Συνέντευξη με τον ποιητή Ηλία Κεφάλα

2017-07-10

Επιμέλεια:

Βασιλική Β. Παππά

vpappa@cultmagz.com


Ο Ηλίας Κεφάλας γεννήθηκε το 1951 στο χωριό Μέλιγος Τρικάλων. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες στην Αθήνα, όπου και έζησε από το 1969 έως το 1992. Σήμερα ζει και πάλι στον γενέθλιο τόπο του, παρακολουθώντας φωτογραφικά τη φύση, γράφοντας ποίηση, δοκίμιο και πεζογραφία και ασκώντας λογοτεχνική και εικαστική κριτική, σε περιοδικά λόγου και τέχνης. Σε στήλη του περιοδικού "Ευθύνη" δημοσιεύει κριτικές αποτιμήσεις προσώπων και κειμένων της νεοελληνικής γραμματείας, ως ύστερες εντυπώσεις από μια δεύτερη ανάγνωση. Σε πολλές εφημερίδες και περιοδικά ("Αυγή", "Διαβάζω", "Εντευκτήριο", κ.λπ.) παρουσιάζει τις εντυπώσεις τους από τη σύγχρονη λογοτεχνική δημιουργία. Συντελεί στην έκδοση της επιστημονικής επετηρίδας "Τρικαλινά". Συνεργάζεται με τα κυριότερα λογοτεχνικά περιοδικά, όπου φιλοξενούνται ποιήματά του και άλλα κείμενα. Παλαιότερα διακόνησε επισταμένως της κριτική βιβλίου στα περιοδικά "Τομές", "Νέες Τομές", "Διαβάζω" και "Οδός Πανός", όπου φιλοξενήθηκαν περισσότερα από χίλια κείμενά του. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ισπανικά, ιταλικά και πολωνικά.

Β.Π.: Γεννηθήκατε στα Τρίκαλα όπου και ζείτε σήμερα. Τι είναι εκείνο, που σάς έρχεται πρώτο ως εικόνα, όταν σκέφτεστε την παιδική σας ηλικία; Εκτός από τις αρχές και τις αξίες που σάς εμφύσησαν οι γονείς σας, υπάρχει κάτι που έχει ιδιαίτερη βαρύτητα για σας και που είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με εκείνους;

Η.Κ.: Θυμάμαι τον εαυτό μου σαν ένα ευγενικό και γελαστό παιδί, που όμως έψαχνε διαρκώς την ευκαιρία για να κλάψει. Την ευκαιρία αυτή μου την έδινε πάντα η μοναξιά, η εγγενής ροπή προς την μοναχικότητα. Απαγκιστρωνόμουνα εύκολα από τις συντροφιές για να μείνω μόνος και να βυθιστώ στην αναίτια θλίψη, προάγγελο της ποίησης που θα εκδηλωνόταν λίγο αργότερα. Από τους γονείς μου θυμάμαι το πνεύμα της αθωότητας, της καταλλαγής, της υποχώρησης υπέρ του Άλλου. Πάντα, μου έλεγαν, όταν σκέπτεσαι να κάνεις κάτι, πρέπει πρώτα να σκεφθείς μήπως ενοχλήσεις τον Άλλον, τον αόρατο συνάνθρωπο, που ενδεχομένως να πληγωθεί ποικιλότροπα από μιαν αδέξια κίνησή σου.

Β.Π.: Πότε ξεκινήσατε να γράφετε και ποια στάθηκε η αφορμή;

Η.Κ.: Δεν νομίζω πως υπήρξε κάποια συγκεκριμένη αφορμή, ούτε νομίζω ότι χρειάζεται. Είναι σαν την πηγή που κάποια στιγμή ξεχειλίζει και ρέει συνεχώς. Υπήρχε η προδιάθεση. Ο καλλιτέχνης γεννιέται έτοιμος, όπως όλοι οι άνθρωποι που έχουν εκ γενετής μία ή περισσότερες δεξιότητες. Κάτι τέτοιο είναι και η συγγραφή. Μια δεξιότητα του λόγου που εκμεταλλεύεται την πληθωρική συγκίνηση που παράγεται από την ιδιοσυγκρασία μας. Το πιο παλιό μου «λογοτεχνικό» γραπτό χρονολογείται από την ηλικία των 12 ετών, τελευταία τάξη του δημοτικού, στο οποίο υπάρχει ακόμα γραμμένη μια απόπειρα περιγραφής της πτώσης των φθινοπωρινών φύλλων. Η πρώτη λογοτεχνική δημοσίευσή μου χρονολογείται από την β΄ τάξη γυμνασίου ενός ποιήματος για τον Ληθαίο ποταμό σε τοπική εφημερίδα των Τρικάλων. Η επίσημη έναρξη της λογοτεχνικής μου παρουσίας συντελείται το 1978 στο περιοδικό «Νέα Εστία» του Πέτρου Χάρη με το ποίημά μου «Η βροχή».

Β.Π.: Με τη συγγραφή εκτίθεται η ψυχή εκείνου που γράφει. Εξαιτίας αυτού έχετε αισθανθεί πιο ευάλωτος στα μάτια των οικείων σας;

Η.Κ.: Έτσι κι αλλιώς το ευάλωτον υπάρχει και δεν μπορούμε να το κρύψουμε. Κατά τα άλλα ο πατέρας μου δεν πρόλαβε να με διαβάσει, επειδή πέθανε νωρίς. Η μητέρα μου που έζησε λίγο περισσότερο δεν ήξερε γράμματα και ούτε καταλάβαινε τι σημαίνει η λέξη και η ιδιότητα ποιητής. Σήμερα τα παιδιά μου με εγκαλούν γιατί δεν έγινα πεζογράφος και μου είναι ανύπαρκτοι ως αναγνώστες των ποιητικών βιβλίων μου. Η γυναίκα μου όμως είναι ο θερμός συμπαραστάτης μου, ο πρώτος αναγνώστης κάθε ποιήματός μου, ο πρώτος κριτικός και φυσικά κατανοεί πάντα με πλήρη διακριτικότητα τις ευάλωτες στιγμές μου είτε εντός είτε εκτός της ποίησης.

Β.Π.: Ο Κωστής Μοσκώφ στο βιβλίο του «Για τον Έρωτα και την Επανάσταση» γράφει ότι «η ποίηση είναι πράξη καιρών λυπημένων». Για σάς τι σημαίνει η ποίηση;

Η.Κ.: Νιώθω ότι η ποίηση μιλά διαφορετικά σε κάθε άνθρωπο. Όπως και να την ορίσει ο κάθε ποιητής θα έχει και δίκιο. Για να γράψω ποίηση πρέπει να είμαι σε πλήρη ψυχική και συναισθηματική ισορροπία. Ούτε λυπημένος πολύ, ούτε χαρούμενος πολύ. Διότι τότε θα έχω να σκεφθώ τήν λύπη ή την χαρά μου. Η ποιητική ύλη έρχεται πάντα από το παρελθόν. Ποτέ από το παρόν. Πρέπει να έχει βιωθεί κάτι, να έχει ζυμωθεί στη μνήμη, για να μπορέσει να αναδυθεί στη συνέχεια αποκαθαρμένο και να παραδοθεί στην κατεργασία της ποιητικής εκφοράς. Προσωπικά πιστεύω ότι γράφουμε ποίηση για τρεις λόγους: Πρώτον επειδή δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς, είμαστε ταγμένοι σ' αυτήν. Δεύτερον για να καθυστερήσουμε τον θάνατο, όσο μπορούμε περισσότερο. Τρίτον για να προσαρμοσθούμε στο αιθέριο, όπου είναι ο τελικός μας προορισμός.

Β.Π.: Από τι θέματα εμπνέεστε για να δημιουργήσετε ένα ποίημα; Αγαπάτε πιο πολύ αυτά που σάς δυσκολεύουν ή αυτά που σάς βγαίνουν αβίαστα;

Η.Κ.: Όλα τα θέματα είναι υποψήφια να αναπτυχθούν ποιητικά από κάθε επίδοξο δημιουργό. Τίποτα δεν είναι εξαρχής ποιητικό ή αντιποιητικό. Η δική μου θεματογραφία εντάσσεται κατά το πλείστον στη σχέση ανθρώπου-φύσεως. Νομίζω ότι κάθε πρόβλημά μας όταν ενταχθεί στην φιλοσοφία της φύσης, σ' ένα σύστημα δηλαδή όπου δεν υπάρχουν αδικίες, θα βρει την προσήκουσα λύση του. Συμβολικά μιλάω και όχι μόνο φυσιολατρικά ή οικολογικά. Πολλές φορές ένα θέμα μας βάζει μέσα στο ποίημα και στην πορεία μας εγκαταλείπει και μας παραδίδει σε άλλο θέμα που αιφνίδια εμφιλοχωρεί. Σπανίως ένα ποίημα μου βγαίνει έτοιμο, συνήθως όλα χρειάζονται μια δεύτερη και μια τρίτη ματιά, μια λέξη να φύγει, μια άλλη λέξη να μπει. Τα καλύτερα ποιήματά μου είναι εκείνα που ξεκινάω από το τέλος τους. Όταν ξέρω δηλαδή πού και πώς θα καταλήξω. Γι' αυτό χάρηκα πολύ όταν συνάντησα τον στίχο του Ρίτσου «γεύση βαθιά του τέλους προηγείται του ποιήματος».

Β.Π.: Πολλοί είναι εκείνοι οι οποίοι υποστηρίζουν ότι ο δημιουργός δεν έχει ανάγκη να επικοινωνεί και να έρχεται σε επαφή με το αναγνωστικό του κοινό. Ποια η προσωπική σας άποψη; Μπορείτε να σκιαγραφήσετε το πορτρέτο των αναγνωστών σας;

Η.Κ.: Το κοινό πρέπει να επικοινωνεί με τον συγγραφέα μόνο μέσω των βιβλίων του. Νομίζω ότι είναι καλύτερη αυτή η σχέση, επειδή ο κάθε αναγνώστης πλάθει με την φαντασία του το πρόσωπο του δημιουργού και τις περισσότερες φορές αυτό το πρόσωπο είναι και το πιο αληθινό. Ο δημιουργός έξω από το έργο του έχει άλλη μορφή και άλλη γλώσσα. Εκεί απομυθοποιείται. Ένας δικός μου αναγνώστης θα πρέπει να έχει κατά κάποιον τρόπο και τις δικές μου ιδιομορφίες για να μπορεί να σταθεί κοντά στη θεματική μου, να μπορεί ν' ακούσει την γλώσσα μου, να συγκινηθεί με τις ευαισθησίες μου. Για να επέλθει έτσι η λειτουργία των συγκοινω-νούντων δοχείων, να γίνει με τον τρόπο αυτόν μια πιθανή προσέγγιση, όχι μια ταύτιση. Αν στην πράξη δεν συμβαίνει αυτό τότε, απλώς, το γεγονός επεξηγεί γιατί οι αναγνώστες μου είναι λίγοι.

Β.Π.: Κάποιοι υποστηρίζουν ότι ο Θεός είμαστε εμείς οι ίδιοι ενώ κάποιοι εκκεντρικοί ότι η θρησκεία είναι για τους αφελείς. Εσείς, πιστεύετε στο Θεό;

Η.Κ.: Όχι σε κάποιον συγκεκριμένο θεό. Το μόνο άκτιστον που υπάρχει και μας συνέχει πιστεύω ότι είναι το ίδιο το σύμπαν και αν συμβαίνει να υπάρχει κάποια δύναμη οιωνεί θεϊκή, που να έχει σχέση με την ανθρώπινη μοίρα, τότε κι αυτή η δύναμη θα είναι κτιστή από κάποια ανώτερή της, υποκείμενη κι εκείνη στις μηχανορραφίες του σύμπαντος. Οι Γνωστικοί είχαν ένα δίκιο οι κακόμοιροι, όταν προσπαθούσαν με τεχνάσματα να δικαιολογήσουν τις ατέλειες του κόσμου, εφευρίσκοντας έναν δεύτερο θεό, καλύτερον του κοσμικού δημιουργού. Οι θρησκείες είναι καλές όταν βοηθούν ανιδιοτελώς τους αδύνατους, όταν παρηγορούν και δεν υποκύπτουν στην υποκρισία. Όταν δεν είναι οι ίδιες δύναμη, αλλά μόνον αγάπη. Δυστυχώς όμως με πρόσχημα την αγάπη επιδιώκουν την δύναμη και την επιβολή. Δεν πιστεύω στον Θεό των Γραφών, δεν είναι δυνατόν να είναι ομοίωση του Ανθρώπου που επιβάλλει αδικίες, πολέμους, φρικαλεότητες. Πιστεύω ακόμα στον άγνωστο Θεό, από την εποχή της αρχαίας Αθήνας. Αν θελήσει ποτέ να φανερωθεί.

Β.Π.: Τι σημαίνει ευτυχία για εσάς και πώς την φαντάζεστε;

Η.Κ.: Η ανθρώπινη πλεονεξία δεν επιτρέπει ποτέ να σκιαγραφήσουμε το πώς και το τι της ευτυχίας. Πάντα δεν θα μας φτάνουν αυτά που έχουμε, πάντα θα θέλουμε πολύ περισσότερα. Μπορεί καμιά φορά να πλησιάσουμε την ευτυχία, αλλά δεν θα μπορούμε να το αντιληφθούμε εγκαίρως. Μόνο όταν παρέλθουν οι στιγμές και τις αναπολήσουμε, τότε μόνο μπορεί να πούμε αναστενάζοντας: α, τι ευτυχισμένοι καιροί! Λοιπόν, ευτυχία για μένα θα είναι να μπορώ να περιορίσω τις άλογες και άνευ μέτρου απαιτήσεις μου από την ζωή, χωρίς να στερηθώ τα απολύτως αναγκαία, που συνιστούν την κοινωνική μου παρουσία. Τη δυνατότητα δηλαδή να ζω, να επικοινωνώ, να γελώ και ν' αγαπώ.

Β.Π.: Ποια τα όνειρα-σχέδιά σας για το μέλλον;

Η.Κ.: Όσο μεγαλώνουμε τα όνειρά μας λιγοστεύουν εκ των πραγμάτων. Τι όνειρα μπορεί να έχουμε τώρα; Πόσο μακρόπνοα; Θα έλεγα μόνο ήσυχη ζωή εν υγεία. Και βιβλία, όσα προλάβουμε να γράψουμε ή τουλάχιστον να φανερώσουμε εκδοτικά αυτά που ήδη είναι γραμμένα.

Β.Π.: Ευχαριστώ πολύ!

Η.Κ.: Κι εγώ σας ευχαριστώ και πρέπει να ομολογήσω ότι το χάρηκα πολύ.