Music

Η Ελλάδα που περπατά στη Νέα Υόρκη – Μια συνομιλία με τον καθηγητή Νίκο Αλεξίου

2026-04-17

Για την ποίηση, τη μνήμη της διασποράς και το Hellenic American Project στο Queens College

Ο Νίκος Αλεξίου — εκεί όπου ο στοχασμός γίνεται εικόνα και η μνήμη αναπνέει. 

Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε για το Culture Magazine.

Επιμέλεια και παρουσίαση: Βασιλική Β. Παππά

vpappa@cultmagz.com


Υπάρχουν συνομιλίες που δεν λειτουργούν ως απλές συνεντεύξεις, αλλά ως πεδία συνάντησης σκέψεων, μνήμης και εμπειρίας. Η συζήτηση με τον Νίκο Αλεξίου —καθηγητή Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης και ιδρυτή του Hellenic American Project— ανήκει σε αυτή την κατηγορία.

Με αφετηρία την ποίηση, αλλά διαρκώς επιστρέφοντας στη μετανάστευση, τη μνήμη και τη συλλογική εμπειρία της διασποράς, ο λόγος του κινείται ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Νέα Υόρκη, ανάμεσα στο προσωπικό και το ιστορικό. Το έργο του, τόσο στο πανεπιστήμιο όσο και μέσα από το αρχείο των Ελληνοαμερικανών, συγκροτεί έναν ενιαίο χώρο όπου οι φωνές των ανθρώπων και τα «δάκρυα των πραγμάτων» μετατρέπονται σε λόγο που αντιστέκεται στη λήθη.

Το κείμενο που ακολουθεί γράφτηκε σαν μια δια ζώσης συνομιλία — και διαβάζεται ως μια στοχαστική διαδρομή πάνω στην ποίηση, την ταυτότητα και την ανάγκη της μνήμης.

Β.Π.: Κύριε Αλεξίου, τι είναι το Hellenic American Project (HAP) που έχετε ιδρύσει στο δημόσιο πανεπιστήμιο Νέας Υόρκης, Queens College;

Ν.Α.: Είναι ένα σύγχρονο και πρωτοποριακό Κέντρο Έρευνας Ελληνικής Διασποράς Αμερικής. Ο χώρος του Πανεπιστημίου όπου στεγάζεται το Hellenic American Project, έχει πολλαπλές λειτουργίες. Ο μικρός αλλά δυναμικός χώρος του μουσείου είναι μία από αυτές. Επίσης, στο χώρο του HAP διατηρούμε συλλογές αρχείων διαφόρων εθνοτοπικών συλλόγων και ιδιωτών, καθώς και μία μοναδική βιβλιοθήκη που επικεντρώνεται αποκλειστικά σε λογοτεχνικά έργα κι επιστημονικές έρευνες Ελλήνων της Αμερικής. Μία επιπλέον λειτουργία του HAP είναι η συλλογή προφορικών ιστοριών των Ελλήνων της Νέας Υόρκης, και της Αμερικής γενικότερα. Αφηγήσεις των παλαιοτέρων μεταναστών, που τεκμηριώνουν την μεταναστευτική εμπειρία, αλλά και των νεότερων γενιών που είναι Αμερικανοί με ελληνικές καταβολές.

Β.Π.: Υπάρχει κάποιο αντικείμενο ή αφήγηση στο μουσείο που σας έκανε να σκεφτείτε: «Αυτό πρέπει να γίνει ποίηση; και πώς στα ποιήματά σας, συνυπάρχουν οι προσωπικές μνήμες με τις ιστορίες των Ελληνοαμερικανών που καταγράφετε;

Ν.Α.: Ένα αρκετά ενδιαφέρον στοιχείο των αφηγήσεων παλαιοτέρων και νεότερων γενεών είναι οι θεωρήσεις και πρακτικές για διατήρηση της εθνοτικής τους ταυτότητας και της ελληνικής πολιτιστικής παράδοσης στην Αμερική. Κοινωνιολογικά, η παράδοση αντιμετωπίζεται ως ζωντανό και ενεργό στοιχείο της ιστορικής εμπειρίας, και όχι ως μηχανική αναπαραγωγή του παρελθόντος. Άρα το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι η άκριτη διατήρηση των παλαιών μορφών, αλλά η διάκριση ανάμεσα σε ό,τι παραμένει ζωντανό και δημιουργικό και σε ό,τι έχει απονεκρωθεί. Η παράδοση, επομένως, προϋποθέτει κρίση, πνευματική εγρήγορση και ικανότητα αναστοχασμού. Η παράδοση δεν είναι ένα έτοιμο σχήμα προς διατήρηση, αλλά μια σχέση με το παρελθόν που οφείλει να ανανεώνεται μέσα στο παρόν. Για μένα, η σισύφεια αυτή προσπάθεια της ελληνικής διασποράς, να μεταφέρει από τις παλαιότερες στις νεότερες γενιές την ελληνικότητα και την παράδοση είναι αποκαλυπτική. Κατά κάποια έννοια, η προσπάθεια συνέχειας και ταυτότητας αποκαλύπτει μια συλλογικότητα. Η διασπορά εμπεριέχει ιστορική και συλλογική διαδικασία, και αντλεί νόημα από τους δεσμούς της με τον τόπο, τη μνήμη και την πολιτισμική κληρονομιά. Και κάπως έτσι, αφηγήσεις παλαιότερων και νεότερων ανθρώπων μου ψιθυρίζουν πως, αν δεν γίνουν ποίηση, θα χαθούν. Θα πρέπει να κρατηθούν στη μνήμη. Χωρίς μνήμη είμαστε λιγότερο άνθρωποι. Άλλωστε ο Μίλαν Κούντερα διατυπώνει τη φράση ότι, ο αγώνας του ανθρώπου ενάντια στην εξουσία, είναι ο αγώνας της μνήμης ενάντια στη λήθη. Ανέκαθεν η εξουσία επιχειρεί να ελέγξει το παρόν επιβάλλοντας τη λήθη, ενώ η διατήρηση της ιστορικής μνήμης αποτελεί πράξη αντίστασης. Η παραποίηση της αλήθειας και η λήθη είναι εργαλεία χειραγώγησης. Τελικά, εξ ορισμού, η ποίηση είναι μια επαναστατική πολιτική πράξη. Όλη η μεγάλη τέχνη είναι πάντοτε πολιτική. Όχι με τη στενή έννοια ενός σαφούς ή δογματικού προγράμματος, αλλά ως στάση απέναντι στον κόσμο. Μέσα από τη δύναμη της έκφρασης, καλούμαστε να καλλιεργούμε και να ενεργοποιούμε έναν λόγο που αντιστέκεται, που αμφισβητεί και που ανοίγει ρωγμές στο δεδομένο και κυρίαρχο αφήγημα της κάθε εξουσίας.

Τα λόγια των ανθρώπων που αφηγούνται την εμπειρία τους, αλλά και τα αντικείμενα που δωρίζουν κι εκθέτονται στο μουσείο του HAP - αυτά τα lacrima rerum, τα «δάκρυα των πραγμάτων» - γίνονται μέρος της ποίησής μου. Αυτό νομίζω λέει ο Σεφέρης αναφερόμενος στη διαρκή εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας, «είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας».

Β.Π.: Στους στίχους σας, πώς συναντιέται η Ελλάδα με τη Νέα Υόρκη; Υπάρχουν εικόνες που πάντα επιστρέφουν;

Ν.Α.: Ναι, αυτό ακριβώς είναι και ένα σημαντικό χαρακτηριστικό όλης μου της ποίησης. Το ολοκληρωμένο δημοσιευμένο έργο μου απαρτίζεται από επτά ποιητικές συλλογές. Προσπάθησα να δημιουργήσω ένα κόσμο από αρχετυπικά σύμβολα και επαναλαμβανόμενα μοτίβα, παραδείγματος χάριν, ουρανός, κήπος, θάνατος, έρωτας, επανάσταση, μετανάστευση, κτλ., αλλά με την πεποίθηση ότι αυτή η επανάληψη να μην θεωρείται αδυναμία, αλλά ο τρόπος με τον οποίο συγκροτείται η ενιαία, εφιαλτική ποιητική του συνολικού μου έργου. Η επιμονή των μοτίβων συνδέεται με μια ποιητική οικονομία. Δηλαδή, λίγες και σταθερές εικόνες που επιστρέφουν ξανά και ξανά, αλλά κάθε φορά φορτίζονται διαφορετικά. Αυτό δίνει την αίσθηση ότι το έργο στο σύνολό του είναι «ποίημα εν προόδω», δηλαδή ένα ενιαίο σύμπαν που συνεχίζει να αναπτύσσεται γύρω από τους ίδιους άξονες. Ακόμα και η δομή τους είναι επαναλαμβανόμενη. Πολλές συλλογές μου χωρίζονται σε τρία μέρη και το κάθε μέρος συμπεριλαμβάνει εφτά ποιήματα, σύνολο είκοσι ένα ποιήματα. Η μυστικιστική επίδραση των Πυθαγορείων και η ακολουθία Φιμπονάτσι, σε μια ποιητική συνύπαρξη. Εύχομαι, η επανάληψη των μοτίβων να μην θεωρηθεί μηχανική, αλλά σαν ένα τρόπο επανεγγραφής της παράδοσης μέσα σε ένα αποκαλυπτικό τοπίο από τη Χούντα, το Πολυτεχνείο, τη μεταπολίτευση, την μετανάστευση, κι όλα τα προηγούμενα.

Η σημασία της επιστροφής των εικόνων και η επανάληψη γίνεται συνειδητά με σκοπό να δημιουργήσει ένταση, όχι πενία. Με άλλα λόγια, η επιμονή των μοτίβων στην ποίηση μου σημαίνει ότι ως ποιητής δεν αλλάζω «θέμα» με τη συνηθισμένη έννοια, αλλά επιστρέφεω εμμονικά στις ίδιες μορφές για να δείξω ότι τα θέματα που προανέφερα, δεν λύνονται εύκολα.

Στους στίχους μου η Ελλάδα περπατά στη Νέα Υόρκη σαν σκιά που δεν ξέρει από σύνορα. Η μια γλώσσα φωτίζει την άλλη, όπως το πρωινό φως της παραλίας αγγίζει τα τζάμια του μετρό στην Αστόρια. Ακούγεται μέσα μου η φράση του Σινόπουλου «Είμαι ένας άνθρωπος που έρχεται συνεχώς από τον Πύργο», εγώ από το Βόλο, κι από τη Νέα Υόρκη. Και δεν πρόκειται απλώς για ένα τόπο καταγωγής, ή διασποράς, αλλά ένα εσωτερικό σημείο διαρκούς επιστροφής. Μνήμη, πληγή και μια πηγή ποιητικής ενέργειας. Ο Νίτσε το ονόμασε «η αιώνια επιστροφή», ο αιώνιος γυρισμός. Γι αυτό κι η πιο ασήμαντη πράξη αποκτά ανυπολόγιστη σημασία. Αυτό που ζούμε τώρα, αυτή τη στιγμή, θα ξανασυμβεί στο μέλλον, κι όχι μονάχα μια φορά, αλλά αναρίθμητες φορές.

Εικόνες που επιστρέφουν είναι η θάλασσα του Βόλου, ένα παλιό καφενείο, κι ένα ξεχασμένο τρένο του Ντε Κίρικο, γεμάτο νεκρούς μετανάστες ή παλιούς ηττημένους αγωνιστές που κουβαλούν ελπίδα και σιωπές.

Β.Π.: Ποιες λέξεις ή ήχοι της Νέας Υόρκης δεν σας αφήνουν να ησυχάσετε και καταλήγουν σε στίχους σας;

Ν.Α.: Οι λέξεις και οι ήχοι της Νέας Υόρκης που δεν με αφήνουν να ησυχάσω είναι εκείνοι που επιμένουν ακόμη και όταν σωπαίνουν. Όπως ο υπόγειος βόμβος του μετρό, οι απότομες φωνές των περαστικών, οι πολλές και διαφορετικές γλώσσες που διασταυρώνονται και δεν ολοκληρώνονται ποτέ, τα αποσπασματικά θραύσματα διαλόγων που χάνονται πριν αποκτήσουν πλήρες νόημα. Αυτοί οι ήχοι δεν συγκροτούν απλώς ένα αστικό τοπίο αλλά συνεχώς με καταδιώκουν ως μισοτελειωμένες φράσεις και με ωθούν να τους συνεχίσω μέσα στους στίχους.

Παραφράζοντας έναν αγαπημένο φίλο και ποιητή, που έχει ρίζες από την Θεσσαλονίκη, αλλά που έχει ζήσει και γράψει στη Νέα Υόρκη, το Γιώργο Χουλιάρα, πως η ποίηση μοιάζει με ένα τραγούδι στο σκοτάδι. Το έχει ονομάσει «ρεαλισμό της φαντασίας». Κατά μία έννοια είναι η μεταμόρφωση του χαοτικού αστικού βιώματος σε ποιητική εμπειρία. Βέβαια στη Νέα Υόρκη έζησε και έγραψε ο Γουόλτ Γουίτμαν, αλλά ένα από τα κορυφαία έργα της σύγχρονης λογοτεχνίας είναι το Ποιητής στη Νέα Υόρκη του Λόρκα, γραμμένο κατά την παραμονή του στη Νέα Υόρκη την περίοδο 1929–1930. Στη συλλογή αυτή αναδεικνύονται, ανάμεσα σε άλλα, η από-ανθρωποποίηση του σύγχρονου ανθρώπου και η οξεία σύγκρουση ανάμεσα στη φύση και τη βιομηχανική μητρόπολη. Μέσα από έντονες και συχνά δυσαρμονικές εικόνες, ο Λόρκα αποτυπώνει ένα βαθύ αίσθημα απόγνωσης, ενώ ταυτόχρονα ασκεί μια ισχυρή κοινωνική κριτική, επιχειρώντας μια ποιητική διαδρομή από το σκοτάδι προς το φως. Κι αυτό πιστεύω είναι ο ποιητικός κώδικας της εποχής μας. Όλη η μεγάλη ποίηση θα έρχεται πάντα από το μέλλον, το οποίο είναι ήδη το παρόν μας.

Η ποίησή μου, αισθάνομαι ότι είναι μια προσπάθεια να αρθρωθεί λόγος μέσα σε έναν χώρο όπου η ηχώ άλλοτε επιστρέφει αλλοιωμένη και άλλοτε χάνεται. Άλλωστε λένε για τη Νέα Υόρκη ότι είναι η πόλη που δεν κοιμάται ποτέ. Στη Νέα Υόρκη, αυτό το σκοτάδι δεν είναι σιωπή αλλά υπερπληθώρα, μία υπερπραγματικότητα. Μια πυκνότητα ήχων που απαιτεί από τον ποιητή να διακρίνει, να επιλέξει, να μετατρέψει τον θόρυβο σε σημασία. Ταυτόχρονα, θυμάμαι το Ρίτσο, στο Πολύ Αργά τη Νύχτα, και τη σημασία της σιωπής στην ποίηση: η «γαλανή γραμμή των βουνών στο χρυσό δείλι/ κι ο λόγος που ωριμάζει στη σιωπή.» Η σιωπή δεν είναι το αντίθετο του λόγου, ούτε κενό. Είναι ένας ζωντανός τόπος όπου ο λόγος γεννιέται και αποκτά βάθος. Στα ποιήματά μου, λόγος και σιωπή συνυπάρχουν. Οι λέξεις εκφράζουν το ανείπωτο, αλλά η σιωπή είναι εκείνη που τους δίνει ένταση, νόημα και ποιητικότητα. Αποκάλυψη όσων δεν λέγονται άμεσα.

Για μένα, το να γράφω μέσα σε αυτή την ηχητική καταιγίδα, οι σιωπές είναι εξίσου δραστικές με τους ήχους. Είναι τα κενά ανάμεσα στις λέξεις, οι παύσεις που επιτρέπουν στο ποίημα να αναπνεύσει και στο νόημα να διαφανεί. Αν οι ήχοι της πόλης γεννούν τον στίχο, οι σιωπές είναι εκείνες που τον ολοκληρώνουν, που του δίνουν βάθος, διάρκεια και εσωτερικότητα. Έτσι, οι στίχοι μου γεννιούνται από αυτή τη διαρκή ένταση ανάμεσα στον θόρυβο, τις κραυγές και τη σιωπή, στο σκοτάδι και την ηχώ, στο πραγματικό και στο φαντασιακό.

Β.Π.: Υπάρχει κάποιο ποίημα που «σας κυνηγάει» μέχρι να το ολοκληρώσετε; Τι το κάνει επίμονο;

Ν.Α.: Σίγουρα ναι. Οι ποιητές/τριες είναι βασανισμένοι άνθρωποι, γιατί η ποίηση είναι μια τέχνη δύσκολη και άχαρη. Είναι τα τεράστια και βαριά φτερά του «Αλμπατρός» του Μποντλέρ, που δεν σε αφήνουν να περπατήσεις. Όμως να ξεκαθαρίσουμε ότι άλλο η έμπνευση κι άλλο η τελική έκβαση του ποιήματος. Θέλει πάρα πολύ κι επίπονη δουλειά. Έχω γράψει το στίχο, «Υπέροχα ανθυγιεινή υπόθεση η Τέχνη». Υπάρχει ο στοιχειωμένος και σπαρακτικός αφορισμός του Βαλερύ, ένα ποίημα δεν το ολοκληρώνεις ποτέ, απλώς το εγκαταλείπεις. «Είμαι πολυγραφότατος» απάντησε ο Καβάφης, όταν ένας δημοσιογράφος του είπε ότι δεν έχει γράψει παρά μόνο 84 ποιήματα. Μετά από καιρό βρέθηκε στο αρχείο του ποιητή ότι πάλευε δέκα χρόνια για μία λέξη σε ένα ποίημά του. Ή ακόμα, ο Ωντέν, που σε κάθε νέα έκδοση των Απάντων του, επέστρεφε στα τετρακόσια περίπου ποιήματα που απαρτίζουν το σώμα του έργου του, για ν' αντιμετωπίσει ένα στίχο. Να προσθέσει ή να εξοβελίσει, ν' αποκρυσταλλώσει το σύνολο.

Τα ποιήματα μου έρχονται σαν εικόνες. Υπάρχουν ποιήματα που με ξυπνούν τη νύχτα, σαν τηλέφωνο από χαμένες πατρίδες που χτυπά επίμονα κι οδυνηρά μέχρι να το σηκώσεις, και σου μιλούν σε μία τρομακτική γλώσσα που είναι ταυτόχρονα οικεία σαν πατρίδα και ανοίκεια σαν εξορία. Είναι επίμονα γιατί ζητούν τη μορφή τους, αρνούνται την ευκολία, απαιτούν να ακουστεί μια ξεχασμένη φωνή από τη ζωή, το θάνατο, τον έρωτα, ή το αρχείο. Είναι απαραίτητο ένας ποιητής ή ποιήτρια να είναι αυστηρά απαιτητικοί/ες με το έργο τους γιατί το ποίημα είναι ένας ζωντανός οργανισμός. Αλλά ένα ποίημα δεν χρειάζεται να είναι τέλειο για να είναι καλό, μας λέει εκκωφαντικά ο Μανώλης Αναγνωστάκης με τη ποιητική σιωπή του. Κυρίως μετράει η συγκίνηση. Αν, αφού το διαβάσεις, νιώσεις ότι κάτι μετακινήθηκε μέσα σου, έστω λίγο, τότε το ποίημα έχει ήδη πετύχει κάτι ουσιαστικό. Η ποίηση δεν κρίνεται μόνο από το αν είναι άψογη, αλλά από το αν είναι αναγκαία, αληθινή και ανθεκτική στο χρόνο.

Β.Π.: Πώς η μετανάστευση έχει αλλάξει τον τρόπο που κοιτάτε ή νιώθετε τον κόσμο γύρω σας;

Ν.Α.: Ας ξεκινήσουμε με τη λαϊκή σοφία, ό,τι η μετανάστευση δεν είναι για όλους/ες. Η μετανάστευση μου έμαθε ότι ο κόσμος δεν είναι χάρτης αλλά πληθυντικός αριθμός, πάντα «εμείς» που ψάχνει το «εγώ» του. Από τότε κοιτάζω τα πάντα με άλλο βλέμμα, όπου κάθε λεωφόρος κρύβει ένα χωριό, μια χαμένη πατρίδα, κάθε ουρανοξύστης μια αυλή με γιασεμί. Η μετανάστευση δεν άλλαξε απλώς τον τρόπο που βλέπω τον κόσμο, αλλά με τοποθέτησε σε έναν ενδιάμεσο χώρο, όπου το «εδώ» και το «εκεί» δεν αντιτίθενται αλλά συνομιλούν διαρκώς. Εκεί, η ταυτότητα δεν είναι ποτέ δεδομένη, είναι κάτι που φτιάχνεται ξανά και ξανά, σαν ένα μωσαϊκό από μνήμες, επιθυμίες και αφηγήσεις. Ζω μέσα σε αυτές τις «συνοροχώρες», όπου η γλώσσα κουβαλά ίχνη από πολλούς τόπους και η πατρίδα δεν είναι μόνο γεωγραφία αλλά και φαντασία. Το παρελθόν επιστρέφει όχι ως σταθερή ρίζα, αλλά ως μια ζωντανή, μεταβαλλόμενη παρουσία, που διαμεσολαβείται από τη μνήμη και τη γραφή.

Ως ποιητής της διασποράς, νιώθω ότι γράφω ανάμεσα σε κόσμους, αναζητώντας έναν τρόπο να γεφυρώσω την εμπειρία της απώλειας με τη δυνατότητα της δημιουργίας. Η ιστορία, προσωπική και συλλογική, δεν είναι εκείνο το μαρμάρινο κεφάλι στα χέρια, στο Μυθιστόρημα του Σεφέρη, που «μου εξαντλεί τους αγκώνες και δεν ξέρω πού να τ' ακουμπήσω», αλλά γίνεται ένας τρόπος να τοποθετηθώ, να μιλήσω, να υπάρξω μέσα σε έναν κόσμο που διαρκώς μετακινείται.

Ίσως, τελικά η μετανάστευση να είναι αυτό. Μια συνεχής άσκηση στο να κατοικείς στο ενδιάμεσο και να μετατρέπεις αυτή την αβεβαιότητα σε λόγο, σε ποίηση, σε νόημα. Στο ποίημά μου JFK Round Trip, γράφω το εξής:

--- Εδώ ή εκεί;/--- Ούτ' εδώ ούτ' εκεί/--- Και εδώ και εκεί

Έτσι λέμε/καθώς πετάμε/μονάχοι στ' όνειρο/και πορευόμαστε

Β.Π.: Αν μπορούσατε να συνομιλήσετε με ένα παλιό σας ποίημα ή μια αφήγηση από το αρχείο, τι θα του λέγατε σήμερα;

Κανείς δεν γεννιέται συγγραφέας. Κι ο συγγραφέας πρέπει να είναι πρώτα αναγνώστης. Άρα η γραφή είναι αποτέλεσμα της ανάγνωσης, που είναι αποτέλεσμα της γραφής. Πρόκειται για μια συνεχή ακολουθία, για δεξιότητες που μαθαίνουμε και, επομένως, αφύσικες με την έννοια αυτή. Ο γραπτός λόγος σχηματίζει νησιά στο απέραντο αρχιπέλαγος του προφορικού λόγου. Γι' αυτό η ποίηση πρέπει πάντοτε να επιστρέφει στις προφορικές ρίζες της. Είναι σημαντικό ν ακούμε τη μουσική όσων μεταγράφονται. Ακόμη και αν όλοι φαντάζονται ότι η γραφή αποτελεί κρυφό τρόπο να αποκαλύψεις τον εαυτό σου, εντούτοις παραμένει ο πιο αποκαλυπτικός τρόπος να κρυφτείς. Ο Μπόρχες υποστηρίζει ότι η ποίηση δεν είναι κάτι που μπορεί να αναλυθεί πλήρως μέσω θεωριών ή ορισμών. Είναι μια άμεση εμπειρία, σχεδόν σωματική και συναισθηματική, που προηγείται της ερμηνείας. Πρόκειται για μια σχέση αγάπης απαιτητικής, σχεδόν αντιφατικής, όπου η δημιουργία προϋποθέτει την επίμονη προσκόλληση σε αυτό που αντιστέκεται.

Ίσως, γι' αυτό οι συγγραφείς συνεχίζουν να γράφουν, όχι επειδή κατέχουν το νόημα, αλλά επειδή δεν το κατανόησαν ποτέ πλήρως. Το πρώτο ποίημα παραμένει ένα αίνιγμα, ένα ανεξάντλητο σημείο αναφοράς που δεν υποτάσσεται στον δημιουργό του. Έτσι, το άυλο του λόγου γίνεται το κατεξοχήν υλικό της γραφής. Κάτι που δεν αγγίζεται, κι όμως αποκτά μορφή, ένα κοινωνικό και ποιητικό ίχνος που επιμένει να υπάρχει.

Β.Π.: Υπάρχουν καθημερινές στιγμές ή μικρές εικόνες στη Νέα Υόρκη που σας έχουν δώσει έμπνευση για ποίηση;

Ν.Α.: Η διασπορά είναι πλέον η ζωή μου και υπάρχει με τον ένα ή άλλο τρόπο σε πολλά από αυτά που γράφω. Αλλά όχι με την έννοια της νοσταλγίας, αυτός είναι ένας ιατρικός όρος του 1678 από το γιατρό Γιόχαν Γιάκομπ Χάρντερ, για να περιγράψει τον πόνο της πατρίδας, από τον οποίο υπέφεραν οι Ελβετοί μισθοφόροι του Λουδοβίκου 14ου, οι Έλληνες είμαστε πιο κοντά στην έννοια του νόστου. Όμως, κανείς δεν μπορεί να πει πραγματικά από που προέρχονται τα ποιήματα. Δεν υπάρχει απάντηση, μόνο ένα παρελθόν που επιμένει να μην καθαρίζει, να μένει σε μια διαρκή εκκρεμότητα μνήμης. Τα ποιήματα δεν φαίνεται να έχουν αρχή ή, τουλάχιστον, δεν έχουν εμένα ως αρχή. Αναδύονται από έναν ασαφή τόπο, περνούν μέσα από τη συνείδηση και χάνονται ξανά, σαν να γράφτηκαν αλλού.

Κάποτε στάθηκα απέναντι σε έναν Άλλον, είτε ποιητή, είτε τραύμα. Εκεί άρχισε η μετατόπιση. Γιατί το «εγώ» δεν υπήρξε ποτέ σταθερό. «Εγώ είναι ένας άλλος», όπως έγραψε ο Ρεμπό, και από εκείνη τη στιγμή η φωνή έπαψε να ανήκει σε έναν μόνο φορέα. Έγινε πέρασμα τραυμάτων, επιθυμιών, κοινωνικών εγγραφών.

Ίσως, τότε η ποίηση να πλησιάζει αυτό που ο Πλάτωνας ονόμασε ενθύμηση. Δηλαδή, όχι δημιουργία εκ του μηδενός, αλλά ανάκληση. Μια μνήμη βαθύτερη από την προσωπική εμπειρία, όπου η γνώση και η μορφή προϋπάρχουν και απλώς ανακαλούνται. Ο ποιητής δεν επινοεί, αλλά θυμάται. Δεν κατέχει αλλά μετέχει. Ο Βαρβέρης έλεγε ότι ο ποιητής δεν υπόσχεται, διατίθεται. Και γι' αυτό, στην παράδοση της αγιογραφίας, το έργο δεν υπογράφεται ως ατομική κατάκτηση, αλλά ως ταπεινή μεσολάβηση, «δια χειρός». Όχι «εγώ έπραξα», αλλά «δια μέσου εμού ετελέσθη».

Η ποίηση τότε δεν είναι επιλογή αλλά αναγκαιότητα. Είναι έσχατη ανάγκη. Είναι καταφύγιο και υποκατάστατο μαζί, μια μορφή μύησης που σίγουρα δεν υπόσχεται λύτρωση. Ένας τρόπος να ειπωθεί ό,τι δεν βρίσκει αλλού μορφή.

Και το ερώτημα επιμένει, όχι ως έλλειψη αλλά ως συνθήκη. Πρόκειται για έρωτα της ποίησης ή για το ίχνος μιας ανεκπλήρωτης επιθυμίας. Ίσως, καμία από τις δύο εκδοχές να μην επαρκεί. Ίσως εκείνος/η που γράφει να είναι εξαρχής άλλος/η και να μην επιστρέφει ποτέ ο ίδιος/α. Στις «Μεταμορφώσεις», ο Οβίδιος δεν μας λέει απλώς ιστορίες μεταμόρφωσης, αλλά γράφει ένα ποίημα που μοιάζει να μεταμορφώνεται κι αυτό διαρκώς. Έτσι, ο ποιητής «μεταμορφώνεται» ως τεχνίτης της μορφής. Γίνεται άλλοτε αφηγητής, άλλοτε σκηνοθέτης, άλλοτε σχεδόν θεατής των ίδιων του των μύθων.

Β.Π.: Τι επιλέγετε να κρατήσετε για τον αναγνώστη και τι προτιμάτε να μείνει κρυφό;

Ν.Α.: Κατ' αρχάς, η ποίηση δεν έχει πολλούς αναγνώστες/τριες, και ακόμα πιο λίγους/ες έχει η ποίηση της Διασποράς. Κι επιπλέον, η ποίηση δεν ανήκει μόνον σε εκείνον/η που τη γράφει, αλλά σε εκείνον/η που τη διαβάζει. Στον «Θάνατο του συγγραφέα», ο Ρολάν Μπάρτ ανατρέπει την ιεραρχία μεταξύ ποιητή και αναγνώστη, αποσπώντας το νόημα από την πρόθεση του/της δημιουργού και αναθέτοντάς το στην πράξη της ανάγνωσης. Το ποίημα γίνεται τόπος συνάντησης πολλών φωνών, και ο αναγνώστης ο κατεξοχήν φορέας της σημασίας. Κρατώ για τον αναγνώστη τα ίχνη της διαδρομής, τις εικόνες και τις φωνές. Δίνω έναν χάρτη γεμάτο κενά. Ό,τι μένει κρυφό είναι οι πληγές που είτε μου ανήκουν είτε όχι, και οι δικές μου μεταλλαγές της πραγματικότητας σε φαντασία, που μόνο υπαινικτικά αφήνω να φανούν. Αν και διδάσκαλος, αποφεύγω να γράφω διδακτικά. Η ποίηση, λέει ο Ρίλκε στα περίφημα «Γράμματα», δεν είναι όχημα ιδεών ούτε φορέας ηθικών μηνυμάτων, αλλά καρπός εσωτερικής αναγκαιότητας και βαθιάς εμπειρίας. Γι αυτό, πιστεύω ότι αν η ποίηση διδάσκει κάτι, το κάνει σιωπηλά και μέσα από τη μορφή, την εικόνα και τη βίωση του κόσμου, όχι μέσα από ρητές διακηρύξεις. Θέτω την Ομορφιά ως τον κύριο χώρο του ποιήματος, γιατί ένας βασικός νόμος της Τέχνης απαιτεί τα αποτελέσματα να πηγάζουν όσο γίνεται αμεσότερα από τα αίτιά τους. Αυτό δεν σημαίνει πως οι επιταγές του Καθήκοντος ή τα διδάγματα της Αλήθειας αποκλείονται από την ποίηση. Αντίθετα, μπορούν να εισέλθουν και να λειτουργήσουν επωφελώς, υπηρετώντας έμμεσα και με ποικίλους τρόπους τη συνολική πρόθεση του έργου. Ωστόσο, ο αληθινός καλλιτέχνης θα τα συγκρατεί, θα τα χαμηλώνει σε ένταση, ώστε να παραμένουν σε αρμονική υποταγή προς την Ομορφιά, αυτήν που συνιστά την ατμόσφαιρα και την ουσία του ποιήματος. Ο μέγας λυρικός Τζόν Κήτς μας το λέει ξεκάθαρα ό,τι χρειάζεται να γνωρίζουμε είναι αυτό, ότι «Η ομορφιά είναι αλήθεια, και η αλήθεια ομορφιά». Ανάμεσα στην αλήθεια και την ομορφιά υπάρχει μια βαθιά ενότητα, η αληθινή ομορφιά αποκαλύπτει κάτι ουσιαστικό για τον κόσμο και η αλήθεια, όταν συλληφθεί καθαρά, έχει τη δική της ομορφιά. Κι αυτή είναι η ομορφιά της ποίησης, ότι δεν διακοσμεί απλώς την πραγματικότητα, αλλά την αποκαλύπτει.

Η ποίηση και αυτό είναι κάτι που δεσμεύει εμένα, σε σχέση με την ποίηση και τον αναγνώστη. Ένα ψέμα που να μοιάζει με αλήθεια, που ίσως να μην ομορφαίνει, αλλά σίγουρα μας παρηγορεί για την ασχήμια που μας περιβάλλει. Κι έτσι νομίζω, με αυτή την ερώτησή σας, επιστρέφουμε στην μεγάλη μας παράδοση, στις βαθιές μας ποιητικές ρίζες. Αυτή είναι νομίζω η ποιητική οδύσσεια της σχέσης Ποιητή/τριας και αναγνώστη/τριας. Η διαλεκτική της ποίησης. Όταν στην ραψωδία τ μας λέει, «ψεῦδεα πολλὰ λέγων ἐτύμοισιν ὁμοῖα», αποκαλύπτεται ένας ποιητικός κόσμος όπου το ψέμα δεν αναιρεί την αλήθεια, αλλά τη γεννά. Όπου η ποίηση δεν αντιγράφει την πραγματικότητα, αλλά τη μετασχηματίζει, αποδεικνύοντας ότι το πιο βαθύ αληθινό συχνά περνά μέσα από το επινοημένο.

Β.Π.: Αν έπρεπε να γράψετε ένα ποίημα που να συνδέει Ελλάδα, Νέα Υόρκη και το μουσείο, πώς θα ξεκινούσε;

Ν.Α.: Ένα τέτοιο ποίημα θα άρχιζε ίσως έτσι:

Στο υπόγειο του μουσείου, η Ελλάδα ξεσκονίζει τις βαλίτσες της/ενώ έξω/στο αίμα των δρόμων/στον ατσάλινο ορίζοντα της μητρόπολης/η Νέα Υόρκη δοκιμάζει καινούργια φτερά/ από γυαλί κι αλάτι.

Από εκεί θα άνοιγε ένας διάδρομος όπου οι φωνές του αρχείου θα περπατούσαν ανάμεσα σε προθήκες και ουρανοξύστες, ζητώντας τη θέση τους στη μνήμη.

Συμπέρασμα / Κλείσιμο

Η συνομιλία με τον Νίκο Αλεξίου δεν καταλήγει σε απαντήσεις, αλλά ανοίγει διαδρομές. Ανάμεσα στη Νέα Υόρκη και την Ελλάδα, στη μνήμη και την απώλεια, στην προσωπική εμπειρία και τη συλλογική ιστορία, η ποίηση αναδύεται ως ένας τρόπος κατανόησης και ταυτόχρονα ως πράξη αντίστασης.

Ίσως, τελικά αυτό που μένει δεν είναι μια θέση ή ένα συμπέρασμα, αλλά η αίσθηση ότι η ποίηση —όπως και η μνήμη— επιμένει. Επιμένει να επιστρέφει, να μεταμορφώνεται και να διεκδικεί χώρο μέσα σε έναν κόσμο που διαρκώς αλλάζει. Και μέσα σε αυτή την επιμονή, διατηρεί ζωντανή τη δυνατότητα του ανθρώπου να αφηγείται, να θυμάται και να δημιουργεί νόημα.

Share