Music

«Το μόνο δεδομένο είναι ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο..»

2022-01-24

Συνέντευξη με τη συγγραφέα Ευαγγελία Χαραλάμπους

Επιμέλεια: 

Βασιλική Β. Παππά

vas_nikpap@yahoo.gr


Η Ευαγγελία Χαραλάμπους γεννήθηκε στην Πάφο της Κύπρου. Σπούδασε Ελληνική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και θέατρο στο «Νέο Ελληνικό Θέατρο» του Γιώργου Αρμένη. Διαθέτει μεταπτυχιακό και διδακτορικό δίπλωμα στην Ηθική Φιλοσοφία (ΕΚΠΑ). Έχει διακριθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς σε Ελλάδα και Κύπρο. Εργάζεται στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο Κύπρου.

Β.Π.: Κυρία Χαραλάμπους, θα ήθελα να πιάσουμε το νήμα από την αρχή και να πάμε πίσω στην παιδική σας ηλικία. Ποιο πράγμα θα μπορούσατε να πείτε ότι σας καθόρισε; Ποιες ήταν οι αναφορές σας, οι δάσκαλοί σας, όλα εκείνα που σας κινητοποίησαν;

Ε.Χ.: Νομίζω πως αυτό που με καθόρισε είναι ένα απροσδιόριστο κενό το οποίο ό,τι και να έκανα, υπήρχε πάντα εκεί. Σαν να υπήρχε ενσωματωμένη μέσα μου κάποια περίεργη συσκευή που μου στερούσε την πλήρη ικανοποίηση, την απόλυτη χαρά. Ήμουν τυχερή, γιατί είχα μια φυσιολογική παιδική ηλικία, οι γονείς μου ήταν άνθρωποι που διάβαζαν, σε μεγάλο βαθμό ανήσυχα πνεύματα. Στο σπίτι υπήρχαν τα σωστά ερεθίσματα, μουσικές, βιβλία. Για κάποιο λόγο ένιωθα πάντα, ακόμα κι όταν ήμουν με κόσμο, αυτό το κενό και μια βαθιά μοναξιά, που με ώθησε στο να είμαι ονειροπόλα. Να φτιάχνω δικούς μου κόσμους και να χάνομαι εκεί. Ανακάλυψα πως μέσα από τις ιστορίες που διάβαζα ζούσα μια άλλη ζωή, ή πολλές ζωές μαζί, πολύ πιο συναρπαστικές, κι αυτό με έκανε κάποια στιγμή να θέλω να γράψω κι εγώ. Από τα πρώτα βιβλία που θυμάμαι ήταν ο Μικρός Πρίγκηπας, ο πιο μεγάλος ίσως ταξιδευτής. Νομίζω πως αυτό με καθόρισε πιο πολύ, το γεγονός ότι είμαι ανήσυχο πνεύμα, δεν βολεύομαι πουθενά, θέλω να ξεφεύγω, να ταξιδεύω.

Β.Π.: Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο σας που φέρει τον τίτλο «Κατακαλόκαιρο» από τις εκδόσεις Μωβ Σκίουρος. Πότε «συναντηθήκατε» με τη συγγραφή για πρώτη φορά;

Ε.Χ.: Από την ηλικία των οκτώ, εννιά χρονών έκανα την πρώτη μου απόπειρα. Είχα όλο το μυθιστόρημα στο κεφάλι μου, αλλά όταν πήγα να το γράψω, όπως ήταν φυσικό, σκόνταψα πάνω σε ένα εκατομμύριο δυσκολίες. Έγραφα πάντα σκόρπια πράγματα, πεταμένα σημειωματάρια από δω κι από κει, και κάπου γύρω στα τριάντα έγινε η «συνάντηση» σε πιο σοβαρό επίπεδο. Είναι μια ηλικία όπου καλώς ή κακώς καταλαγιάζει ο θόρυβος της εφηβείας και της «μετεφηβείας» που βιώνεις στα φοιτητικά χρόνια. Φιλτράρεις αλλιώς τα πράγματα, έχεις ανάγκη να εκφράσεις αυτά που συμβαίνουν μέσα σου.

Β.Π.: Ποιος ο λόγος να γράφει κάποιος σήμερα; Οικονομικό κίνητρο δεν υπάρχει, όταν όλοι γνωρίζουμε ότι ο κόσμος δεν διαβάζει... Εάν ένα βιβλίο το διαβάσουν πέντε χιλιάδες άνθρωποι θεωρείται ευπώλητο και πετυχημένο. Τι πράξη είναι για σας η συγγραφή τελικά;

Ε.Χ.: Ο λόγος για τον οποίο γράφει κάποιος σήμερα (και σε όλες τις εποχές) είναι η ανάγκη της έκφρασης. Μοιάζει με τη χύτρα ταχύτητας, κάποια στιγμή πρέπει να αφήσεις τον αέρα να φύγει από τη βαλβίδα, έχεις ανάγκη αποσυμπίεσης. Ο ίδιος λόγος για τον οποίο κάποιος θα πάρει ένα πινέλο, μια κάμερα, θα καθίσει στο πιάνο κ.ο.κ. Κανένας πραγματικός καλλιτέχνης πιστεύω δεν το κάνει σε πρώτο στάδιο για κάποιον άλλο λόγο, πέρα από την ανάγκη να υπάρξει μέσω της τέχνης του. Να αφήσει ίσως ένα αποτύπωμα στον κόσμο, τη δική του εκδοχή για το πώς βλέπει τα πράγματα, πώς τα βιώνει. Το ότι ο κόσμος δεν διαβάζει, θα έλεγα ότι ισχύει μέχρι ενός βαθμού, αλλά πιστεύω πως κάθε άνθρωπος που θέλει να εκφραστεί, δεν στέκεται στις δυσκολίες. Ίσως είναι και στη φύση του καλλιτέχνη να βρίσκει τρόπο και κανάλι έκφρασης, ανεξαρτήτως της αποδοχής. Mοιάζει λίγο με το να αφήνεις ένα μήνυμα μέσα σε ένα μπουκάλι μέσα στη θάλασσα. Για να το κάνεις, υπήρχε μια ανάγκη να στείλεις ένα μήνυμα. Τώρα το τι θα γίνει είναι μια άλλη ιστορία. Η συγγραφή, λοιπόν, είναι ένα μοίρασμα, μια ανάγκη συνάντησης του συγγραφέα με τον αναγνώστη. Ο συγγραφέας πρέπει να βρει τον τρόπο η ιστορία του να έχει κάτι αξιόλογο, κάτι επί της ουσίας να πει στον αναγνώστη. Κάτι το φρέσκο, το μοναδικό. Θεωρώ πως η επιτυχία ενός βιβλίου δεν μετριέται απαραίτητα ποσοτικά. Το βαρόμετρο είναι ο βαθμός στον οποίο θα μιλήσει στον αναγνώστη. Και επιπλέον το βιβλίο δεν πρέπει να είναι προϊόν με ημερομηνία λήξης, μετράει το πόσο θα αντέξει στον χρόνο.

Β.Π.: Είναι βαρύς ο τίτλος του συγγραφέα; Ποια η γνώμη σας για τους σημερινούς Έλληνες μυθιστοριογράφους;

Ε.Χ.: Ναι, για μένα είναι, και ακόμα νιώθω λίγο αμήχανα όταν με ρωτάνε αν είμαι συγγραφέας. Είμαστε σε μια χώρα (μιλάω και για την Ελλάδα και για την Κύπρο) όπου όλοι γράφουν. Με την έννοια ότι υπάρχει μια πληθώρα από ανθρώπους που γράφουν. Αυτό είναι καλό, φυσικά, απλά έχω συνδέσει την έννοια «συγγραφέας» με ανθρώπους σαν τον Μίλαν Κούντερα, τον Φράντς Κάφκα, τον Αλμπέρ Καμύ, τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες κλπ. Είναι πολύ ασαφή τα όρια σήμερα σε όλα τα επίπεδα, δηλαδή πιστεύω πως ένας άνθρωπος ο οποίος γράφει όχι για να γίνει γνωστός, ούτε από ματαιοδοξία ή κάτι τέτοιο, δεν τον αφορά ο τίτλος του συγγραφέα. Και οι τίτλοι γενικότερα. Ξέρω πολλούς ανθρώπους οι οποίοι για χ λόγους δεν έχουν εκδόσει κάτι, αλλά είναι πολύ πιο «συγγραφείς» από άλλους που έχουν εκδόσει. Όπως είπα και πριν, υπάρχει πληθώρα από βιβλία, άρα μέσα σ' αυτή την τεράστια παραγωγή υπάρχουν κάθε λογής βιβλία. Και αν το ψάξεις λίγο, σίγουρα θα βρεις διαμαντάκια για να διαβάσεις.

Β.Π.: Διαβάζοντας το βιβλίο σας, δεν σας κρύβω ότι μου προκάλεσε θλίψη η περίπτωση της Ζακλίν, η οποία θυμάται τη μητέρα της βυθισμένη μέσα στα πλούτη, αλλά πάντα απούσα... Δυστυχώς, πολλά παιδιά μεγαλώνουν με αυτό το κενό μέσα τους. Θεωρώ ότι αυτό αποτελεί ένα στίγμα για τον πολιτισμό μας, δηλαδή είτε πολλά παιδιά να εγκαταλείπονται, είτε στην καλύτερη περίπτωση να μεγαλώνουν με γονείς παρόντες-απόντες. Τι θα είχατε να πείτε σ' αυτούς τους γονείς;

Ε.Χ.: Η Ζακλίν είναι η μία εκ των τριών βασικών ηρώων της ιστορίας. Μεγάλωσε όντως με γονείς παρόντες-απόντες, πράγμα που την καθορίζει στη μετέπειτα ζωή της. Και στη σχέση της με τον άντρα της, τον Ερμή, τον άλλο ήρωα της ιστορίας, και στη σχέση της με το παιδί της. Το «Κατακαλόκαιρο» μιλάει για αυτό το κενό από την έλλειψη φροντίδας. Την αγκαλιά που δεν έγινε, τις λέξεις που δεν ειπώθηκαν, την απόσταση, τη μοναξιά. Ο κάθε ήρωας της ιστορίας προσπαθεί να αποτινάξει από πάνω του αυτό το φορτίο, να γίνει μια «βελτιωμένη έκδοση» σε σχέση με τους γονείς του, να χειριστεί το τραύμα αυτό. Τέλειοι γονείς είναι σαφές ότι δεν υπάρχουν, αλλά σίγουρα υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο να κάνεις λάθη και στο να είσαι τελείως απών. Με λυπεί αφάνταστα το να μεγαλώνουν τα παιδιά με αυτό το τεράστιο κενό, αλλά εγώ προσωπικά δεν έχω να πω τίποτα σε αυτούς τους γονείς, με την έννοια της κριτικής. Το βιβλίο και κάθε βιβλίο μυθιστορίας δεν είναι διδακτικό, εκθέτει ένα μωσαϊκό από εικόνες και συναισθήματα. Τα πράγματα νομίζω στις ανθρώπινες σχέσεις είναι και απλά και σύνθετα. Σε κάποιο σημείο λέει ένας από τους ήρωες: «αυτό είναι το πρόβλημα με τις ιστορίες. Ο καθένας από τη μεριά του έχει δίκιο». Θέλω να πω πως πολλοί άνθρωποι γίνονται γονείς χωρίς πραγματικά να το θέλουν, βρίσκονται μπροστά από ένα βουνό από δυσκολίες και καμιά φορά μπορεί να κάνουν κάτι το ακραίο, να τα παρατήσουν και να φύγουν, όπως η Ζακλίν στο έργο. Η Ζακλίν βέβαια είχε κατάθλιψη, ήταν ψυχικά άρρωστη στο στάδιο αυτό. Παραθέτω ένα απόσπασμα για τη συνάντηση της Ζακλίν με τη μαμά της, η οποία δεν έγινε τελικά. «Η Ζακλίν δεν νιώθει απολύτως τίποτα γι' αυτή τη γυναίκα. Όλη αυτή η ψύχρα δεν την αφήνει να κάνει βήμα. Τη χαζεύει όπως παρατηρεί κανείς έναν πίνακα. Με το μαυρόασπρο, καρό ταγιέρ, τα μαργαριταρένια της κολιέ, λεπτή, υπέρκομψη. Να μπει μέσα και να της πει τι; Να θυμηθούν τα παλιά; Ποια παλιά; Μια κακή σχέση μπορεί να διορθωθεί. Με τις ανύπαρκτες σχέσεις τι μπορεί να κάνει κανείς; Με μηδέν υλικά πώς να φτιάξει πίτα; Για κάποια πράγματα μάλλον είναι πολύ πολύ αργά. Έχει αργήσει και η μαμά της δεν κάνει την παραμικρή κίνηση για να την ψάξει με τα μάτια. Μοιάζει να μην την περιμένει ούτε αυτή. Απ' ότι φαίνεται καμιά από τις δυο τους δεν έχει ανάγκη αυτή τη συνάντηση.

Η Ζακλίν απομακρύνεται από το καφέ και νιώθει σαν να έχει μόλις θάψει τη μητέρα της. Με ήρεμη, καθαρή λύπη που έχουν οι άνθρωποι μετά από μια κηδεία, γυρίζει πίσω στην Αyo και την Ελέν».

Β.Π.: Κατέχετε μεταπτυχιακό και διδακτορικό δίπλωμα στην Ηθική Φιλοσοφία από το ΕΚΠΑ. Τα τελευταία όμως χρόνια βλέπουμε ο κόσμος να μην αντιμετωπίζει τους επιστήμονες με την αίγλη και τον σεβασμό των παλιότερων χρόνων. Συμπλέετε με αυτή την άποψη; Κι αν ναι, πού οφείλεται κατά τη γνώμη σας το χαμηλό κύρος των επιστημόνων;

Ε.Χ.: Σίγουρα ζούμε σε μια εποχή γενικότερης αμφισβήτησης και απομάγευσης, πράγμα και καλό και κακό. Σίγουρα, η εποχή όπου για παράδειγμα ο δάσκαλος του χωριού είχε άλλο κύρος, έχει παρέλθει. Σ' αυτό συναινούν πολλοί παράγοντες: αφ' ενός η τεράστια πρόσβαση στη γνώση μέσω του διαδικτύου. Τώρα πια όλοι είναι ειδικοί περί παντός επιστητού, έχουν άποψη για όλα, χάνονται μέσα στην τόση πληροφορία. Αφ' ετέρου, οι άνθρωποι έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους λόγω του γενικότερου αποπροσανατολισμού. Το βασικότερο πρόβλημα όμως κατ' εμέ είναι το θέμα του σεβασμού σε ανθρώπινο επίπεδο γενικότερα, ανεξαρτήτως πτυχίων και επιστημόνων. Εννοώ πως πρέπει να υπάρχει σεβασμός μεταξύ των ανθρώπων, αυτό είναι εκ των ων ουκ άνευ, είτε μπαίνει κανείς σε ένα ταξί, είτε μιλάει στην υπάλληλο μπροστά στα τυριά στο σούπερ μάρκετ, είτε απευθύνεται σε κάποιον καθηγητή πανεπιστημίου, πρέσβη ή οποιονδήποτε.

Β.Π.: Τα πάντα σήμερα είναι αβέβαια, ρευστά και δυσοίωνα. Βλέπουμε να κυριαρχεί η αντίληψη ότι η κοινωνία χρειάζεται χαρισματικούς ηγέτες προκειμένου να βγει από το τέλμα. Πιστεύετε ότι υπάρχουν αυτοί οι ηγέτες σήμερα που θα μπορούσαν να συνεπάρουν τον κόσμο;

Ε.Χ.: Αν και ως άνθρωπος θέλω πάντα να βλέπω το ποτήρι μισογεμάτο, στον συγκεκριμένο τομέα δυσκολεύομαι. Όχι τόσο γιατί δεν υπάρχουν, όσο γιατί θεωρώ πως και οι λίγοι, οι χαρισματικοί αυτοί άνθρωποι, σ' αυτόν τον χώρο δεν έχουν πολλά περιθώρια να δράσουν. Προσκρούουν σε τοίχους, πρέπει να εναντιωθούν στο σύστημα και να παλέψουν με ριζωμένες αντιλήψεις, παγιωμένες καταστάσεις που είτε δεν αλλάζουν είτε αλλάζουν δραματικά αργά και δύσκολα. Όπως το έθεσε ο Αλμπέρ Καμύ, «Η πολιτική και η μοίρα της ανθρωπότητας διαμορφώνονται από ανθρώπους χωρίς ιδανικά και χωρίς μεγαλείο. Άνθρωποι που έχουν μεγαλείο μέσα τους δεν ασχολούνται με την πολιτική». Είναι ένας συνδυασμός πραγμάτων: δεν έχει να κάνει τόσο με την ανικανότητα του γεωργού, όσο με το ότι το χωράφι είναι στείρο. Όσο για το ότι τα πράγματα είναι ρευστά, πότε δεν ήταν; Μου αρέσει η εξής φράση: «το μόνο δεδομένο είναι ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο». Προσωπικά, αποστρέφομαι τη λέξη «δυσοίωνος». Είναι σαφές ότι κατακλυζόμαστε από αρνητικές ειδήσεις και υπάρχει μια βαρβαρότητα γύρω μας η οποία με σοκάρει, αλλά θεωρώ πως σε όλα τα πράγματα η αισιοδοξία είναι μονόδρομος. Μια μεσότητα χρειάζεται, ούτε να αιθεροβατούμε, αλλά ούτε και να βλέπουμε μόνο μαύρο παντού. Πέρα από την απογοήτευση που έχει πια καταγραφεί στο DNA των ανθρώπων σχετικά με την πολιτική και ως προς το τι να περιμένουν, υπάρχουν κάποιες φωτεινές εξαιρέσεις σε όλο το φάσμα της ιστορίας και της πολιτικής και έχω μια (εξαιρετικά συγκρατημένη) αισιοδοξία ότι μπορεί κάποια στιγμή να αλλάξουν τα πράγματα. Το συγκεκριμένο θέμα σχετίζεται με την παιδεία, με χίλιους δυο παράγοντες που δεν εξαντλούνται εδώ, γι΄ αυτό κλείνω με μια φράση του Ουίνστον Τσώρτσιλ. «Είμαι αισιόδοξος. Δεν φαίνεται πολύ χρήσιμο να είσαι οτιδήποτε άλλο».