Οι ιστορίες που επινοούμε για να αντέξουμε
Για το Θυμωμένο κοριτσάκι σε πέτρινο παγκάκι της Βερονίκ Οβαλντέ (Εκδόσεις Gema, 2025)
By Vasiliki V. Pappa

Front cover of Veronique Ovaldé's novel (Gema, 2025).
EN Abstract:
Veronique Ovaldé's "Angry Little Girl on a Stone Bench" begins with the disappearance of a young girl during a carnival night on a small island near Sicily. However, the novel is less concerned with solving the mystery than with exploring how stories are constructed in order to endure absence, loss, and uncertainty.
At the center of the narrative stands Aïda, the elder sister who becomes the focal point of inherited suspicion and collective blame. Rather than presenting guilt as a matter of fact or proof, Ovaldé examines it as something socially produced—shaped by silence, repetition, and the need for a stable narrative within the family.
The insular setting intensifies this dynamic: the island functions as a closed world where rumor travels faster than truth and memory constantly reshapes itself into acceptable versions of reality. In this sense, geography mirrors psychology.
Written in Ovaldé's distinctive lyrical and suggestive style, the novel favors atmosphere, ambiguity, and introspection over plot-driven resolution. Its deliberately slow rhythm may resist readers expecting conventional suspense, yet it ultimately offers a subtle meditation on how human beings invent stories in order to make life bearable.
Υπάρχουν συγγραφείς που αφηγούνται ιστορίες και άλλοι που αναμετρώνται με τον ίδιο τον μηχανισμό της μνήμης. Η Βερονίκ Οβαλντέ ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Στο νέο της μυθιστόρημα, μια εξαφάνιση παιδιού λειτουργεί ως αφετηρία, αλλά γρήγορα γίνεται σαφές ότι το ζητούμενο δεν είναι το γεγονός, αλλά η αφήγησή του. Η λογοτεχνία της Βερονίκ Οβαλντέ δεν ενδιαφέρεται να αποκαταστήσει την αλήθεια. Ενδιαφέρεται να καταλάβει γιατί οι άνθρωποι έχουν τόσο μεγάλη ανάγκη να την αντικαταστήσουν με μια ιστορία.
Το νέο της μυθιστόρημα ξεκινά από μια εξαφάνιση: ένα κορίτσι χάνεται ένα βράδυ καρναβαλιού σε ένα μικρό νησί απέναντι από τη Σικελία. Όμως από τις πρώτες κιόλας σελίδες γίνεται σαφές ότι η συγγραφέας δεν γράφει ένα μυθιστόρημα μυστηρίου. Το πραγματικό της ενδιαφέρον βρίσκεται αλλού. Όχι στο γεγονός, αλλά στην αφήγηση του γεγονότος. Όχι στην αλήθεια, αλλά στον τρόπο με τον οποίο αυτή παραμορφώνεται μέχρι να γίνει ο μοναδικός αποδεκτός τρόπος να θυμόμαστε.
Αυτή είναι, άλλωστε, η μεγάλη εμμονή της Οβαλντέ. Οι ήρωές της δεν κατοικούν στο παρελθόν· κατοικούν στις ιστορίες που έχουν μάθει να διηγούνται γι' αυτό. Κάθε οικογένεια λειτουργεί σαν ένας μικρός εκδοτικός οίκος της ίδιας της ζωής της: επιλέγει τι θα δημοσιεύσει, τι θα λογοκρίνει, ποιο πρόσωπο θα αναδειχθεί σε ήρωα και ποιο θα φορτωθεί τον ρόλο του ενόχου.
Έτσι συμβαίνει και εδώ. Η Αΐντα, η μεγαλύτερη αδελφή της εξαφανισμένης Μιμί, δεν καταδικάζεται από κάποιο δικαστήριο. Καταδικάζεται από την ανάγκη των άλλων να πιστέψουν σε μια ιστορία που τους επιτρέπει να συνεχίσουν να ζουν. Η ενοχή δεν είναι αποτέλεσμα απόδειξης αλλά κοινωνικής συναίνεσης. Κάποτε παύει να έχει σημασία τι συνέβη πραγματικά· σημασία έχει ποια εκδοχή συμφέρει περισσότερο τη συλλογική μνήμη.
Η Οβαλντέ γνωρίζει ότι η μνήμη δεν είναι ποτέ αθώα. Είναι δημιουργική. Επινοεί, διορθώνει, αποσιωπά. Μετατρέπει τα γεγονότα σε μυθολογία. Υπό αυτή την έννοια, το βιβλίο της συνομιλεί με μια μεγάλη παράδοση της σύγχρονης ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, που αντιμετωπίζει την αφήγηση όχι ως αναπαράσταση της πραγματικότητας αλλά ως μηχανισμό επιβίωσης. Δεν είναι τυχαίο ότι, διαβάζοντάς την, ο νους πηγαίνει λιγότερο σε συγγραφείς της εξομολόγησης και περισσότερο σε δημιουργούς που αντιμετωπίζουν τη μνήμη ως ένα ασταθές, σχεδόν ύποπτο υλικό.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ακόμη και το σκηνικό αποκτά συμβολική πυκνότητα. Το νησί δεν είναι ένας εξωτικός τόπος. Είναι ένας κλειστός κόσμος όπου οι ιστορίες κυκλοφορούν ταχύτερα από την αλήθεια. Όλοι γνωρίζουν τους πάντες και κανείς δεν γνωρίζει πραγματικά κανέναν. Η γεωγραφική απομόνωση μετατρέπεται σε ψυχική κατάσταση.
Ο τίτλος του μυθιστορήματος είναι από τους πιο εύστοχους που έχει επινοήσει η συγγραφέας. Το θυμωμένο κοριτσάκι δεν είναι μόνο ένα πρόσωπο. Είναι μια κατάσταση ύπαρξης. Είναι η παιδική ηλικία όταν αρνείται να συμφιλιωθεί με τις εξηγήσεις των ενηλίκων. Και το πέτρινο παγκάκι λειτουργεί σαν τόπος μνήμης: ένα αντικείμενο που επιβιώνει των ανθρώπων, ένας σιωπηλός μάρτυρας που δεν αφηγείται τίποτε, αλλά μοιάζει να τα θυμάται όλα.
Η γραφή της Οβαλντέ εξακολουθεί να διαθέτει εκείνη τη σπάνια ιδιότητα που συναντά κανείς ολοένα και πιο αραιά στη σύγχρονη πεζογραφία: δεν φοβάται τη σιωπή. Δεν εξηγεί τα πάντα. Αφήνει κενά, υπαινιγμούς, λεπτομέρειες που αποκτούν σημασία πολύ αργότερα. Σε μια εποχή όπου η αφήγηση συχνά υποτάσσεται στον γρήγορο ρυθμό και στην αδιάκοπη δράση, εκείνη επιμένει να εμπιστεύεται τη δύναμη της αμφιβολίας.
Ίσως αυτός να είναι και ο λόγος που τα βιβλία της δεν εξαντλούνται με την τελευταία τους σελίδα. Επιστρέφουν αργότερα, απρόσκλητα, σαν μια ανάμνηση της οποίας δεν είμαστε βέβαιοι αν υπήρξε πραγματικά. Λίγοι σύγχρονοι μυθιστοριογράφοι κατορθώνουν να κάνουν τον αναγνώστη να αμφιβάλει όχι για τους ήρωές τους αλλά για τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο θυμάται.
Το Θυμωμένο κοριτσάκι σε πέτρινο παγκάκι δεν είναι το βιβλίο μιας εξαφάνισης. Είναι το βιβλίο μιας αφήγησης που παγιώνεται σε βεβαιότητα και μιας γυναίκας που προσπαθεί να αποσπάσει τη ζωή της από τις λέξεις που οι άλλοι έγραψαν γι' αυτήν. Και ίσως αυτό να είναι το πιο επίκαιρο στοιχείο του: σε μια εποχή όπου όλοι διεκδικούμε το δικαίωμα να αφηγηθούμε τον εαυτό μας, η Οβαλντέ μας θυμίζει ότι η πιο δύσκολη μάχη δεν είναι να βρούμε την αλήθεια μας, αλλά να απαλλαγούμε από τις ιστορίες που οι άλλοι αφηγήθηκαν πριν από εμάς.
Αυτό είναι, τελικά, το μεγάλο επίτευγμα του μυθιστορήματος. Δεν προσφέρει μια λύση· προσφέρει έναν νέο τρόπο να σκεφτούμε τη μνήμη. Και αυτό είναι κάτι που μόνο η ουσιαστική λογοτεχνία μπορεί ακόμη να κάνει.
Βιβλιογραφικό σημείωμα
• Βερονίκ
Οβαλντέ
• Θυμωμένο κοριτσάκι σε πέτρινο παγκάκι
• Μετάφραση: Ροζαλί Σινοπούλου
• Εκδόσεις Gema, 2025
• σελ. 369


