοινό έχει ανάγκη να επικοινωνεί με το δημιουργό. Είναι μια αμφίδρομη σχέση. Η επικοινωνία αυτή βοηθάει και τους δυο και λαμβάνει ο καθένας από τη μεριά του αυτό που χρειάζεται. Προσωπικά θα θελα οι αναγνώστες να επικοινωνούν μαζί μου, να μου λένε την άποψη τους, τι ένιωσαν όταν διάβασαν τα ποιήματα, αν κάποιο τους άγγιξε περισσότερο κι έτσι να τους γνωρίσω κι εγώ.

Β.Π.: Μπορείτε να σκιαγραφήσετε το πορτρέτο του αναγνώστη που θα τον αγγίξει περισσότερο η ποίησή σας;

Α.Μ.: Ο αναγνώστης της ποίησης είναι άνθρωπος με ευαισθησίες και αναζητήσεις. Πιστεύω ότι η ποίηση μου είναι κατανοητή από τους περισσότερους και δεν απευθύνεται σε περιορισμένο κοινό. Απλά λόγια σε απλούς ανθρώπους. Βέβαια κάποια κρύβουν βαθιά νοήματα και ίσως στην αρχή να φαίνονται ακατανόητα, αλλά με μια δεύτερη ανάγνωση πιστεύω ότι γίνονται κατανοητά. Εύχομαι όποιος διαβάσει τα ποιήματά μου να βρει μέσα από αυτά κάτι που να τον αγγίξει και να τον βοηθήσει να εξωτερικεύσει δικές του μύχιες εσωτερικές σκέψεις και συναισθήματα. Όπως έγραψε και ο Πάμπλο Νερούδα «Η ποίηση δεν ανήκει σε αυτούς που τη γράφουν, αλλά σε αυτούς που την έχουν ανάγκη»

Β.Π.: Τι είναι αυτό που κάνει ένα έργο να αντέχει στο χρόνο; Και είναι ζητούμενο αυτό για έναν ποιητή τελικά;

Α.Μ.: Ένα έργο είναι διαχρονικό όταν συνεχίζει με την πάροδο του χρόνου να αγγίζει εσωτερικές χορδές. Πιστεύω ότι όταν γράφει κάποιος, δε γράφει με γνώμονα το έργο του να αντέξει στο χρόνο, δεν είναι αυτό το ζητούμενό του. Γράφει για να εκφράσει αυτό που νιώθει και μέσα από λίγους στίχους να μεταδώσει πολλές σκέψεις. Τώρα αν αυτές οι σκέψεις του είναι διαχρονικές ακόμη το καλύτερο και γι αυτόν και για το αναγνωστικό κοινό.

Β.Π.: Σήμερα, εν σχέση με παλιότερα οι πόρτες των εκδοτικών οίκων ανοίγουν πάρα πολύ δύσκολα για ένα νέο δημιουργό. Παρ' όλα αυτά όμως, πολλοί νέοι ποιητές έχουν δυναμική παρουσία στα social media, κινoύνται αυτόνομα και συσπειρώνουν κόσμο όπως γινόταν παλιότερα. Κατά τη γνώμη σας όμως, οι παλιοί αποδέχονται τους καινούργιους;

Α.Μ.: Στις μέρες μας δυστυχώς η ποίηση διαβάζεται λιγότερο, αλλά ευτυχώς συνεχίζουν να γράφουν όλο και περισσότεροι και ευτυχώς υπάρχουν εκδοτικοί οίκοι, όπως ο εκδοτικός οίκος Άρωμα, που εμπιστεύονται και υποστηρίζουν νέους δημιουργούς. Στη σημερινή εποχή υπάρχει η δυνατότητα προβολής μέσα από το διαδίκτυο και μια επικοινωνία διαφορετικού είδους από ότι παλιότερα, η οποία βοηθάει νέους δημιουργούς να αναδείξουν το έργο τους. Πιστεύω ότι οι παλιοί το αποδέχονται αυτό και ίσως κάποιοι ακολουθούν το παράδειγμά τους και προσαρμόζονται κι αυτοί στα νέα δεδομένα, δημοσιεύοντας έργα δικά τους. Βέβαια η δύναμη του βιβλίου και του έντυπου υλικού δεν μπορεί να συγκριθεί με αυτή τη διαδικτύου και της οθόνης. Το να κρατήσεις ένα βιβλίο στα χέρια σου και να διαβάσεις είναι κάτι, που όσα χρόνια και να διαβούν, θα αποτελεί μαγεία και μια σχέση ιδιαίτερη του ανθρώπου με την ανάγνωση.

Β.Π.: Στο τέλος της κάθε ημέρας σκέφτεστε...

Α.Μ.: «Αύριο είναι μια καινούρια ημέρα» όπως έλεγε και η Σκάρλετ Ο' Χάρα στο «Όσα παίρνει ο άνεμος».