Music

Δρ. Μαρίνος Σιζόπουλος: «Η ιστορική αυτογνωσία είναι προϋπόθεση για το μέλλον του Ελληνισμού»

2026-03-02

Συνέντευξη – Επιμέλεια: Βασιλική Β. Παππά

vpappa@cultmagz.com 

Από τα βιώματα της εισβολής στη μελέτη της ιστορίας και την αναζήτηση στρατηγικής για το αύριο. 

Στο γραφείο του, ο Δρ. Μαρίνος Σιζόπουλος μιλά για την ιστορία, την πολιτική και τις προκλήσεις του Κυπριακού σήμερα. 

Abstract:
In this interview, Dr. Marinos Sizopoulos reflects on his personal experiences growing up in Cyprus during the turbulent years leading to the 1974 invasion, and how they shaped his political consciousness. Drawing from his work as a historian, politician, and chair of the Committee on the Cyprus Archive, he discusses the critical events, documented evidence, and lessons from the past that remain essential for understanding Cyprus's history and safeguarding its future. 



Σε μια εκτενή συζήτηση με τον Μαρίνο Σιζόπουλο, η ιστορία της Κύπρου δεν προσεγγίζεται απλώς ως μια αλληλουχία γεγονότων, αλλά ως βίωμα, ευθύνη και διαρκές πεδίο προβληματισμού για το παρόν και το μέλλον. Με προσωπικές μνήμες που ξεκινούν από τα ταραγμένα χρόνια πριν από το 1974, ο ίδιος εξηγεί πώς οι εμπειρίες της παιδικής και εφηβικής του ηλικίας διαμόρφωσαν την πολιτική του συνείδηση και τον οδήγησαν στην ενεργό δράση μέσα από την ΕΔΕΚ, υπό την ηγεσία του Βάσοy Λυσσαρίδη.

Αφορμή για τη συζήτησή μας αποτελεί το βιβλίο του Κύπρος: Μια μακρά πορεία προδοσίας (1955–1974), μια μελέτη που επιχειρεί να φωτίσει τεκμηριωμένα τις πολιτικές, στρατιωτικές και διπλωματικές διεργασίες που οδήγησαν στο πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή. Μέσα από την εμπειρία του ως γιατρού, πολιτικού και ερευνητή, ο Δρ. Σιζόπουλος αναδεικνύει τη σημασία της γνώσης της ιστορίας όχι ως αναδρομή στο παρελθόν, αλλά ως εργαλείο ευθύνης για τις επόμενες γενιές.

Η συνέντευξη

Β.Π.: Κύριε Σιζόπουλε, πώς οι παιδικές σας εμπειρίες στη Λευκωσία και την Κερύνεια πριν και κατά την τουρκική εισβολή του 1974 επηρέασαν την πολιτική σας ευαισθησία και το ενδιαφέρον σας για την ιστορία της Κύπρου;

Μ.Σ.: Εκτιμώ ότι οι εμπειρίες της παιδικής - μου ηλικίας, κυρίως της περιόδου 1963 – 1973 (6 μέχρι 16 χρονών), υπήρξαν καθοριστικές τόσο για την πολιτική-μου διαδρομή, όσο και για την ιστορική - μου αυτογνωσία. Στην ηλικία των 6 χρονών βίωσα το πραξικόπημα της Τουρκίας τον Δεκέμβριο του 1963 και στη συνέχεια τη βίαιη μετακίνηση των τουρκοκυπρίων από το χωριό Διόριος της επαρχίας Κερύνειας, όπου διέμενε η οικογένειά - μου, από τους ένοπλους στασιαστές της τουρκοκυπριακής τρομοκρατικής οργάνωσης ΤΜΤ. Στη συνέχεια στην περιοχή στρατωνίστηκε ένα από τα μεγαλύτερα τάγματα της Ελληνικής Μεραρχίας και είχα την ευκαιρία να έρθω σε επαφή με τις οικογένειες ελλαδιτών αξιωματικών αλλά και στρατιωτών. Αυτό με βοήθησε να μάθω γεγονότα που αφορούσαν τον εμφύλιο πόλεμο στην Ελλάδα και το πραξικόπημα των Συνταγματαρχών τον Απρίλιο του 1967. Βίωσα στη συνέχεια τη βαθειά θλίψη από την αποχώρηση της Ελληνικής Μεραρχίας τον Ιανουάριο του 1968 και τα όσα επακολούθησαν. Καθοριστικό γεγονός για την ενεργή εμπλοκή στην πολιτική αποτέλεσε η τρομοκρατική δράση της ΕΟΚΑ Β΄. Έτσι σε ηλικία 16 χρονών, τον Φεβρουάριο του 1973, εντάχθηκα ως ενεργό μέλος στη Νεολαίας του Σοσιαλιστικού Κόμματος, της ΕΔΕΚ, που ίδρυσε ο Βάσος Λυσσαρίδης γιατί ήταν το μόνο καθαρά αντι – χουντικό κόμμα στην Κύπρο. Τέλος, βίωσα τις συνέπειες τόσο του προδοτικού πραξικοπήματος, όσο και της τουρκικής εισβολής αλλά και της προσφυγοποίησης. Είναι λοιπόν προφανές ότι όλα αυτά τα γεγονότα καθόρισαν σε πολύ μεγάλο βαθμό τον πολιτικό - μου προσανατολισμό ως έφηβου.

Β.Π.: Τι σας ώθησε να γράψετε το βιβλίο «Κύπρος: Μια μακρά πορεία προδοσίας (1955–1974)» και να επικεντρωθείτε σε αυτήν την κρίσιμη περίοδο;

Μ.Σ.: Καθοριστικής σημασίας ήταν η εμπειρία από την προεδρία της Επιτροπής για τον Φάκελο της Κύπρου την περίοδο 2006-2011. Σε αυτή την έρευνα εκτιμώ ότι σημαντικό ρόλο για την θετική ολοκλήρωσή-της είχαν οι βιωματικές - μου εμπειρίες, οι οποίες με βοήθησαν να συνδέσω διάφορα γεγονότα της εποχής και μέσα από μια διεισδυτική και πολυεπίπεδη έρευνα να καταγραφούν με πλήρη αντικειμενικότητα τα συμπεράσματα. Ως εκ τούτου, θεωρώ πολύ σημαντικό την αποτύπωση στη βάση εγγράφων και διασταυρωμένων πληροφοριών των γεγονότων που οδήγησαν στο προδοτικό πραξικόπημα, την τουρκική εισβολή και την κατοχή του 37% της Κύπρου.

Β.Π.: Υπήρξαν στοιχεία ή μαρτυρίες κατά την έρευνα για τον Φάκελο της Κύπρου που σας εξέπληξαν ή σας συγκλόνισαν;

Μ.Σ.: Υπήρξαν σημαντικά έγγραφα και μαρτυρίες τα οποία με συγκλόνισαν, επιβεβαιώνοντας με απόλυτη τεκμηρίωση σημαντικά γεγονότα εκείνης της περιόδου, καταρρίπτοντας την ίδια στιγμή μυθεύματα και δικαιολογίες που πρόβαλαν κάποιοι. Για εμένα όμως τα πλέον συγκλονιστικά ήταν τα πρακτικά της συνάντησης του Έβρου τον Σεπτέμβριο του 1967 και οι προτάσεις που κατέθεσε ο τούρκος Πρωθυπουργός Ντεμιρέλ. Προτάσεις οι οποίες καθόριζαν με απόλυτη ακρίβεια τους τουρκικούς στόχους και οι οποίες στο σύνολό - τους περιλαμβάνονταν στο σχέδιο Ανάν του 2004. Το δεύτερο ήταν τα πρακτικά της συνάντησης του Αμερικανού Υφυπουργού Εξωτερικών Σίσκο με την ηγεσία της χούντας στις 19 Ιουλίου 1974, όπου ουσιαστικά η χούντα συναίνεσε στην κατάληψη από την Τουρκία εδαφών της Κύπρου για να αποκτήσει έξοδο στη θάλασσα η τουρκοκυπριακή κοινότητα. Αυτός ήταν και ο λόγος που η τουρκική απόβαση στις 20 Ιουλίου δεν αντιμετωπίστηκε στη βάση του Σχεδίου Άμυνας της Κύπρου, ένα γεγονός το οποίο βίωσα εκ του σύνεγγυς.

Ο Μαρίνος Σιζόπουλος συζητά για τα γεγονότα που σημάδεψαν την Κύπρο και το μέλλον του Ελληνισμού. 

Β.Π.: Ποιο είναι το κυριότερο μήνυμα που θέλετε να μεταφέρει το βιβλίο στις νέες γενιές;

Μ.Σ.: Σε μια εποχή ασύμμετρων απειλών σε βάρος των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κύπρου και της Ελλάδας από την επεκτατική πολιτική της Τουρκίας, η ιστορική αυτογνωσία είναι επιβεβλημένη αναγκαιότητα. Η διαχρονική ρύση του πατέρα της Ιατρικής, του Ιπποκράτη «Μελέτησε το παρελθόν, διάγνωσε το παρόν, πρόλαβε το μέλλον», εξακολουθεί να ισχύει. Εκτός από την Ιατρική πρέπει να καθορίζει τη στάση - μας και στην πολιτική. Δύο επιστήμες οι οποίες πρέπει να χαρακτηρίζονται από ανθρωποκεντρισμό αλλά και την άμεση λήψη αποφάσεων για την επίλυση των διαφόρων προβλημάτων.

Η σε βάθος αντικειμενική διερεύνηση των γεγονότων που οδήγησαν στην προδοσία του 1974, το πραξικόπημα της χούντας των Αθηνών σε βάρος του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και η τουρκική εισβολή με την κατάληψη του 37% του εδάφους της Κύπρου, είναι όχι μόνο πολιτική αλλά και ιστορική αναγκαιότητα. Δεν αποσκοπεί στην αναμόχλευση του διχασμού, στην ανάξεση πληγών του παρελθόντος ή υπονόμευση της ενότητας του Ελληνικού έθνους. Αποσκοπεί στην ενημέρωση της νέας γενιάς, τον παραδειγματισμό για την αποφυγή διάπραξης των ίδιων ή παρόμοιων λαθών, τα οποία θα θέσουν σε άμεσο και σοβαρό κίνδυνο τη φυσική, εθνική και θρησκευτική επιβίωση του Κυπριακού Ελληνισμού, αλλά και ενδεχομένως της Θράκης και του Αιγαίου. Ως έθνος δεν έχουμε πλέον την πολυτέλεια για άλλες χαμένες πατρίδες

Β.Π.: Ποιο γεγονός θεωρείτε καθοριστικό για την κρίση του 1974 και τι διδάγματα μπορεί να πάρει η Κύπρος από αυτό σήμερα;

Μ.Σ.: Την πραξικοπηματική ανατροπή του Αρχ. Μακαρίου, η οποία σχεδιάστηκε για πρώτη φορά από την Αθήνα την άνοιξη του 1965 και επακολούθησαν άλλοι τρείς σχεδιασμοί από τη χούντα, τον Μάρτιο του 1970, τον Φεβρουάριο του 1972 και τελικά τον Ιούλιο του 1974. Τρία σχέδια πραξικοπήματος εκπόνησε και ο Γρίβας ως αρχηγός της παράνομης οργάνωσης ΕΟΚΑ Β΄, ο οποίος είχε την πλήρη υποστήριξη της χούντας, το «Σφενδόνη» τον Δεκέμβριο του 1971, το «Απόλλων» τον Μάρτιο του 1972 και το «Νίκη» τον Ιούλιο του 1973. Η πραξικοπηματική ανατροπή νόμιμα εκλεγμένου Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ουσία αποτελούσε πρόσκληση στην Τουρκία για επέμβαση στην Κύπρο. Αυτό όφειλαν να το γνωρίζουν οι πολιτικοί και στρατιωτικοί κύκλοι τόσο στην Αθήνα όσο και στη Λευκωσία, δεδομένης της τοποθέτησης της Τουρκίας στις συνομιλίες του Λονδίνου τον Φεβρουάριο του 1959 ότι ο λόγος που διεκδίκησε να έχει εγγυητικά δικαιώματα ήταν για να τα ασκήσει σε περίπτωση που η Ελλάδα πραγματοποιούσε πραξικόπημα στην Κύπρο (σελ. 187 των πρακτικών).

Β.Π.: Ποιες στρατηγικές κινήσεις της Τουρκίας στην ανατολική Μεσόγειο θεωρείτε πιο κρίσιμες και γιατί;

Μ.Σ.: Η Τουρκία από το 1952 αναγνώρισε τη σημαντική γεωστρατηγική σημασία της Μέσης Ανατολής τόσο για τις θαλάσσιες συγκοινωνίες λόγω της διώρυγας του Σουέζ, όσο και των ενεργειακών πηγών της περιοχής. Ο στρατηγικός-της σχεδιασμός αποσκοπεί στη μετατροπή - της σε μια ισχυρή περιφερειακή δύναμη με παγκόσμια εμβέλεια. Για την επιτυχία του στόχου - της σταδιοποιημένα έπρεπε να υλοποιήσει τρείς στόχους. Ο πρώτος να αποκλείσει τον πλήρη ελληνικό θαλάσσιο αποκλεισμό που θα επιτυγχανόταν στην περίπτωση που η Κύπρος θα ενωνόταν με την Ελλάδα. Ο δεύτερος να ενσωματώσει την Κύπρο στην τουρκική επικράτεια, γι' αυτό και τον Μάρτιο του 1957 το Γραφείο Ειδικού Πολέμου του τουρκικού στρατού εκπόνησε το σχέδιο «επανάκτησης της Κύπρου» και ο τρίτος να διχοτομήσει το Αιγαίο. Τις προθέσεις αυτές τις διατύπωσε με πλήρη καθαρότητα ο τούρκος Πρόεδρος με το σχέδιο «Γαλάζια Πατρίδα». Γι' αυτό και κομβικό σημείο αποτροπής υλοποίησης των τουρκικών στόχων είναι η μάχη της Κύπρου, όπου δεν θα πρέπει μέσα από την όποια λύση που θα προκύψει η Τουρκία άμεσα (με τη λύση των δύο κρατών), ή έμμεσα (με τη λύση της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας) να νομιμοποιήσει την παρουσία - της στην Κύπρο και να ελέγχει μέσω της τουρκοκυπριακής κοινότητας τη λειτουργία του κράτους.

Β.Π.: Πώς η εμπειρία σας ως βουλευτής και πρόεδρος επιτροπών της Βουλής, όπως η Επιτροπή για τον Φάκελο της Κύπρου, επηρέασε τον τρόπο που προσεγγίσατε την ιστορία στο βιβλίο;

Μ.Σ.: Μακριά από πολιτικούς ή/και κομματικούς επηρεασμούς η καταγραφή των γεγονότων να γίνεται με απλό και κατανοητό για τους πολίτες τρόπο, με απόλυτη τεκμηρίωση των όσων καταγράφονται και με πλήρη αντικειμενικότητα ώστε να μη τίθεται υπό αμφισβήτηση. Επιπρόσθετα, εκτιμώ ότι το περιεχόμενο του βιβλίου μπορεί να αποτελέσει έναυσμα για περαιτέρω έρευνα, ώστε εάν υπάρχουν κενά να συμπληρωθούν ή εάν προκύψουν νέα τεκμηριωμένα στοιχεία να γίνουν διορθώσεις. Δεν διεκδικώ την τελειότητα, ούτε και το αλάνθαστο. Στόχος μου είναι η ειλικρινής συμβολή στην καταγραφή των γεγονότων μιας περιόδου που ήταν σημαντική για τον κυπριακό ελληνισμό και το αποτέλεσμα των οποίων θέτει σε κίνδυνο τη φυσική, εθνική και θρησκευτική - του επιβίωση.

Β.Π.: Ποιο είναι το μεγαλύτερο μάθημα που πήρατε από την πολιτική για την Κύπρο και που θα θέλατε να το μοιραστείτε με το κοινό;

Μ.Σ.: Ό,τι κέρδισε μέχρι σήμερα η Τουρκία σε βάρος της Κύπρου ήταν δώρα που της πρόσφεραν δυστυχώς με τις αποφάσεις και τις ενέργειές - τους εν Ελλάδι πολιτικοί και στρατιωτικοί. Σήμερα πρέπει να εγκαταλείψουμε τις ψευδαισθήσεις ότι με συνεχείς υποχωρήσεις θα πείσουμε την Τουρκία να αποδεχτεί μια δίκαιη και λειτουργική λύση του Κυπριακού, αντίθετα οι υποχωρήσεις - μας αξιοποιούνται από την Τουρκία για να κατοχυρώνει προς όφελος - της πρόσθετο πολιτικό κεκτημένο. Ως Ελληνισμός οφείλουμε να διαμορφώσουμε ενιαία εθνική πολιτική αντιμετώπισης του τουρκικού επεκτατισμού, τόσο σε πολιτικό όσο και σε στρατιωτικό επίπεδο, την οποία να ακολουθούν σταθερά και αμετάκλητα τόσο οι κυβερνήσεις, όσο και τα πολιτικά κόμματα Ελλάδας και Κύπρου.

Β.Π.: Μεταξύ της ιατρικής, της πολιτικής και της συγγραφής, ποιο ρόλο θεωρείτε ότι σας έχει διαμορφώσει περισσότερο ως άνθρωπο;

Μ.Σ.: Χωρίς να μειώνω τη σημαντική συνεισφορά τόσο της ιατρικής όσο και της πολιτικής, δύο επιστημών με έντονο το ανθρωποκεντρικό στοιχείο στη διαμόρφωση του χαρακτήρα μου, θεωρώ ότι τον πλέον σημαντικό ρόλο, ακόμα και στην πολιτική μου διαδρομή τον καθόρισαν οι οικογενειακές και οι βιωματικές μου εμπειρίες. Οι αρχικοί επιστημονικοί και επαγγελματικοί μου προσανατολισμοί ήταν διαφορετικοί. Στην ιατρική με οδήγησαν τα γεγονότα του 1974 και η ενεργή εμπλοκή μου στην πολιτική.

Β.Π.: Σκέφτεστε να συνεχίσετε τη συγγραφική σας πορεία με νέα έργα ή μελέτες για την Κύπρο ή άλλα θέματα;

Μ.Σ.: Είναι κάτι που δεν το αποκλείω. Επεξεργάζομαι διάφορα σενάρια. Όμως, προς το παρόν το ενδιαφέρον μου επικεντρώνεται στην προώθηση του παρόντος βιβλίου.

Το βιβλίο του Δρ. Μαρίνου Σιζόπουλου, «Κύπρος: Μια μακρά πορεία προδοσίας (1955–1974)», μια μελέτη που φωτίζει τα γεγονότα και τις επιλογές που οδήγησαν στην κρίση του 1974. 

Συμπέρασμα

Η συζήτηση με τον Δρ. Σιζόπουλο αναδεικνύει ότι το Κυπριακό δεν αποτελεί μόνο ζήτημα διεθνούς πολιτικής ή ιστορικής μνήμης, αλλά ένα διαρκές πεδίο εθνικού αναστοχασμού. Μέσα από τη μελέτη εγγράφων, μαρτυριών και προσωπικών βιωμάτων, υπογραμμίζει την ανάγκη για νηφάλια κατανόηση των γεγονότων που σημάδεψαν το 1974, χωρίς σκοπιμότητες ή ιδεολογικές αγκυλώσεις.

Το βασικό μήνυμα που μεταφέρει είναι πως η ιστορική γνώση δεν πρέπει να οδηγεί σε διχασμό, αλλά σε συνειδητοποίηση, ενότητα και στρατηγική συνέπεια. Σε μια περίοδο γεωπολιτικών προκλήσεων στην Ανατολική Μεσόγειο, η κατανόηση των λαθών και των επιλογών του παρελθόντος, όπως τονίζει, αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη διαμόρφωση μιας σταθερής και αποτελεσματικής πολιτικής πορείας στο μέλλον.