Συνέντευξη με το συγγραφέα του "Μοτέλ Μορένα" Αλέξη Σταμάτη

2017-11-08

Επιμέλεια:

Βασιλική Β. Παππά

vpappa@cultmagz.com



Ο Αλέξης Σταμάτης μπορεί να ξεκίνησε ως αρχιτέκτων, γρήγορα όμως τον κερδίζει η λογοτεχνία. Ένας συγγραφέας που έχει περάσει από όλα τα είδη συγγραφής, με εξαίρεση το δοκίμιο. Έργα του έχουν ανέβει στο θέατρο, ενώ αρκετά βιβλία του έχουν μεταφραστεί στο εξωτερικό.

Η συνέντευξη που ακολουθεί έγινε με αφορμή το τελευταίο του βιβλίο "Μοτέλ Μορένα" που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη όπως και όλα τα προηγούμενα βιβλία του. Πρόκειται για μια προσωπικότητα που εντυπωσιάζει με την αμεσότητα, την ειλικρίνεια και ευρυμάθεια.

Β.Π.: Κύριε Σταμάτη, μιλήστε μας για το καινούριο σας βιβλίο "Μοτέλ Μορένα" που κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Ποια βαθύτερη ανάγκη σάς οδήγησε στη συγγραφή του και τι πραγματεύεται;

Α.Σ.: Η εγγενής ανάγκη του ανθρώπου να εκφράζεται μέσα από την τέχνη είναι κάτι που θεωρούμε αυτονόητο. Φυσικό, μια και η ιστορία της τέχνης σχεδόν ταυτίζεται με την ιστορία της ανθρωπότητας. Οι τοιχογραφίες στα σπήλαια της Αλταμίρα εγκαινιάζουν τη σχέση αυτή. Τι θα γινόταν όμως εάν αυτή η πανάρχαια ανάγκη αμφισβητείτο; Τι θα γινόταν αν κάποιοι θεωρούσαν ότι η μέσω της τέχνης μετουσίωση των εμπειριών της ανθρώπινης φύσης, δεν είναι τόσο σημαντική όσο οι ίδιες αυτές οι εμπειρίες; Ή και ακόμη, πως δεν είναι καν αναγκαία. Ιδού το έναυσμα, ιδού ο σπινθήρας για το «Μοτέλ Μορένα».

Ενας πενταμελής θίασος με επικεφαλής τους πρωταγωνιστές Ρομάν, σκηνοθέτη-συγγραφέα, και τη σύντροφό του Θίντα, πρώην σταρ του σινεμά, φτάνει στον τελευταίο σταθμό της περιοδείας του, σ' ένα παράξενο νησί με ψηλούς βράχους αλλά και οργιώδη βλάστηση. Όσα ακολουθούν στην πραγματικότητα είναι πολύ πιο αλλόκοτα από το απόκοσμο έργο που ο θίασος θα ανεβάσει μπροστά σε ένα εντελώς ιδιόρρυθμο κοινό. Δυνάμεις υπόγειες, αρχέγονες αλλά και διαχρονικές αρχίζουν να εμφανίζονται για να αμφισβητήσουν κάθε ορθολογισμό. Το Μοτέλ Μορένα αφηγείται την άλλη πλευρά του πολιτισμού που πολλοί νομίζουν ότι χάθηκε, αλλά τα ίχνη του είναι ορατά σε κάθε συμπεριφορά της ανθρώπινης φύσης. Είναι μια ιστορία όπου η Τέχνη συγκρούεται με το μυστήριο που τη γέννησε.

Β.Π.: Ένα έργο είτε είναι αυτό ποίημα, είτε μυθιστόρημα, για να χαρακτηριστεί "μεγάλο" θα πρέπει να διαπνέεται από στόχαση και μεγάλα νοήματα ή απλά οφείλει να συγκινεί με την πλοκή του; Θα μπορούσαμε δηλαδή στην ίδια κατηγορία να εντάξουμε τη Μαντάμ Μποβαρύ με ένα έργο του Κούντερα ή της Βιρτζίνια Γουλφ;

Α.Σ.: Νομίζω ότι η λογοτεχνία δεν μπαίνει σε τέτοιες κατηγοριοποιήσεις. Ο διαχωρισμός πλοκής και στοχασμού είναι προσχηματικός. Το πιο σημαντικό είναι ένα έργο να γράφεται «από μέσα προς τα έξω», δηλαδή οι χαρακτήρες, οι συνθήκες και η ανάγκη των ηρώων να οδηγούν την πλοκή και όχι η πλοκή την συγγραφή. Συγκρίσεις μεταξύ καλλιτεχνών με εντελώς διαφορετικά στυλ δε νομίζω να έχουν ιδιαίτερο νόημα για μένα. Ο Οδυσσέας του Τζόις είναι ένα τεράστιο βιβλίο με τον ίδιο τρόπο που και η Οδύσσεια του Ομήρου είναι. Το θέμα είναι το ίδιο είτε είσαι συγγραφέας είτε αναγνώστης. Το ζήτημα είναι να μπορείς να ακούς ό,τι δεν διατυπώνεται.

Β.Π.: Είστε αισιόδοξος για την πορεία της λογοτεχνίας στην Ελλάδα; Πιστεύετε ότι οι Έλληνες διαβάζουν και είναι σε θέση να διακρίνουν το καλό από το κακό βιβλίο;

Α.Σ.: Δεν είμαι και ιδιαίτερα αισιόδοξος. Οι τελευταίες έρευνες επί του θέματος μας έδειξαν ότι ένας στους δύο Έλληνες δεν έχει διαβάσει ποτέ του ούτε ένα βιβλίο. Όσον αφορά για την διάκριση που μπορεί να κάνουν οι αναγνώστες τα πράγματα είναι επίσης απαισιόδοξα. Ειδικά αυτό τον καιρό ο χώρος του βιβλίου βρίσκεται σε μία σύγχυση. Έχουν ανακατευτεί περίεργα τα πράγματα με βιβλία που βγαίνουν σωρηδόν χωρίς να έχουν περάσει κάποιο ιδιαίτερο έλεγχο ποιότητας.

Β.Π.: Πείτε μας τρία βιβλία από την ελληνική ή την ξενόγλωσση λογοτεχνία που θα θέλατε να έχετε γράψει εσείς.

Α.Σ.: Δεν θα ήθελα να είχα γράψει βιβλίο κανενός άλλου, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν θα ήταν δικό μου.

Β.Π.: Εδώ και αρκετά χρόνια διδάσκετε Δημιουργική Γραφή στο Κολλέγιο Αθηνών-Ψυχικού. Απολαμβάνετε τα μαθήματα που κάνετε στους εκκολαπτόμενους συγγραφείς και πόσο συχνά ανακαλύπτετε νέα ταλέντα;

Α.Σ.: «Ακόμα και η πιο εμπνευσμένη λογοτεχνική κριτική το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να ξύσει την επιφάνεια της μυστηριώδους διαδικασίας της δημιουργικότητας», έλεγε ο Ντέιβιντ Λοτζ. Το ίδιο κάνει και το καλύτερο σεμινάριο δημιουργικής γραφής. Ο Χένρυ Τζέημς έλεγε στο The Art of Fiction πως «ο ζωγράφος είναι σε θέση να διδάξει τα στοιχεία της δουλειάς του, ο συγγραφέας όχι». Η γραμματική της ζωγραφικής είναι πολύ πιο συγκεκριμένη. Η συγγραφή δεν είναι ζωγραφική, δεν είναι μια συστηματοποιημένη γνώση. Δεν είναι εμπειρική επιστήμη -η διδαχή και η μάθηση της δεν είναι όπως η διδαχή και η μάθηση π.χ. της Ιατρικής. Η συγγραφή είναι μια ακραία δράση προσοχής και μνήμης, ζητά από τα εγκεφαλικά σου κύτταρα να κάνουν όλο και περισσότερους συνδυασμούς. Ο εγκέφαλος, ξέρετε, αλληλοεπιδρά με τον εαυτό του. Ακούει λέξεις, βλέπει λέξεις, μιλά λέξεις, γεννάει ρήματα. Οι δράσεις αυτές συμβαίνουν σε διάφορα διαμερίσματα του νου. Η δημιουργική γραφή δίνει εντολές σε αυτά τα διαφορετικά διαμερίσματα να αρχίσουν να συνεργάζονται, κάνοντας υπό μια έννοια γυμναστική στις συνάψεις, καλωδιώνοντας τις. Τώρα, τι αγγέλους θα δημιουργήσουν; Τι τέρατα θα δημιουργήσουν; Θα δούμε, θα το διερευνήσουμε. Με αυτόν τον τρόπο ασκούνται οι συγγραφείς, δόκιμοι και επίδοξοι, έτσι κατασκευάζεται η νανοτεχνολογία της φαντασίας μας. Και ναι είναι κάτι που το απολαμβάνω με όλη μου την καρδιά. Ταλέντα υπάρχουν πολλά, αξίζει να σας πω πως μαθητές μου έως τώρα έχουν εκδώσει 16 βιβλία.

Β.Π.: Κατά τη γνώμη σας πώς μπορεί να βρει κάποιος το δρόμο του στη ζωή και να οδηγηθεί στην αυτοπραγμάτωση;

Α.Σ.: Δεν είμαι ειδικός επί του θέματος. Υποθέτω, με τον δικό του αποκλειστικό τρόπο. Το κύριο ζήτημα εδώ είναι να το θέλει κατά αρχάς. Ας λύσουμε την επιθυμία πρώτα και μετά βλέπουμε το πως. Γιατί ένα τεράστιο ποσοστό του πληθυσμού δεν μπαίνει καν σε αυτόν τον προβληματισμό καθόλη τη διάρκεια της ζωής του.

Β.Π.: Στις μέρες μας δεν είναι λίγοι εκείνοι που προσπαθούν να διεκδικήσουν ένα κομμάτι φήμης. Και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης συμβάλλουν πολύ προς αυτό. Πιστεύετε ότι η φήμη και η δόξα είναι η κυριότερη τροφή, πέραν των άλλων, και των σύγχρονων λογοτεχνών;

Α.Σ.: Να σας απαντήσω με μια φράση: «Ήθελε να γίνει καλλιτέχνης και τελικά έγινε διάσημος». Τέχνη και φήμη-δόξα- κλπ. δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους. Άλλη η μια πίστα και άλλη η άλλη. Ένας αληθινός καλλιτέχνης μπορεί να γίνει διάσημος μόνο παρεμπιπτόντως, χωρίς να το επιδιώκει.

Β.Π.: Ποια είναι η γνώμη σας για όλα αυτά που βιώνουμε ως λαός τα τελευταία χρόνια.. Στην αρχή διατυπώθηκαν πολλές απόψεις για τα αίτια της δημιουργίας της κρίσης και όλοι διατείνονταν ότι τελικά, ίσως βγει σε καλό όλη αυτή η δοκιμασία. Ποια είναι η ματιά σας στα δημόσια θέματα και πώς αντιδράτε σε ό,τι συμβαίνει γύρω μας;

Α.Σ.: Οι πολιτικοί που μοιραία αντιμετωπίζουν τα τεράστια προβλήματα που αναδύονται μέσα από μια τέτοια κρίση, βρίσκονται μπροστά στο πρόβλημα του πως να εκφράσουν (πως να πουλήσουν) αυτή την κατάσταση που καλούνται να αντιμετωπίσουν στον κόσμο που υποφέρει και θέλει ένα είδος παρηγορίας. Υπόσχονται λοιπόν αλλαγές, καλυτερεύσεις κλπ. Εντέλει καταλήγουν να χρησιμοποιούν τα κλασικότερα μέτρα της πολιτικής που προσπαθούσαν να αλλάξουν. Μιμούνται το πριν, στρεφόμενοι εντέλει σε μια παράδοση δεκαετιών σε αυτόν το τόπο. Τίποτα δεν γίνεται αυθεντικό, οτιδήποτε γίνεται, γίνεται, ντουμπλάροντας το αυθεντικό με άλλο μανδύα. Η ραφή όμως φαίνεται και όχι μόνον από το εξασκημένο μάτι Όλο αυτό σε επίπεδο κοινωνιολογικής ανάλυσης είναι ερεθιστικό, αλλά σε καλλιτεχνικό είναι τόσο προβλέψιμο που δεν έχει κανένα ενδιαφέρον. Αυτή η κρίση δεν παράγει δυστυχία παρά μόνο στον πληθυσμό που την υφίσταται. Εξου και είναι αμείλικτη. Δεν επιδέχεται μετουσίωσης. Το μόνο που μπορεί κάποιος να κάνει είναι να αποτυπώσει τα βάσανα του κόσμου, ένα διαχρονικό θέμα της λογοτεχνίας, οι περιπέτειες δηλαδή της ανθρώπινης φύσης. Όσο για μένα αντιδρώ σε σχέση με αυτό που είμαι: συγγραφέας. Άρα, μέσα από τα πάσης φύσεως γραπτά μου.

Β.Π.: [...] το βράδυ εκείνο του γυρισμού [...]/ είδα τα φίδια σταυρωτά με τις οχιές/ πλεγμένα πάνω στην κακή γενιά/ τη μοίρα μας" γράφει ο Γιώργος Σεφέρης. Αυτή είναι τελικά η μοίρα μας ως λαού; Η αλληλοβορά μας;

Α.Σ.: Δεν είμαι μοιρολάτρης. Πόσω μάλλον σε επίπεδο γενιάς ή μοίρας ολοκλήρου λαού. Την μοίρα μας την ορίζουμε εμείς με τις ενέργειες μας. Όσο αυτοκαταστροφικοί και να είμαστε, όσο και να τρωγόμαστε μεταξύμας, δεν νομίζω ότι το κάνουμε περισσότερο από άλλους λαούς. Το ότι μπορούμε και φέρουμε τις αντιφάσεις μας μάλιστα, είναι μάλλον υγιές. Αλλού είναι το πρόβλημα, ότι συνήθως δεν υπάρχει κοινή λογική, ότι δεν συμφωνούμε ούτε στον ελάχιστο κοινό παρανομαστή. Αυτό μαζί με το έντονο έλλειμα παιδείας που όσο πάει και γίνεται και εντονότερο μας δημιουργούν σημαντικά προβλήματα. Να σας δώσω ένα παράδειγμα από ένα τελευταίο βιβλίο του συγγραφέα Θωμά Ψύρρα «Θα βοσκήσω το μαύρο» (Εκδόσεις Μεταίχμιο), που λέει απλά το τι συμβαίνει:

«Τι να πω;... Τι σκατά χώρα είν' ετούτη;... Μη και δεν φταίει η χώρα και φταίει το κεφάλι μας το στραβό, που γουστάρει παραμύθα; Τι σκατολαός είμαστε; Αλλά γιατί να αναρωτιέμαι;... Αφού τα έζησα. Παραμύθα θέλει ο κόσμος. Όχι ότι δεν την ψυλλιάζεται. Όλα κι όλα. Μια χαρά τη μυρίζεται, την καταλαβαίνει και την παρακαταλαβαίνει, αλλά ωστόσο τη γουστάρει. Να 'χει μετά να λέει πως τον κοροϊδέψανε, να το παίζει θύμα και να 'χει κάποιον να βρίζει».

Β.Π.: Μεγαλώσατε με μια μητέρα όπου για πάρα πολλά χρόνια ήταν στο προσκήνιο και τα φώτα της δημοσιότητας. Έπειτα από τόσα χρόνια καταξίωσης και δόξας, έχετε καταλάβει τι είναι αυτό που φέρνει τελικά τηνευτυχία;

Α.Σ.: Είχα την τύχη να μεγαλώσω με μια μητέρα που δεν είχε καμία σχέση με το κυνήγι του «φαίνεσθαι». Όλα αυτά, με την έκθεση και τις συνεντεύξεις την αφήναν και τη αφήνουν παγερά αδιάφορη, πιθανόν και σε υπερβολικό βαθμό. Έτσι το μόνο που εισέπραξα από την καλλιτεχνική πορεία της μητέρας μου ήταν το διαρκές ρίσκο και το απόλυτο πάθος για τη δουλειά της. Το σανίδι, το θέατρο. Τα άλλα ήταν δευτερεύοντα ή δεν υπήρχαν καθόλου. Την όποια ευτυχία (μια πολύ υποκειμενική έννοια) ένα είναι σίγουρο ότι δεν τη φέρνει: Η επωνυμία και η προβολή. Αλλού είναι το παιχνίδι. Πολύ βαθιά εντός μας και, φυσικά, δεν αφορά μόνο την τέχνη.