Συνέντευξη με την ποιήτρια Σίση Σιακαβάρα

2018-12-17

«Ο ποιητής, καλείται να πετάξει ψηλά, έξω και πάνω από αυτόν και ύστερα να προσγειωθεί και να δώσει όσα κατέγραψε με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο»

Επιμέλεια:

Βασιλική Β.Παππά

vpappa@cultmagz.com

Η Σίση Σιακαβάρα ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Είναι Διδάκτωρ Φιλοσοφίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Εκτός από την ποίηση ασχολείται με τη φωτογραφία και τα εικαστικά. Η συζήτηση μαζί της έχει μεγάλο ενδιαφέρον κι έγινε με αφορμή την έκδοση της πρώτης ποιητικής συλλογής της που φέρει τον τίτλο «Το Μαύρο Κουτί».

Β.Π.: Κυρία Σιακαβάρα, μιλήστε μας για την ποιητική σας συλλογή "Το μαύρο κουτί" που κυκλοφόρησε πριν λίγους μήνες από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη. Ποια βαθύτερη ανάγκη σάς οδήγησε στη συγγραφή της και τι πραγματεύεται;

Σ.Σ.: Το μαύρο κουτί αποτελείται από 34 ποιήματα, τα οποία επέλεξα να περιλάβω σε μία συλλογή, μεταξύ πλήθους ποιημάτων που εγράφησαν σε διάφορες χρονικές περιόδους. Ειδικότερα, όπως μπορείτε να διαβάσετε στο εμβληματικό απόφθεγμα στην αρχή της συλλογής,

«έχω ένα μαύρο κουτί μέσα μου

σαν τ' αεροπλάνα

κοιτάζω τη γη από ψηλά

κι εκείνο καταγράφει...».

Η ποίηση είναι πτήση, καθόσον ο ποιητής, ως οδοιπόρος και επίγειος ταξιδιώτης, κινούμενος ανάμεσα σε γεγονότα, ανθρώπους και καταστάσεις, καλείται να μαζέψει τα υπάρχοντά του, βιώματα και συναισθήματα, και, μόλις ετοιμάσει τις αποσκευές, να πετάξει ψηλά και να δει και από εκεί τον κόσμο, έξω και πάνω από αυτόν, να τον καταγράψει στο μαύρο του κουτί και ύστερα να προσγειωθεί και να δώσει στους ανθρώπους όσα κατέγραψε από εκεί ψηλά με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο, για να κάνει ο καθένας με τη σειρά του το δικό του ταξίδι.

Όπως το μαύρο κουτί του αεροπλάνου, αναλόγως και το δικό μου «μαύρο κουτί», καταγράφει εικόνες, γεγονότα, ανθρώπους, βιώματα, συναισθήματα, σκέψεις, στιγμές, την εν γένει πραγματικότητα, την εσωτερικεύει, την επεξεργάζεται ή «πραγματεύεται», όπως είπατε, και ύστερα την εξωτερικεύει με την ποίηση. Η ανάγκη, περαιτέρω, για έκφραση φρονώ ότι υπάρχει σε όλους μας. Άλλος εκφράζεται με ποίηση, άλλος με τη μουσική ή την ζωγραφική, ο καθένας βρίσκει τον τρόπο του. Η δημοσιοποίηση τώρα αυτής της ανάγκης για έκφραση, όπως γίνεται και με την έκδοση μιας ποιητικής συλλογής, νομίζω ότι έρχεται περισσότερο ως απαίτηση. Στην δική μου δε περίπτωση η απαίτηση να βγάλω τα ποιήματά μου από το συρτάρι ήρθε από τον φιλικό περίγυρο.

Β.Π.: Ένα έργο είτε είναι αυτό ποίημα, είτε μυθιστόρημα, για να χαρακτηριστεί "μεγάλο" θα πρέπει να διαπνέεται από στόχαση και μεγάλα νοήματα ή απλά οφείλει να συγκινεί με την πλοκή του; Θα μπορούσαμε δηλαδή στην ίδια κατηγορία να εντάξουμε τη Μαντάμ Μποβαρύ με ένα έργο του Κούντερα ή της Βιρτζίνια Γουλφ;

Ένα λογοτεχνικό έργο, και όχι οποιοδήποτε γραπτό έργο, για να χαρακτηρίζεται ως τέτοιο θεωρείται ότι πρέπει να πληροί κατ' αρχήν κάποια κριτήρια, όπως, για παράδειγμα, η ιδιαίτερη χρήση της γλώσσας, το αντικείμενο που πραγματεύεται, η πρωτοτυπία του και άλλα, όπως και αυτά που αναφέρατε. Όμως, ο λεγόμενος λογοτεχνικός κανόνας αλλάζει, εξελίσσεται και εμπλουτίζεται μέσα στον χρόνο. Και φυσικά σε αυτό συμβάλλει τελικά ο αναγνώστης. Έτσι, όσο περνούν τα χρόνια, παρατηρούμε να συρρικνώνεται το χάσμα ανάμεσα στο «μεγάλο», όπως αναφέρατε χαρακτηριστικά, και στο μικρό λογοτεχνικό έργο, ανάμεσα στην λογοτεχνία και την παραλογοτεχνία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το μυθιστόρημα, το οποίο, αν και το δημοφιλέστερο λογοτεχνικό είδος, για αρκετά χρόνια αμφισβητείτο η λογοτεχνική του αξία. Σε κάθε περίπτωση, πάντως σημαντικό κριτήριο θεωρώ την αίσθηση που μας προκαλεί η επαφή με ένα λογοτεχνικό έργο και που είχε επισημάνει ο Ο. Ελύτης, λέγοντας ότι «νιώθουμε άξαφνα σα να μας διαπέρασε ηλεκτρικό ρεύμα».

Β.Π.: Είστε αισιόδοξη για την πορεία της λογοτεχνίας στην Ελλάδα; Πιστεύετε ότι οι Έλληνες διαβάζουν και είναι σε θέση να διακρίνουν το καλό από το κακό βιβλίο;

Θα πρέπει να είμαι αισιόδοξη ως ποιήτρια, αλλά η αισιοδοξία μου πάντοτε μετριάζεται από την πραγματικότητα. Θα σας πω όμως αυτό, με την έκδοση του βιβλίου μου υπήρξαν άνθρωποι γύρω μου που δεν διάβαζαν ποίηση. Λόγω της συμπάθειας που τρέφουν, λοιπόν, στο πρόσωπό μου, μπήκαν στη διαδικασία να με διαβάσουν. Συγκινήθηκα, όταν ζήτησαν να συζητήσουμε και μου είπαν ότι η ποίησή μου είχε να τους πει αρκετά πράγματα, τους άρεσε, τους προβλημάτισε και κυρίως ότι τους ώθησε να συνεχίσουν να διαβάζουν ποίηση. Οι περισσότεροι δε εξ αυτών παρατήρησαν ότι ποίηση τελικά δεν είναι ό,τι διδαχθήκαμε στο σχολείο. Το γεγονός αυτό με έκανε να σκεφτώ ότι «να κοίτα... ενδιαφέρεται ο κόσμος...» Από την άλλη πλευρά, όμως, έρχεται η πραγματικότητα να υπενθυμίσει ότι η ως άνω κατάσταση αφορά απλά τον δικό μου μικρότατο κύκλο ανθρώπων. Δυστυχώς η λογοτεχνία και κυρίως η ποίηση κινείται σε κύκλους. Δεν υπάρχει μεγάλο αναγνωστικό κοινό στην Ελλάδα, τα δε στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι αρέσκεται στην πλειοψηφία του να διαβάζει μικρής αισθητικής αξίας αναγνώσματα. Η κλασική λογοτεχνία, η φιλοσοφία, οι επιστήμες, το δοκίμιο, η ποίηση δεν ανήκουν δυστυχώς στα ευπώλητα. Κι εδώ ερχόμαστε σε ένα πολύ μεγάλο θέμα, αυτό της παιδείας και της γενικότερης καλλιέργειας των Ελλήνων. Άρα, η πορεία της λογοτεχνίας στην Ελλάδα, συναρτάται της πορείας της παιδείας και της γενικότερης καλλιέργειας των Ελλήνων. Λυπάμαι, όταν βλέπω οικογένειες να μεγαλώνουν τα παιδιά τους με τάμπλετ και όχι με βιβλία.

Β.Π.: Πείτε μας τρία βιβλία από την ελληνική ή την ξενόγλωσση λογοτεχνία που θα θέλατε να έχετε γράψει εσείς.

Συνήθης ερώτηση αυτή στους συγγραφείς. Δεν έχω απάντηση όμως, ειλικρινά. Ποτέ δεν σκέφτηκα ότι θα ήθελα να έχω γράψει εγώ ένα λογοτεχνικό βιβλίο που λάτρεψα, γιατί πολύ απλά είτε δεν θα ήμουν εγώ, είτε δεν θα ήταν το έργο αυτό που είναι. Την αγαπημένη μου Θεία κωμωδία, για παράδειγμα, μόνο ο Δάντης θα μπορούσε να την γράψει. Αν την έγραφα εγώ δεν θα ήταν η Θεία κωμωδία και ούτε θα ήθελα να είμαι ο Δάντης ή κάποιος άλλος αγαπημένος συγγραφέας. Χαίρομαι αφενός που έχω το χάρισμα να γράφω και αφετέρου που μπορώ να απολαμβάνω τα λογοτεχνικά έργα έτσι όπως γεννήθηκαν από τους δημιουργούς τους.

Β.Π.: Κατά τη γνώμη σας πώς μπορεί να βρει κάποιος το δρόμο του στη ζωή και να οδηγηθεί στην αυτοπραγμάτωση;

Μεγάλο φιλοσοφικό ερώτημα τούτο, το οποίο αποτελεί παράλληλα και βάσανο των ποιητών. Δεν είναι εύκολο δε να απαντηθεί αναλυτικά στο πλαίσιο μιας συνέντευξης, γι' αυτό θα σας δώσω τις λέξεις κλειδιά της απάντησης: δεδομένης της υγείας, με πειθαρχία και υπομονή, με γνώση και αυτογνωσία, με αγάπη και υπέρβαση.

Β.Π.: Στις μέρες μας δεν είναι λίγοι εκείνοι που προσπαθούν να διεκδικήσουν ένα κομμάτι φήμης. Και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης συμβάλλουν πολύ προς αυτό. Πιστεύετε ότι η φήμη και η δόξα είναι η κυριότερη τροφή, πέραν των άλλων, και των σύγχρονων λογοτεχνών;

Πολλοί την αναζητούν, λίγοι την απολαμβάνουν. Αναμφισβήτητα, όλοι θέλουμε να είμαστε αγαπητοί και να αναγνωρίζεται το έργο μας. Είναι ένα είδος αμοιβής και αυτό. Αλλοίμονο, όμως, αν πούμε ότι η φήμη και η δόξα είναι η κυριότερη τροφή ενός λογοτέχνη. Ενός κοινού γραφιά, πολύ πιθανόν.

Β.Π.: Ποια είναι η γνώμη σας για όλα αυτά που βιώνουμε ως λαός τα τελευταία χρόνια. Στην αρχή διατυπώθηκαν πολλές απόψεις για τα αίτια της δημιουργίας της κρίσης και όλοι διατείνονταν ότι τελικά, ίσως βγει σε καλό όλη αυτή η δοκιμασία. Ποια είναι η ματιά σας στα δημόσια θέματα και πώς αντιδράτε σε ό,τι συμβαίνει γύρω μας;

Δεν νομίζω ότι οι αυτοκτονίες, οι άστεγοι, η ανεργία, η μετανάστευση των νέων ανθρώπων, η οικονομική και ηθική εξαθλίωση και τόσα άλλα συνάδουν με αυτό που διατείνονταν όλοι, όπως είπατε, ότι δηλαδή ίσως βγει σε καλό όλη αυτή η δοκιμασία. Δεν υπάρχει τίποτε καλό, όταν οι άνθρωποι χάνουν την αξιοπρέπεια και τα λογικά τους και τη ζωή που με κόπο έχτισαν. Θλίβομαι, όταν βλέπω τη δυστυχία γύρω μου. Όσο κλεισμένος και αν είναι κάποιος στον ασφαλή του μικρόκοσμο, δεν γίνεται, αν θέλει να ονομάζεται άνθρωπος, να μην επηρεαστεί και να μην αντιδράσει. Δεν δέχομαι ότι τα διακοποδάνεια, η κακή διακυβέρνηση και τα μπουζούκια δικαιολογούν το να μην έχει το παιδί του γείτονά μου μεσημεριανό φαγητό. Ούτε όλοι μαζί τα φάγαμε, ούτε έχουμε όλοι το ίδιο μερίδιο ευθύνης. Υπάρχει η έννοια της δικαιοσύνης πάνω από όλα αυτά, που ζυγίζει και καταλογίζει. Η κατάσταση είναι δύσκολη, γιατί δεν μιλάμε μόνον για οικονομική κρίση, αλλά για πνευματική, και το ζητούμενο είναι με αυτή τι κάνουμε. Από εκεί και πέρα όπως αρκετός κόσμος, έτσι και εγώ προσπαθώ να συμπαρίσταμαι και να βοηθάω με ό,τι μέσα διαθέτω, μέσα σε αυτά εντάσσω και την ποίηση, όποιον χρειάζεται βοήθεια. Χωρίς τυμπανοκρουσίες και ανταλλάγματα. Πιστεύω στην ανθρωπιά, στην προσφορά στον πλησίον, στην αγάπη και την αλληλεγγύη. Είναι αξίες που αν έχεις μεγαλώσει με αυτές, καμιά κρίση δεν τις αλλάζει.

Β.Π.: [...] το βράδυ εκείνο του γυρισμού [...]/ είδα τα φίδια σταυρωτά με τις οχιές/ πλεγμένα πάνω στην κακή γενιά/ τη μοίρα μας" γράφει ο Γιώργος Σεφέρης. Αυτή είναι τελικά η μοίρα μας ως λαού; Η αλληλοβορά μας;

«Πόλεμος πάντων μὲν πατήρ ἐστι, πάντων δὲ βασιλεύς» είπε ο Ηράκλειτος. Έχω την αντίληψη λοιπόν ότι αυτό που αναφέρει ο Σεφέρης ειδικότερα για τον Ελληνισμό στις «Μυκήνες», απ' όπου και το απόσπασμα που αναφέρατε, είναι ένα φαινόμενο καταγεγραμμένο ιστορικά, που αφορά και άλλους λαούς. Οι πέτρες των Μυκηνών είναι σημαδεμένες από το αίμα των Ελλήνων. Στην «Κίχλη», στο πρώτο απόσπασμα «Τὸ σπίτι κοντὰ στὴ θάλασσα», αποτυπώνονται οι μνήμες της εμφύλιας σφαγής και οδύνης:

«Τὰ σπίτια ποὺ εἶχα μοῦ τὰ πῆραν.
Ἔτυχε νά ῾ναι τὰ χρόνια δίσεχτα πολέμοι χαλασμοὶ ξενιτεμοὶ
κάποτε ὁ κυνηγὸς βρίσκει τὰ διαβατάρικα πουλιὰ
κάποτε δὲν τὰ βρίσκει τὸ κυνῆγι
εἴταν καλὸ στὰ χρόνια μου, πῆραν πολλοὺς τὰ σκάγια
οἱ ἄλλοι γυρίζουν ἢ τρελαίνουνται στὰ καταφύγια».

Στο τρίτο απόσπασμα «Τὸ ναυάγιο τῆς «Κίχλης» ο ποιητής διαπιστώνει την ματαίωση του Ελληνισμού, γράφοντας

«Χῶρες τοῦ ἥλιου καὶ δὲν μπορεῖτε ν᾿ ἀντικρύσετε τὸν ἥλιο
Χῶρες τοῦ ἀνθρώπου καὶ δὲν μπορεῖτε ν᾿ ἀντικρύσετε

τὸν ἄνθρωπο».

Όμως, φρονώ ότι ο Σεφέρης δεν είναι μοιρολάτρης. Η μοίρα στον Σεφέρη δεν είναι μια αόρατη κινητήριος δύναμη, η μοίρα είναι αφενός ταυτότητα, όλο αυτό δηλαδή που κουβαλάει μέσα στους αιώνες ο Έλληνας, το ένδοξο παρελθόν του, η ιστορία του, η πνευματική κληρονομιά, και αφετέρου είναι συνέπεια, το αποτέλεσμα δηλαδή της πορείας που επιλέγει να ακολουθήσει και που δεν είναι άλλο από την απώλεια του σκοπού του. «Τὸ ριζικό μου, ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ ξαστόχησε» γράφει στην «Ελένη», διαπιστώνοντας μια αδειανή, μια ξεστρατισμένη, μια διχασμένη, μια άλλη Ελλάδα με άλλους ανθρώπους, που μοιάζουν να ξεχνούν, να χάνουν τη συνείδησή τους. Ίδια με τη δική του και η μοίρα της χώρας και του λαού της.

«Μᾶς φαίνεται παράξενο ποὺ κάποτε μπορέσαμε νὰ χτίσουμε
τὰ σπίτια τὰ καλύβια καὶ τὶς στάνες μας.
Κι᾿ οἱ γάμοι μας, τὰ δροσερὰ στεφάνια καὶ τὰ δάχτυλα
γίνουνται αἰνίγματα ἀνεξήγητα γιὰ τὴ ψυχή μας.
Πῶς γεννήθηκαν πῶς δυναμώσανε τὰ παιδιά μας;

Ὁ τόπος μας εἶναι κλειστός. Τὸν κλείνουν
οἱ δυὸ μαῦρες Συμπληγάδες. Στὰ λιμάνια
τὴν Κυριακὴ σὰν κατεβοῦμε ν᾿ ἀνασάνουμε
βλέπουμε νὰ φωτίζουνται στὸ ἡλιόγερμα
σπασμένα ξύλα ἀπὸ ταξίδια ποὺ δὲν τέλειωσαν
σώματα ποὺ δὲν ξέρουν πιὰ πῶς ν᾿ ἀγαπήσουν» γράφει συναφώς στο «Μυθιστόρημα».

Η σημερινή μοίρα των Ελλήνων είναι η κατάντια των Ελλήνων, γεμάτη με πάρα πολύ μεγάλες αναμνήσεις και ακόμη μεγαλύτερη διχόνοια.

Περαιτέρω, το μοιραίο με τα μυθικά και τα μεταφυσικά του στοιχεία σίγουρα έχει ένα ενδιαφέρον και ως λαός ενδεχομένως να έχουμε υπάρξει αρκετά μοιρολάτρες, όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Βάρναλης στους «Μοιραίους», οι οποίοι καταριούνται την μοίρα τους, αλλά δεν κάνουν ούτε ένα βήμα για να την αλλάξουν:

«-Φταίει τὸ ζαβὸ τὸ ριζικό μας!
-Φταίει ὁ θεὸς ποὺ μᾶς μισεῖ!
-Φταίει τὸ κεφάλι τὸ κακό μας!
-Φταίει πρώτ᾿ ἀπ᾿ ὅλα τὸ κρασί!
Ποιὸς φταίει; Ποιὸς φταίει;... κανένα στόμα
δὲν τὅβρε καὶ δὲν τὄπε ἀκόμα.

Ἔτσι, στὴν σκοτεινὴ ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί,
σὰν τὰ σκουλήκια κάθε φτέρνα
ὅπου μᾶς εὕρει, μᾶς πατεῖ:
δειλοί, μοιραῖοι κι ἄβουλοι ἀντάμα!
προσμένουμε, ἴσως, κάποιο θάμα!»

Όμως προσωπικά έχω την αντίληψη ότι εμείς φτιάχνουμε την μοίρα μας.

Β.Π.: Μεγαλώσατε στην Κυπαρισσία. Ποιες οι μνήμες σας από εκείνη την περίοδο; ήταν ευτυχισμένα χρόνια; Εν τέλει τι είναι αυτό που φέρνει την ευτυχία;

Θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που μεγάλωσα στην επαρχία, κοντά στη φύση και τη θάλασσα. Οι εικόνες της ανατολής, της δύσης, των αστερισμών σε έναν ορίζοντα και έναν ουρανό που το μάτι δεν συναντά κανένα εμπόδιο είναι μοναδικές. Με περιμένουν κάθε φορά που επισκέπτομαι το πατρικό μου σπίτι. Εκεί εγράφησαν τα πρώτα ποιήματα, στους δρόμους της άνω πόλης και στον Αη Λαγούδη έβγαλα τις πρώτες μου φωτογραφίες. Υπάρχουν έντονες και όμορφες μνήμες από τα παιδικά και εφηβικά χρόνια.

Η ευτυχία είναι δύσκολη υπόθεση όχι όμως ακατόρθωτη, εάν αποφασίσουμε να δούμε καθαρά τι θέλουμε, τι έχουμε και τι αξίζει τελικά να θέλουμε και να έχουμε. Εν τέλει, η ευτυχία χρειάζεται απλότητα.

Σας ευχαριστώ!

Να είστε καλά! Κι εγώ σας ευχαριστώ!