Music

Ευάγγελος Αυδίκος: «Η αφήγηση και η μνήμη είναι οι σκαλωσιές της ανθρώπινης σχέσης»

2026-02-12

Ο συγγραφέας και ομότιμος καθηγητής Λαογραφίας μιλά στο Culture Magazine για τις ρίζες, τη λαογραφία της πόλης, τη δύναμη της αφήγησης και τη θέση της παράδοσης στον 21ο αιώνα. 

Συνέντευξη - Συντάκτρια: Βασιλική Β. Παππά

culturemagazinesite@gmail.com

Ο συγγραφέας και λαογράφος Ευάγγελος Αυδίκος σε στιγμή αφήγησης — εκεί όπου η επιστήμη γίνεται προφορικός λόγος και επικοινωνία με το κοινό. 

 Εισαγωγή

Η πορεία του Ευάγγελου Αυδίκου κινείται ανάμεσα σε δύο δημιουργικούς άξονες: την επιστημονική μελέτη του λαϊκού πολιτισμού και τη λογοτεχνική αφήγηση. Με βαθιά βιωματική σχέση με τον τόπο καταγωγής του και με πολυετή παρουσία στην εκπαίδευση και το πανεπιστήμιο, προσεγγίζει τη λαογραφία όχι ως στατικό αποτύπωμα του παρελθόντος, αλλά ως ζωντανό εργαλείο κατανόησης της κοινωνίας. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, μιλά για τα πρώτα του βήματα, τη σημασία της μνήμης και της αφήγησης σήμερα, αλλά και για το πώς η παράδοση μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση των σύγχρονων ταυτοτήτων.

Συνέντευξη

Β.Π.: Κύριε Αυδίκο, μπορείτε να μας μιλήσετε για τα πρώτα σας βήματα στη λογοτεχνία και τη λαογραφία; Τι σας ώθησε σε αυτόν τον δρόμο;

Ε.Α.: Σας ευχαριστώ πολύ για την ευκαιρία να συνομιλήσω με τις αναγνώστριες και τους αναγνώστες του περιοδικού σας. Αρχικά ήθελα να ασχοληθώ με τη φιλολογία. Είμαι πτυχιούχος του κλασικού τμήματος της Φιλοσοφικής και επηρεάστηκα βαθιά από τον δάσκαλό μου Φάνη Κακριδή, ο οποίος μας έμαθε να βλέπουμε τα αρχαία κείμενα σε διάλογο με τα νεοελληνικά. Καθοριστική υπήρξε η γνωριμία μου με τον καθηγητή Μιχάλη Μερακλή, που με έπεισε ότι η λαογραφία αποτελεί έναν ευρύ επιστημονικό χώρο με νέες προοπτικές. Η «νέα λαογραφία» που εκείνος προωθούσε δεν περιοριζόταν στην καταγραφή παλαιών μορφών ζωής, αλλά άνοιγε το ενδιαφέρον και στην πόλη, στις μεταβολές και στις σύγχρονες πολιτισμικές εκφράσεις. Η διδακτορική μου διατριβή για την Πρέβεζα (1945-1990) εστίασε ακριβώς σε αυτές τις μεταβολές και σηματοδότησε για μένα την κατεύθυνση της αστικής λαογραφίας. Η επιστήμη μού έδωσε την πειθαρχία της τεκμηρίωσης· η λογοτεχνία, την ελευθερία της δημιουργίας. Οι δύο δρόμοι ήταν εξαρχής διασταυρούμενοι.

Β.Π.: Πώς επηρέασε η καταγωγή σας από την Πρέβεζα και το Συρράκο τη σχέση σας με την παράδοση και τον λαϊκό πολιτισμό;

Ε.Α.: Ο τόπος εγγράφεται βαθιά στη συνείδηση του ανθρώπου. Μεγάλωσα στην Πρέβεζα, σε μια οικογένεια που είχε μετακινηθεί από το Συρράκο. Άκουγα από τη μητέρα μου ιστορίες για την ημινομαδική ζωή, τα πανηγύρια, τα νυχτέρια. Αυτές οι αφηγήσεις έγιναν για μένα ένας μαγικός κόσμος που αργότερα θέλησα να μελετήσω. Ταυτόχρονα ζούσα την καθημερινότητα της μικρής πόλης: το λιμάνι, τους ψαράδες, τις γειτονιές, τις κοινωνικές μετακινήσεις πληθυσμών. Ήθελα να κατανοήσω αυτόν τον κόσμο — και μέσα από αυτόν, τον εαυτό μου. Οι πολιτισμικές μου ρίζες καθόρισαν τόσο την επιστημονική όσο και τη λογοτεχνική μου ματιά.

Β.Π.: Πόσο καθοριστική υπήρξε η εμπειρία σας ως φιλόλογος στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση;

Ε.Α.: Η εμπειρία της τάξης είναι μοναδική. Ο εκπαιδευτικός δεν πρέπει να λειτουργεί ως φορέας παντογνωσίας, αλλά να δημιουργεί γέφυρες αλληλόδρασης. Τα δεκατέσσερα χρόνια στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση με δίδαξαν ότι η γνώση πρέπει να γίνεται κατανοητή και προσβάσιμη. Αυτή η εμπειρία επηρέασε τον τρόπο που γράφω και διδάσκω. Η απλότητα είναι επίμοχθη διαδικασία — δεν είναι απλοϊκότητα. Ο ακαδημαϊκός λόγος οφείλει να επικοινωνεί, όχι να απομακρύνει.

Β.Π.: Στα έργα σας, πώς συνυφαίνεται η λογοτεχνική γραφή με τη λαογραφική έρευνα;

Ε.Α.: Η επιστήμη και η λογοτεχνία έχουν κοινά σημεία, αλλά διαφορετικούς δρόμους. Η επιστήμη στηρίζεται στο επιχείρημα και στη μεθοδολογία. Η λογοτεχνία δημιουργεί κόσμους χωρίς να υποχρεούται να αποδείξει κάτι. Η λαογραφική μου ιδιότητα με βοήθησε να κατανοώ τα πολιτισμικά συμφραζόμενα και την ψυχολογία των ηρώων. Όμως η λογοτεχνία αρχίζει πέρα από τη γνώση και την τεχνική — είναι ένα εγχείρημα άλλης τάξης.

Β.Π.: Υπήρξε κάποιο βιβλίο καθοριστικό για εσάς;

Ε.Α.: Με σημάδεψε το έργο του Μαξ Νορντάου Κατά συνθήκη ψεύδη. Με βοήθησε να κατανοήσω τη σχέση μυθοπλασίας και πραγματικότητας και επηρέασε τον τρόπο που διάβασα αργότερα τον Ντοστογιέφσκι και τον Βιζυηνό.

Β.Π.: Το «Δρολάπι» είναι ένα από τα πρόσφατα έργα σας. Τι θα θέλατε να κρατήσει ο αναγνώστης;

Ε.Α.: Το «δρολάπι» σημαίνει υδρολαίλαψ. Στο μυθιστόρημα χρησιμοποιώ, μεταξύ άλλων, την κατάρρευση της γέφυρας της Πλάκας ως σύμβολο πολλαπλών κρίσεων — οικονομικών, κοινωνικών, περιβαλλοντικών. Θα ήθελα ο αναγνώστης να αναστοχαστεί πώς αντιμετωπίζουμε την καταστροφή και να αναρωτηθεί αν μπορούμε να συνεχίσουμε να βλέπουμε τον εαυτό μας ως «εξουσιαστή» της φύσης και όχι ως μέρος της.

Β.Π.: Πώς κρίνετε τη θέση της λαϊκής παράδοσης στη σύγχρονη Ελλάδα;

Ε.Α.: Για πολλά χρόνια ο λαϊκός πολιτισμός απαξιώθηκε ως συνώνυμο καθυστέρησης. Σήμερα όμως παρατηρείται μια επιστροφή — όχι από νοσταλγία, αλλά επειδή πολλά στοιχεία του είναι λειτουργικά και χρήσιμα. Οι ταυτότητες του 21ου αιώνα θα διαμορφωθούν και με υλικά του παρελθόντος. Η παράδοση μπορεί να συμβάλει στην κοινωνική συνοχή και στη συνειδητοποίηση της ιστορικής συνέχειας.

Β.Π.: Ποιος είναι σήμερα ο ρόλος της αφήγησης και της μνήμης;

Ε.Α.: Ο πολιτισμός είναι μνήμη. Ο άνθρωπος έχει ανάγκη από αφηγήσεις — ιδίως τα παιδιά. Σήμερα συχνά αντικαθιστούμε την αφήγηση με οθόνες. Όμως η φωνή και οι λέξεις χτίζουν δεσμούς. Αφήγηση και μνήμη συνδέονται στενά και αποτελούν βασικό εργαλείο επικοινωνίας τόσο στην οικογένεια όσο και στην εκπαίδευση.

Β.Π.: Τι εύχεστε για το μέλλον της ελληνικής λογοτεχνίας και της πολιτισμικής έρευνας;

Ε.Α.: Να διαβάζουν οι άνθρωποι. Να ενισχυθεί η φιλαναγνωσία και ο ρόλος των λεσχών ανάγνωσης, των βιβλιοθηκών και της τοπικής ιστορίας στην εκπαίδευση. Η πολιτισμική έρευνα χρειάζεται στήριξη και σύνδεση με την κοινωνία.

Β.Π.: Ποιο μήνυμα θα θέλατε να δώσετε στους νέους δημιουργούς και μελετητές;

Ε.Α.: Η δημιουργία απαιτεί εσωτερική πληρότητα, παιδεία, υπομονή και συνεχή εργασία. Ζούμε σε εποχή ταχύτητας, αλλά η βιασύνη δεν είναι ποτέ καλός σύμβουλος. Η δημιουργία είναι προσωπική περιπέτεια.

Επίλογος

Ο λόγος του Ευάγγελου Αυδίκου υπενθυμίζει ότι η παράδοση δεν αποτελεί κατάλοιπο, αλλά ζωντανό πεδίο διαλόγου με το παρόν. Ανάμεσα στην επιστημονική έρευνα και τη λογοτεχνική δημιουργία, αναδεικνύει τη μνήμη και την αφήγηση ως θεμελιώδη εργαλεία κατανόησης του κόσμου — και, τελικά, ως πράξεις σχέσης ανάμεσα στους ανθρώπους.