Music

Ανδρομάχη Μπούνα-Βάιλα: «Έχουμε σωματοποιήσει την εξουσία»

2026-08-20

Η κοινωνική ανθρωπολόγος μιλά στο Culture Magazine για τη σεξουαλική σωματεμπορία, τις έμφυλες ταυτότητες, τις σχέσεις εξουσίας και τις κοινωνικές συνθήκες που μετατρέπουν το ανθρώπινο σώμα σε αντικείμενο εκμετάλλευσης. 

A Conversation with Andromachi Bouna-Vaila
Interview by Vasiliki V. Pappa

Ανδρομάχη Μπούνα-Βάιλα, κοινωνική ανθρωπολόγος και συγγραφέας του βιβλίου «Σεξουαλική Σωματεμπορία και Έμφυλες Ταυτότητες. Από τη Θεωρία στη Σύγχρονη Κοινωνική Έρευνα» (Εκδόσεις Παπαζήση).


Abstract:

Social anthropologist Andromachi Bouna-Vaila speaks to Culture Magazine about her book "Sexual Trafficking and Gender Identities: From Theory to Contemporary Social Research," published by Papazisis Publications. In this conversation, she examines sexual trafficking as a complex social phenomenon shaped by gender inequality, power relations, social vulnerability, and prevailing perceptions of the body and sexuality. She discusses the stigmatization of victims, the contribution of anthropological field research, and the ways in which the digital environment has transformed contemporary forms of recruitment, control, and exploitation. She also highlights the importance of prevention, protection, and meaningful social reintegration for survivors. Drawing on Michel Foucault's approach to power and the body, the conversation ultimately raises a deeper question: how do social structures and power relations shape the ways in which certain bodies come to be perceived as available, exploitable, or disposable?


Εισαγωγή

Η σεξουαλική σωματεμπορία δεν είναι μόνο ένα ζήτημα εγκληματικότητας. Είναι ένα σύνθετο κοινωνικό φαινόμενο, άρρηκτα συνδεδεμένο με τις έμφυλες ανισότητες, τις σχέσεις εξουσίας, την κοινωνική ευαλωτότητα και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε το σώμα και τη σεξουαλικότητα.

Με αφετηρία το βιβλίο της «Σεξουαλική Σωματεμπορία και Έμφυλες Ταυτότητες. Από τη Θεωρία στη Σύγχρονη Κοινωνική Έρευνα», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Παπαζήση, η κοινωνική ανθρωπολόγος Ανδρομάχη Μπούνα-Βάιλα επιχειρεί να φωτίσει ένα φαινόμενο που συχνά προσεγγίζεται μέσα από απλουστευτικές αντιλήψεις και στερεότυπα. Συνδέοντας τη θεωρία με την έρευνα πεδίου και τις αφηγήσεις των ίδιων των ανθρώπων, εξετάζει τις κοινωνικές και έμφυλες σχέσεις που βρίσκονται πίσω από τη σεξουαλική εκμετάλλευση, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο το κοινωνικό βλέμμα μπορεί να μεταφέρει την ευθύνη από τον δράστη στο θύμα.

Στη συζήτησή μας μιλά για την ευαλωτότητα, τη στιγματοποίηση, τον ρόλο της οικογένειας και της εκπαίδευσης, τις νέες μορφές στρατολόγησης μέσα από το ψηφιακό περιβάλλον, αλλά και τις προκλήσεις της ανθρωπολογικής έρευνας σε ένα τόσο ευαίσθητο πεδίο. Και, μέσα από τη σκέψη του Michel Foucault, φτάνει σε ένα βαθύτερο ερώτημα: πώς φτάνουμε στο σημείο να θεωρούμε ορισμένα σώματα διαθέσιμα, αξιοποιήσιμα ή εκμεταλλεύσιμα;

Μια συζήτηση για το σώμα, την εξουσία και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια — αλλά κυρίως για την ανάγκη να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο κοιτάζουμε τα θύματα της εκμετάλλευσης.

Η Συνέντευξη

Β.Π.: «Σεξουαλική Σωματεμπορία και Έμφυλες Ταυτότητες» είναι ένα έργο που συνδέει τη θεωρητική προσέγγιση με τη σύγχρονη κοινωνική έρευνα. Ποια ήταν η αφετηρία σας για τη συγγραφή του και ποιο ήταν το βασικό ερευνητικό ερώτημα που θέλατε να φωτίσετε;

Α.Μ.-Β.: Η αφετηρία αυτού του βιβλίου βρίσκεται σε μια ανάγκη που με απασχολούσε ήδη από τα φοιτητικά μου χρόνια ως κοινωνική ανθρωπολόγο. Στις κοινωνικές επιστήμες ερχόμαστε σε επαφή με πολλές και σημαντικές θεωρίες, όμως πάντα με ενδιέφερε το πώς αυτές οι θεωρίες μπορούν να «συναντήσουν» την κοινωνική πραγματικότητα. Πώς, δηλαδή, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τη θεωρία ως εργαλείο για να κατανοήσουμε ένα σύνθετο κοινωνικό φαινόμενο. Στην περίπτωση της σεξουαλικής σωματεμπορίας, το βασικό μου ενδιαφέρον ήταν να αναδείξω τις κοινωνικές και έμφυλες σχέσεις που βρίσκονται πίσω από αυτό, τις σχέσεις εξουσίας, τις ανισότητες, τις κοινωνικές αναπαραστάσεις για το γυναικείο σώμα και τη σεξουαλικότητα, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο οι ίδιες οι γυναίκες βιώνουν και νοηματοδοτούν αυτές τις εμπειρίες. Ίσως, τελικά, το βασικό ερώτημα που διατρέχει όλο το βιβλίο είναι, τι μας κάνει ως κοινωνία να αποδεχόμαστε, να κατανοούμε ή να αναπαράγουμε συνθήκες μέσα στις οποίες το ανθρώπινο σώμα μπορεί να μετατραπεί σε αντικείμενο εκμετάλλευσης;

Β.Π.: Η σεξουαλική σωματεμπορία αποτελεί ένα σύνθετο κοινωνικό φαινόμενο, στο οποίο συναντώνται η οικονομική και κοινωνική ευαλωτότητα, η έμφυλη ανισότητα και η εκμετάλλευση. Ποιοι είναι, κατά τη γνώμη σας, οι βασικοί παράγοντες που δημιουργούν ή ενισχύουν τις συνθήκες μέσα στις οποίες αναπτύσσεται το φαινόμενο;

Α.Μ.-Β.: Η σεξουαλική σωματεμπορία αναπτύσσεται μέσα σε ένα πλέγμα κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων. Η φτώχεια, η ανεργία, η κοινωνική περιθωριοποίηση, η μετανάστευση και η προσφυγική εμπειρία μπορούν να αυξήσουν την ευαλωτότητα, ιδιαίτερα όταν συνυπάρχουν με έμφυλες ανισότητες και έλλειψη προστατευτικών δικτύων. Ταυτόχρονα, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε τη ζήτηση για σεξουαλική εκμετάλλευση και τις σχέσεις εξουσίας που επιτρέπουν να αντιμετωπίζεται το γυναικείο σώμα ως αντικείμενο. Γι' αυτό θεωρώ ότι για να αντιμετωπίσουμε το φαινόμενο, πρέπει να κοιτάξουμε όχι μόνο τον δράστη και το θύμα, αλλά και τις κοινωνικές συνθήκες που επιτρέπουν την αναπαραγωγή του

Β.Π.: Στον τίτλο του βιβλίου σας οι έμφυλες ταυτότητες συνδέονται άμεσα με τη σεξουαλική σωματεμπορία. Πώς επηρεάζουν οι κοινωνικές αντιλήψεις για το φύλο, τη σεξουαλικότητα και τους έμφυλους ρόλους τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τόσο τα θύματα όσο και το ίδιο το φαινόμενο;

Α.Μ.-Β.: Οι αντιλήψεις που έχουμε για το φύλο και τη σεξουαλικότητα διαμορφώνονται κοινωνικά και επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε και αξιολογούμε τους ανθρώπους. Στην περίπτωση της σεξουαλικής σωματεμπορίας, αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, γιατί το γυναικείο σώμα έχει ιστορικά συνδεθεί με στερεότυπα, ανισότητες και σχέσεις εξουσίας. Έτσι, πολλές φορές το βλέμμα της κοινωνίας μετατοπίζεται από τον δράστη στο ίδιο το θύμα, τι έκανε, γιατί βρέθηκε εκεί, γιατί δεν έφυγε. Αυτή η λογική μπορεί να οδηγήσει στη στιγματοποίηση και στην ενοχοποίηση των θυμάτων. Γι' αυτό θεωρώ σημαντικό να αλλάξουμε την οπτική μας. Να σταματήσουμε να αναρωτιόμαστε «τι έκανε το θύμα;» και να ρωτήσουμε «ποιες κοινωνικές συνθήκες και ποιες σχέσεις εξουσίας επέτρεψαν την εκμετάλλευσή του;». Εκεί βρίσκεται, για μένα, η ουσία μιας έμφυλης προσέγγισης του φαινομένου.

Β.Π.: Η κοινωνία συχνά αντιμετωπίζει τα θύματα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης μέσα από στερεότυπα και προκαταλήψεις. Πόσο καθοριστικό είναι το κοινωνικό βλέμμα στη διαμόρφωση της ταυτότητας και της εμπειρίας των θυμάτων και ποιοι είναι οι μηχανισμοί μέσα από τους οποίους παράγεται η στιγματοποίησή τους;

Α.Μ.-Β.: Το κοινωνικό βλέμμα είναι καθοριστικό, γιατί δεν επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο οι άλλοι βλέπουν το θύμα, αλλά μπορεί να επηρεάσει και τον τρόπο με τον οποίο το ίδιο το θύμα αντιλαμβάνεται τον εαυτό του. Όταν μια γυναίκα αντιμετωπίζεται ως «υπεύθυνη» γι' αυτό που της συνέβη, όταν αμφισβητείται η αφήγησή της ή όταν χαρακτηρίζεται με βάση στερεότυπα, τότε η βία μπορεί να συνοδεύεται και από έναν δεύτερο, κοινωνικό στιγματισμό. Για μένα, η μεγαλύτερη πρόκληση είναι να πάψουμε να κοιτάμε αυτές τις γυναίκες μέσα από την ταμπέλα του «θύματος» και να τις δούμε πρώτα ως ανθρώπους με φωνή, ιστορία και δικαίωμα στην αξιοπρέπεια.

Β.Π.: Από τη θεωρία στην κοινωνική έρευνα υπάρχει συχνά μια σημαντική απόσταση. Τι σας αποκάλυψε η ερευνητική διαδικασία που ίσως δεν θα μπορούσε να αποτυπωθεί μόνο μέσα από τη θεωρητική μελέτη του φαινομένου;

Α.Μ.-Β.: Η έρευνα πεδίου μου επιβεβαίωσε πόσο διαφορετικό είναι να διαβάζεις ένα φαινόμενο στη βιβλιογραφία και πόσο διαφορετικό είναι να το συναντάς μέσα από τις αφηγήσεις των ίδιων των ανθρώπων. Η θεωρία μας δίνει τα εργαλεία για να κατανοήσουμε ένα φαινόμενο, αλλά η έρευνα μας δείχνει πώς αυτό βιώνεται στην πραγματική ζωή. Μέσα από τις συνεντεύξεις κατάλαβα ακόμη περισσότερο ότι πίσω από έννοιες όπως «ευαλωτότητα», «έμφυλη βία» ή «εκμετάλλευση» υπάρχουν πολύ διαφορετικές προσωπικές διαδρομές. Αυτός είναι και ο λόγος που θεωρώ τόσο σημαντική την ανθρωπολογική έρευνα πεδίου, γιατί μας αναγκάζει να βγούμε από την απόσταση της θεωρίας και να συναντήσουμε την κοινωνική πραγματικότητα.

Β.Π.: Η σεξουαλική σωματεμπορία δεν αποτελεί ένα στατικό φαινόμενο, αλλά μετασχηματίζεται μαζί με την κοινωνία και την τεχνολογία. Πώς έχουν επηρεάσει το διαδίκτυο, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και οι νέες μορφές ψηφιακής επικοινωνίας τις σύγχρονες μορφές στρατολόγησης, ελέγχου και εκμετάλλευσης;

Α.Μ.-Β.: Η τεχνολογία έχει αλλάξει σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να πραγματοποιηθεί η στρατολόγηση και η εκμετάλλευση. Το διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορούν να λειτουργήσουν ως χώροι προσέγγισης, όπου οι δράστες εμφανίζονται με μια διαφορετική ταυτότητα και δημιουργούν σχέσεις εμπιστοσύνης, συχνά μέσα από ψευδείς υποσχέσεις για εργασία, οικονομική ασφάλεια ή μια καλύτερη ζωή. Ταυτόχρονα, όμως, δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζουμε την τεχνολογία μονάχα ως «αιτία». Είναι ένα νέο πεδίο μέσα στο οποίο μπορούν να αναπαραχθούν παλαιότερες σχέσεις εξουσίας και εκμετάλλευσης. Αυτό σημαίνει ότι η πρόληψη πρέπει να προσαρμοστεί και στο ψηφιακό περιβάλλον, ιδιαίτερα όταν μιλάμε για νέους ανθρώπους και ευάλωτους πληθυσμούς. Χρειάζεται, επομένως, ενημέρωση και ψηφιακός γραμματισμός, αλλά και μεγαλύτερη εγρήγορση από τους φορείς προστασίας, ώστε να αναγνωρίζονται έγκαιρα οι νέες μορφές στρατολόγησης και ελέγχου.

Β.Π.: Στη δημόσια συζήτηση συχνά επικεντρωνόμαστε στην καταστολή των δραστών. Πόσο αποτελεσματικές είναι, όμως, οι υφιστάμενες πολιτικές και κοινωνικές παρεμβάσεις για την πρόληψη του φαινομένου και, κυρίως, για την ουσιαστική προστασία και κοινωνική επανένταξη των θυμάτων;

Α.Μ.-Β.: Η καταστολή είναι αναμφίβολα απαραίτητη, αλλά από μόνη της δεν αρκεί. Αν θέλουμε πραγματικά να περιορίσουμε τη σεξουαλική σωματεμπορία, πρέπει να επενδύσουμε πολύ περισσότερο στην πρόληψη και στην προστασία των ανθρώπων που βρίσκονται σε συνθήκες ευαλωτότητας. Χρειάζεται έγκαιρη ενημέρωση, ιδιαίτερα για τους νέους ανθρώπους και τους προσφυγικούς πληθυσμούς, εκπαίδευση των επαγγελματιών που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή, ασφαλείς δομές φιλοξενίας και ουσιαστική ψυχοκοινωνική υποστήριξη. Και βέβαια, η προστασία δεν τελειώνει όταν ένα θύμα απομακρύνεται από την εκμετάλλευση. Χρειάζεται να μπορεί να ξαναχτίσει τη ζωή του, μέσα από την εκπαίδευση, την εργασία, την κοινωνική ένταξη και ένα ασφαλές υποστηρικτικό περιβάλλον. Για μένα, πραγματική επιτυχία είναι να μπορέσει ο άνθρωπος που υπέστη την εκμετάλλευση να ξανακερδίσει την αυτονομία, την αξιοπρέπεια και τη ζωή του.

Β.Π.: Πέρα από την ατομική ευθύνη των δραστών, ποιες ευθύνες έχει η κοινωνία, η οικογένεια, η εκπαίδευση, οι θεσμοί και η πολιτεία απέναντι στις συνθήκες που επιτρέπουν την αναπαραγωγή της σεξουαλικής εκμετάλλευσης;

Α.Μ.-Β.: Η ευθύνη του δράστη είναι δεδομένη και δεν πρέπει ποτέ να σχετικοποιείται. Όμως, αν μείνουμε στην ατομική ευθύνη, δεν θα κατανοήσουμε γιατί ένα τέτοιο φαινόμενο συνεχίζει να αναπαράγεται. Η οικογένεια, το σχολείο και η εκπαίδευση έχουν σημαντικό ρόλο στην καλλιέργεια αντιλήψεων για την ισότητα των φύλων, τον σεβασμό στο σώμα και τη σεξουαλικότητα. Οι θεσμοί και η πολιτεία, από την άλλη, οφείλουν να δημιουργούν αποτελεσματικούς μηχανισμούς πρόληψης, έγκαιρου εντοπισμού και προστασίας, ιδιαίτερα για ανθρώπους που βρίσκονται σε συνθήκες αυξημένης ευαλωτότητας. Και υπάρχει βέβαια και η ευθύνη της ίδιας της κοινωνίας. Γιατί οι αντιλήψεις μας για το φύλο, το σώμα, τη σεξουαλικότητα και το τι θεωρούμε «φυσιολογικό» δεν είναι άσχετες με το φαινόμενο.

Β.Π.: Η μελέτη ενός τόσο ευαίσθητου αντικειμένου απαιτεί ιδιαίτερη ερευνητική και ηθική προσέγγιση. Ποιες ήταν οι μεγαλύτερες δυσκολίες που αντιμετωπίσατε κατά την έρευνά σας και τι σας δίδαξε προσωπικά και επιστημονικά αυτή η διαδικασία;

Α.Μ.-Β.: Η μεγαλύτερη δυσκολία ήταν, ίσως, να καταφέρω να δημιουργήσω έναν χώρο μέσα στον οποίο ο άλλος θα αισθανόταν αρκετά ασφαλής ώστε να μιλήσει. Όταν απέναντί σου έχεις μια γυναίκα που έχει βιώσει ή φοβάται την εκμετάλλευση, δεν μπορείς να θεωρείς αυτονόητο ότι μια ερώτηση θα φέρει μια απάντηση. Αλλά υπήρχε και μια δεύτερη, πολύ διαφορετική δυσκολία, το να μπω στη φυλακή και να συνομιλήσω με ανθρώπους που έχουν καταδικαστεί για σωματεμπορία. Εκεί έπρεπε να διαχειριστώ και τη δική μου θέση ως ερευνήτρια, να ακούσω τις αφηγήσεις τους χωρίς να τις υιοθετήσω, αλλά και χωρίς να αποφασίσω εκ των προτέρων τι πρόκειται να ακούσω. Αυτό είναι ίσως ένα από τα πιο δύσκολα σημεία της ανθρωπολογικής έρευνας, να προσπαθείς να κατανοήσεις χωρίς να συγχέεις την κατανόηση με τη δικαιολόγηση. Προσωπικά, αυτή η διαδικασία με έκανε να καταλάβω ακόμη περισσότερο ότι ενώ ακούω, επηρεάζομαι, αναστοχάζομαι τη δική μου θέση, τελικά επιστρέφω διαρκώς στο ερώτημα, πώς θα μεταφέρω αυτή την ιστορία χωρίς να την προδώσω;

Β.Π.: Αν μπορούσατε να αλλάξετε μία κυρίαρχη αντίληψη της κοινωνίας σχετικά με τη σεξουαλική σωματεμπορία και τα θύματά της, ποια θα θέλατε να είναι αυτή η αλλαγή και ποιο μήνυμα θα θέλατε τελικά να κρατήσει ο αναγνώστης κλείνοντας το βιβλίο σας;

Α.Μ.-Β.: Ίσως, το σημαντικότερο μήνυμα που θα ήθελα να μείνει είναι ότι το σώμα μας δεν είναι έξω από την κοινωνία. Το σώμα μας διαμορφώνεται, πειθαρχείται και αποκτά νοήματα μέσα στις κοινωνικές σχέσεις και στις σχέσεις εξουσίας. Αυτό είναι και το σημείο στο οποίο συναντώ τον Φουκώ. Η εξουσία δεν χρειάζεται πάντοτε να βρίσκεται απέναντί μας και να μας επιβάλλεται με τη μορφή μιας απαγόρευσης. Έχει σε μεγάλο βαθμό εσωτερικευτεί. Έχουμε μάθει να κοιτάμε το σώμα μας, να το αξιολογούμε, να το συγκρίνουμε, να το ελέγχουμε και πολλές φορές να το πειθαρχούμε εμείς οι ίδιοι. Με έναν τρόπο, έχουμε σωματοποιήσει την εξουσία. Και αυτό, για μένα, είναι πολύ σημαντικό για να κατανοήσουμε και τη σεξουαλική σωματεμπορία. Γιατί εν τέλει, μιλάμε για ένα σώμα που έχει ήδη κοινωνικά νοηματοδοτηθεί, έχει ήδη ενταχθεί σε σχέσεις φύλου, εξουσίας και ανισότητας και μπορεί τελικά να μετατραπεί σε αντικείμενο εκμετάλλευσης. Άρα το ερώτημα του βιβλίου μου εκτός του «ποιος ασκεί εξουσία πάνω στο σώμα;» είναι και το «πώς φτάνουμε στο σημείο να θεωρούμε ορισμένα σώματα διαθέσιμα, αξιοποιήσιμα ή εκμεταλλεύσιμα;». Εκεί, νομίζω, βρίσκεται η βαθύτερη διάσταση του βιβλίου.

Επίλογος

Η συζήτηση με την Ανδρομάχη Μπούνα-Βάιλα μας οδηγεί πέρα από τους εύκολους διαχωρισμούς ανάμεσα σε θύτες και θύματα και μας καλεί να δούμε τη σεξουαλική σωματεμπορία μέσα στο ευρύτερο κοινωνικό και έμφυλο πλαίσιο που την καθιστά δυνατή. Οι ανισότητες, τα στερεότυπα, οι σχέσεις εξουσίας και η κοινωνική ευαλωτότητα δεν αποτελούν απλώς το φόντο του φαινομένου· αποτελούν μέρος του μηχανισμού μέσα στον οποίο αυτό αναπαράγεται.

Το βιβλίο της δεν περιορίζεται, επομένως, στην καταγραφή ενός σύνθετου κοινωνικού προβλήματος. Θέτει ένα βαθύτερο ερώτημα για τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία αντιλαμβάνεται το σώμα, το φύλο και την εξουσία. Και ίσως εκεί βρίσκεται και η σημαντικότερη πρόκληση: να πάψουμε να βλέπουμε το θύμα μέσα από την ταυτότητα που του αποδίδουμε και να αναγνωρίσουμε, πίσω από κάθε ιστορία εκμετάλλευσης, έναν άνθρωπο με φωνή, ιστορία, αξιοπρέπεια και δικαίωμα στην αυτονομία.

Γιατί, όπως υπογραμμίζει η ίδια, η ουσιαστική αντιμετώπιση της σωματεμπορίας δεν ολοκληρώνεται με την απομάκρυνση από την εκμετάλλευση. Ολοκληρώνεται όταν ο άνθρωπος μπορεί να ξανακερδίσει τη ζωή του.

Share