Το «Άβατο» της Βασιλικής Β. Παππά και η ποιητική της δημιουργικής ετερότητας

Το μονοπάτι που οδηγεί στην κορυφή, εκεί όπου γεννιέται η δημιουργικότητα
Εισαγωγή
Το ποίημα «Άβατο» της Βασιλικής Β. Παππά αποτελεί μια στοχαστική καταγραφή της δημιουργικής ετερότητας και της υπαρξιακής μοναξιάς του ανθρώπου που υπερβαίνει τα όρια τα οποία η κοινωνία θέτει. Το κείμενο αρθρώνεται ως ένας λυρικός μονόλογος σε δεύτερο πρόσωπο, μέσω του οποίου η ποιήτρια απευθύνεται σε μια μορφή που λειτουργεί ως σύμβολο: τον άνθρωπο που καταλύει σύνορα, που τολμά να κινηθεί εκεί όπου οι άλλοι βλέπουν περιορισμό, που τελικά βιώνει την υπέρβαση όχι ως θρίαμβο αλλά ως μοναχική πορεία. Το ποίημα εγγράφεται έτσι στο πεδίο της νεοελληνικής ποιητικής γραφής που πραγματεύεται την αντίθεση ατόμου και συλλογικότητας, την ένταση ανάμεσα στην ιδιοφυΐα και την κοινωνική πρόσληψη, θεματική που συναντάται τόσο στη ρομαντική παράδοση όσο και στη μοντέρνα υπαρξιακή σκέψη.
Σκοπός του δοκιμίου είναι να εξετάσει το ποίημα μέσα από τρεις βασικούς άξονες: α) την κατασκευή του υποκειμένου ως «ανθρώπου-ορίου», β) τη μεταφορική τοπολογία του «άβατου» και των «τειχών» ως συμβολικών τόπων, και γ) τη σχέση του ποιήματος με ευρύτερες ποιητικές και φιλοσοφικές συγγένειες, όπως εκείνες που συναντώνται στον Καβάφη, τον Λειβαδίτη και τη νιτσεϊκή σκέψη περί υπέρβασης. Μέσα από τη διαδρομή αυτή αναδεικνύεται η ποιητική οικονομία του έργου: μια λιτή, προφορική γραφή που ωστόσο φέρει εννοιολογική πυκνότητα και στοχαστική ωρίμανση.
Σύντομη εκτίμηση
Το ποίημα «Άβατο» της Βασιλικής Β. Παππά αναδεικνύει τη δύναμη της δημιουργικής ετερότητας και της ανθρώπινης υπέρβασης. Μέσα από την έννοια του «άβατου» και την εικόνα του «άνθρωπου-ορίου», η ποιήτρια εξερευνά την αντίθεση ανάμεσα στην ελευθερία και τη μοναξιά, την ιδιοφυΐα και την κοινωνική παρεξήγηση. Η λιτή, σχεδόν προφορική γλώσσα και η στοχαστική πυκνότητα των στίχων δημιουργούν έναν κόσμο όπου η μοναχική πορεία προς την κορυφή γίνεται τόπος δημιουργικότητας και αυτογνωσίας.
Άβατο
Άβατο
μονοπάτι για τους πολλούς
Όχι για σένα
Υψιπετή του πνεύματος
Χαράκτη νέων δρόμων
Υπέροχε άνθρωπε..
Ιδιοφυή και
σχιζοφρενή
Υπερόπτη, εκκεντρικέ άνθρωπε
Περίπλοκε και αμφιλεγόμενε..
Πόσοι
κατάλαβαν άραγε
Την ανθρώπινη διάνοια
Που κατήργησε τα σύνορα
Που βλέπει δρόμους
Όταν οι άλλοι
Βλέπουν άβατο;
Πόσοι
αντιλαμβάνονται άραγε
Μια διάνοια που κατακτά κορυφές;
Όταν εσύ καταργείς σύνορα;
Πόσοι άραγε;
Τείχη, τείχη, παντού τείχη
Ειρωνεία της μοίρας
Και τελικός προορισμός
Η μοναξιά…
Βασιλική Β. Παππά, Ηγουμενίτσα 03.06.2015
1. Το ποιητικό υποκείμενο και ο «άνθρωπος-όριο»
Από τους πρώτους στίχους, η ποιήτρια ορίζει την κεντρική αντιπαράθεση: «Άβατο μονοπάτι για τους πολλούς / Όχι για σένα». Η διάκριση ανάμεσα στους «πολλούς» και στον «εσύ» οργανώνει το ποίημα μέσα σε ένα διχοτομικό σύστημα, όπου ο παραλήπτης των στίχων παύει να είναι απλώς πρόσωπο και μετατρέπεται σε κατηγορία ύπαρξης. Τα επίθετα που ακολουθούν –«Υψιπετή του πνεύματος», «Χαράκτη νέων δρόμων», «Υπέροχε άνθρωπε»– δεν επιτελούν περιγραφή αλλά αναγόρευση: συγκροτούν μια ταυτότητα υπερβατική, που δεν περιορίζεται στην κοινή εμπειρία. Το υποκείμενο αναδύεται ως ανθρώπινο μεν, αλλά μη κοινό, ως ύπαρξη στα όρια ανάμεσα στη δημιουργικότητα και την απομόνωση.
Η Παππά δεν παραβλέπει την αμφιθυμία της κοινωνικής πρόσληψης. Η σειρά χαρακτηρισμών όπως «Ιδιοφυή και σχιζοφρενή / Υπερόπτη, εκκεντρικέ άνθρωπε / Περίπλοκε και αμφιλεγόμενε» αποκαλύπτει την αναντιστοιχία ανάμεσα στην εσωτερική πραγματικότητα του προσώπου και στον τρόπο που αυτό γίνεται αντιληπτό απ' έξω. Οι όροι παρατάσσονται χωρίς σύνδεσμο, σε έναν ασύνδετο λόγο που δημιουργεί συσσώρευση νοηματικών φορτίων. Έτσι, η ποιήτρια δείχνει ότι για τον εξαιρετικό άνθρωπο η κοινωνία παράγει διπλές ερμηνείες: η ιδιοφυΐα μπορεί να αναγνωριστεί στιγμιαία, αλλά συχνά παρερμηνεύεται ως παθολογία, αυθάδεια ή εκκεντρικότητα. Ο «άνθρωπος-όριο» είναι, επομένως, μια φιγούρα που ορίζεται από την ίδια της την υπέρβαση· η διαφορά του γίνεται το καύσιμο της δημιουργίας και ταυτόχρονα το έδαφος της απομόνωσης.
2. Το «άβατο» και τα σύνορα: συμβολική γεωγραφία του ποιήματος
Το κεντρικό μοτίβο του «άβατου» δεν λειτουργεί απλώς ως χώρος απαγόρευσης αλλά ως μεταφορική τοπολογία που οργανώνει τη σχέση ανάμεσα στο άτομο και το περιβάλλον. Για τους «πολλούς», το άβατο συμβολίζει φόβο, όριο, ακινησία. Για το ποιητικό υποκείμενο, αντίθετα, το άβατο γίνεται δυνατότητα – ένας τόπος όπου ο άλλος βλέπει «μονοπάτια» και «δρόμους». Το ποίημα, έτσι, διατυπώνει μια ανατροπή της καθιερωμένης σημασίας: το εμπόδιο μετατρέπεται σε αφετηρία, το όριο σε διάβαση. Η ποιήτρια τοποθετεί στο επίκεντρο την ανθρώπινη διάνοια ως δύναμη αναδημιουργίας του πραγματικού: η υπέρβαση δεν είναι γεωγραφική, είναι νοητική.
Ωστόσο, η κορύφωση του ποιήματος αντιστρέφει την αισιόδοξη τροχιά. Το μοτίβο των «τειχών» που εμφανίζεται στην τελευταία ενότητα –«Τείχη, τείχη, παντού τείχη»– αποκαλύπτει ότι η κοινωνία δεν ακολουθεί το άτομο στη δική του υπέρβαση. Τα τείχη εδώ δεν είναι απλώς κοινωνικός αποκλεισμός· αποτελούν κομβικό σύμβολο της αδυναμίας της κοινότητας να δεξιωθεί τη διαφορά. Ο άνθρωπος που «καταργεί σύνορα» καταλήγει περικυκλωμένος από τείχη άλλων. Αυτή η αντιστροφή, ένα είδος ειρωνείας της μοίρας, οδηγεί στη διατύπωση του τελικού συμπεράσματος: «Και τελικός προορισμός / Η μοναξιά…». Η μοναξιά εμφανίζεται ως αναπόδραστη συνέπεια της υπέρβασης: δεν είναι επιλογή, αλλά αποτέλεσμα.
Η λειτουργία της μοναξιάς ως τελικής κατάληξης φέρνει το ποίημα σε διάλογο με ευρύτερες υπαρξιακές διατυπώσεις στη λογοτεχνία, όπου η διαφορετικότητα βιώνεται ως δώρο και βάρος ταυτόχρονα. Το ποιητικό υποκείμενο μοιάζει να ανήκει στο σύμπαν της δημιουργικής μειονότητας: εκείνων που βλέπουν τον κόσμο αλλιώς, και ακριβώς γι' αυτό δεν βρίσκουν θέση μέσα του.
3. Ποιητικές και φιλοσοφικές συγγένειες
Χωρίς να υιοθετεί το ύφος ή τη φωνή άλλων ποιητών, το «Άβατο» δείχνει διακειμενικές και εννοιολογικές συγγένειες. Η εικόνα των «τειχών» παραπέμπει ευθέως στον καβαφικό κόσμο, όπου τα σύνορα συχνά αποτελούν εσωτερικούς και κοινωνικούς περιορισμούς. Παρότι το ποίημα της Παππά δεν φέρει την ειρωνική αποστασιοποίηση του Καβάφη, μοιράζεται την ίδια προβληματική: ο άνθρωπος που διαφοροποιείται τιμωρείται με απομόνωση.
Παράλληλα, η συναισθηματική εγγύτητα και η στοργή απέναντι στον «εκκεντρικό» άνθρωπο θυμίζουν τον λειβαδιτικό τόνο, όπου η ανθρώπινη ευθραυστότητα δεν παρουσιάζεται ως μειονέκτημα αλλά ως απόδειξη αυθεντικότητας. Στο ποίημα της Παππά, η προσφώνηση «Υπέροχε άνθρωπε» δεν έχει τη λειτουργία ηρωοποίησης αλλά αναγνώρισης μιας υπαρξιακής πληγής.
Στο φιλοσοφικό επίπεδο, η ιδέα της «κατάργησης συνόρων» αντηχεί νιτσεϊκές αποχρώσεις. Η υπέρβαση του συνηθισμένου, η ανηφόρα προς τις «κορυφές», η ανεκτικότητα της μοναξιάς ως τίμημα της ατομικής αυτοπραγμάτωσης συνδέουν το ποίημα με την έννοια του δημιουργικού ανθρώπου που προχωρά μπροστά ακόμη και όταν η κοινωνία μένει πίσω. Το κείμενο της Παππά δεν υιοθετεί έναν ελιτισμό της ιδιοφυΐας, αλλά τονίζει τη τραγικότητα της υπέρβασης: η κορυφή δεν είναι τόπος θριάμβου, αλλά ύψωμα χωρίς συνοδοιπόρους.
4. Μορφή, ύφος και λειτουργία του δεύτερου προσώπου
Η χρήση δεύτερου προσώπου («Όχι για σένα», «Εσύ καταργείς σύνορα») επιτελεί σημαντική λειτουργία. Πρώτον, δημιουργεί εγγύτητα: η ποιήτρια δεν περιγράφει, απευθύνεται. Δεύτερον, συγκροτεί έναν χώρο οικείο, σαν να πρόκειται για εξομολόγηση ή αναγνώριση απέναντι σε ένα πρόσωπο κοντινό αλλά απρόσιτο. Η προφορικότητα δεν ακυρώνει τη στοχαστικότητα· αντίθετα, την καθιστά άμεσα βιώσιμη. Μέσα από τη λιτή σύνταξη και τις επαναλήψεις («Πόσοι άραγε;») διαμορφώνεται μια ποιητική φωνή που μοιάζει να παλεύει με την ίδια την πραγματικότητα που περιγράφει. Η ασύνδετη παράθεση επιθέτων φανερώνει όχι μόνο περιγραφική διάθεση, αλλά νοηματική αστάθεια: ο άνθρωπος αυτός δεν χωράει σε μία λέξη, ούτε σε μία κατηγορία.
Αυτή η μορφική επιλογή συνδέεται με την κεντρική ιδέα του ποιήματος: το υποκείμενο δεν μπορεί να οριστεί από μια ταυτότητα. Είναι ταυτόχρονα ιδιοφυές και παρεξηγημένο, δημιουργός και ξένος, πρωτοπόρος και αποκλεισμένος. Η γλωσσική δομή αντιγράφει την υπαρξιακή δομή.
Συμπέρασμα
Το «Άβατο» της Βασιλικής Β. Παππά αποτελεί ένα ποίημα που αναμετράται με την ένταση ανάμεσα στην υπέρβαση και τον αποκλεισμό, την ιδιοφυΐα και την παρεξήγηση, την ανάγκη για πορεία προς τα εμπρός και την κοινωνική αδυναμία να ακολουθήσει. Το ποίημα δεν εξιδανικεύει τον «ξεχωριστό» άνθρωπο, ούτε τον θυματοποιεί. Τον τοποθετεί σε μια περιοχή σύνθετη: στο όριο που χωρίζει την ελευθερία από τη μοναξιά. Η ποιητική φωνή δεν καταγγέλλει ούτε απολογείται· αναγνωρίζει.
Έτσι, το έργο της Παππά μπορεί να ιδωθεί ως συμβολικός διάλογος με τη νεοελληνική ποιητική παράδοση των «τειχών» του Καβάφη, με την ανθρωποκεντρικότητα του Λειβαδίτη και με τη φιλοσοφική υποδομή της νιτσεϊκής σκέψης γύρω από την υπέρβαση. Ο κόσμος του ποιήματος δεν προσφέρει σωτηρία αλλά συνείδηση: η διαδρομή προς το άβατο είναι ο τόπος όπου ο άνθρωπος αποδέχεται ότι το τίμημα της κορυφής είναι συχνά η μοναξιά. Κι όμως, εκεί ακριβώς γεννιέται η δημιουργικότητα.
Βιβλιογραφία
Παππά, Β. Β. (2021). Στης Πριγκίπισσας τις Όχθες. Λονδίνο: Εκδόσεις Ακακία.
Καβάφης, Κ. Π. (2007). Ποιήματα. Αθήνα: Ίκαρος.
Λειβαδίτης, Τ. (1990). Ποίηση – Ποιήματα Α' Τόμος. Αθήνα: Κέδρος.
Camus, A. (2013). Ο Μύθος του Σισύφου (μτφρ. Κ. Παπαδόπουλος). Αθήνα: Καστανιώτης.
Nietzsche, F. (2001). Τάδε έφη Ζαρατούστρα (μτφρ. Β. Δαφέρμος). Αθήνα: Παπαδόπουλος.
Frankl, V. (2010). Το Νόημα της Ζωής. Αθήνα: Αρμός.
Eliot, T. S. (1950). Tradition and the Individual Talent. London: Faber & Faber.
Bakhtin, M. (1981). The Dialogic Imagination. Austin: University of Texas Press.
Ricoeur, P. (2008). Η Μεταφορά ως Ζωντανή Σκέψη. Αθήνα: Νήσος.
Said, E. (1994). Culture and Imperialism. London: Vintage.
Eagleton, T. (2016). Η Εισαγωγή στη Λογοτεχνική Θεωρία (μτφρ. Φ. Μανδηλαράς). Αθήνα: Gutenberg.





