Music

Αντώνης Τουμανίδης: «Οι πιο τρομακτικοί "κακοί" είναι εκείνοι στους οποίους αναγνωρίζουμε ένα κομμάτι του εαυτού μας»

2026-07-29

A Conversation with Antonis Toumanidis
Conducted by Vasiliki V. Pappa

Με αφορμή το μυθιστόρημα «Άντερσεν», το πρώτο μέρος της «Τριλογίας των Δολοφόνων» από τις Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, ο συγγραφέας μιλά στο Culture Magazine για τη φύση του κακού, τη δύναμη των παραμυθιών, τη δημιουργία των χαρακτήρων και τον ρόλο της λογοτεχνίας. 

Ο Αντώνης Τουμανίδης, μιλά στο Culture Magazine για τη λογοτεχνία, την ανθρώπινη φύση και τη σκοτεινή πλευρά των παραμυθιών. 


Abstract

In this exclusive interview with Culture Magazine, Greek author Antonis Toumanidis discusses his latest novel, Andersen, the opening volume of the Murderers Trilogy, published by Ellinika Grammata. Using the novel as a starting point, the conversation expands beyond crime fiction to explore the nature of evil, the enduring power of Hans Christian Andersen's fairy tales, the creative writing process, and the relationship between literature and human experience. Thoughtful and reflective, Toumanidis shares his views on storytelling, the role of the reader, and the ability of literature to illuminate both the darkest and the most hopeful aspects of human nature.


Εισαγωγή

Με αφορμή την κυκλοφορία του μυθιστορήματος «Άντερσεν», του πρώτου μέρους της «Τριλογίας των Δολοφόνων» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, συνομιλήσαμε με τον συγγραφέα Αντώνη Τουμανίδη. Η συζήτηση δεν περιορίστηκε στις σελίδες του νέου του βιβλίου. Αντίθετα, αποτέλεσε αφετηρία για έναν ευρύτερο διάλογο γύρω από τη φύση του κακού, τη διαχρονική δύναμη των παραμυθιών, τη δημιουργική διαδικασία, τη σχέση συγγραφέα και αναγνώστη, αλλά και τον ρόλο της λογοτεχνίας σε έναν κόσμο που αναζητά διαρκώς νόημα.

Με λόγο ουσιαστικό και χωρίς διάθεση να προσφέρει εύκολες απαντήσεις, ο Αντώνης Τουμανίδης μοιράζεται σκέψεις που υπερβαίνουν τα όρια ενός αστυνομικού μυθιστορήματος και φωτίζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τον άνθρωπο, τη γραφή και την ίδια τη λογοτεχνία.

Η Συνέντευξη

Β.Π.: Κύριε Τουμανίδη, το πρώτο μέρος της Τριλογίας των δολοφόνων που φέρει τον τίτλο «Άντερσεν» φέρνει τον αναγνώστη αντιμέτωπο με τις πιο σκοτεινές όψεις της ανθρώπινης φύσης. Πιστεύετε ότι το κακό είναι μια έμφυτη ανθρώπινη δυνατότητα ή κάτι που διαμορφώνεται μέσα από τις εμπειρίες και τις συνθήκες της ζωής;

Α.Τ.: Το κακό δεν είναι απλώς δυνατότητα. Είναι ένα από τα υλικά από τα οποία είμαστε φτιαγμένοι. Όπως και το καλό. Ο άνθρωπος, βέβαια, έχει τη δυνατότητα να επιλέγει ποιο από τα δύο θα φέρει στην επιφάνεια και ποιο θα καταπνίξει. Εκεί έρχονται οι εμπειρίες και οι συνθήκες της ζωής που παίζουν καταλυτικό ρόλο στο που θα οδηγηθεί κάποιος: στο σκοτάδι ή στο φως. Υπάρχει μια λεπτή, σχεδόν αόρατη, διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον άνθρωπο και στο τέρας: τη στιγμή όπου μια επιλογή, μια απόφαση ή ένα τραύμα μπορεί να αλλάξει ολόκληρη τη ζωή κάποιου. Ίσως γι' αυτό οι πιο τρομακτικοί «κακοί» δεν είναι εκείνοι που μοιάζουν ξένοι σε εμάς αλλά εκείνοι στους οποίους αναγνωρίζουμε ένα κομμάτι του ίδιου μας του εαυτού.

Β.Π.: Τα παραμύθια του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν συνεχίζουν να μας συγκινούν, αλλά και να μας ταράζουν. Τι είναι εκείνο που τα καθιστά τόσο διαχρονικά και γιατί θεωρήσατε ότι μπορούσαν να αποτελέσουν τον πυρήνα ενός σύγχρονου θρίλερ;

Α.Τ.: Τα παραμύθια του Άντερσεν απευθύνονται σε όλους: ενήλικες και παιδιά δίχως να περιορίζονται από χωροχρονικά στοιχεία. Κάθε γενιά ανακαλύπτει μέσα τους κάτι διαφορετικό αλλά εξίσου αληθινό. Ως εκ τούτου, συνεχίζουν να συγκινούν και πάντα θα συγκινούν. Αναφορικά με το δεύτερο μέρος της ερώτησης: οι ιστορίες του μεγάλου Δανού συγγραφέα κάτω από τη λυρική τους επιφάνεια έχουν ούτως ή άλλως στον πυρήνα τους το στοιχείο του θρίλερ. Το μόνο που έκανα ήταν να αναδείξω αυτή τη σκοτεινή πλευρά τους και να τη μεταφέρω σε ένα σύγχρονο πλαίσιο, όπου κάθε φόνος συνομιλεί με ένα διαφορετικό παραμύθι του Άντερσεν.

Β.Π.: Όταν γράφετε για τη βία, τον φόβο και τον θάνατο, αισθάνεστε ότι έχετε κάποια ευθύνη απέναντι στον αναγνώστη ή θεωρείτε πως η λογοτεχνία οφείλει να παραμένει απολύτως ελεύθερη να εξερευνά ακόμη και τις πιο ακραίες πτυχές της ανθρώπινης ύπαρξης;

Α.Τ.: Έχω ευθύνη… να είμαι, απόλυτα, ειλικρινής απέναντι στον αναγνώστη. Και η ειλικρίνεια στη λογοτεχνία προϋποθέτει ελευθερία σκέψης και γραφής. Αν κάνει κάποιος μια ενδελεχή έρευνα θα διαπιστώσει πως, ειδικά, τα παραμύθια έχουν πολλάκις εξερευνήσει πτυχές της ανθρώπινης ύπαρξης που αρκετοί δεν τολμούν ούτε καν να ομολογήσουν. Οι μεγάλοι παραμυθάδες δεν έγραφαν για να καθησυχάσουν το κοινό τους αλλά για να το κάνουν να κοιτάξει κατάματα το τέρας. Οι παραμυθάδες δεν δεσμεύονται από περιορισμούς και κανόνες. Αναζητήστε ενδεικτικά το παραμύθι της «Κυρά Τρούντε», όπως καταγράφηκε αρχικά από τους Γκριμ.

Β.Π.: Αν έπρεπε να περιγράψετε τη σημερινή κοινωνία σαν ένα μυθιστόρημα, ποιο θα ήταν το κυρίαρχο συναίσθημα που θα τη χαρακτήριζε και γιατί;

Α.Τ.: Απόγνωση. Μια κοινωνία που αναζητά το «και ζήσανε αυτοί καλά» αλλά δεν έχει ιδέα πώς να το βρει. Μια κοινωνία χαμένη στο «σκοτεινό ή ανήλιο δάσος». Ίσως, όμως, μέσα στην απόγνωση να κρύβεται και η ελπίδα. Γιατί μόνο όταν συνειδητοποιήσεις ότι έχεις χαθεί, αρχίζεις πραγματικά να αναζητάς τον δρόμο σου.

Β.Π.: Υπάρχει μια στιγμή κατά τη συγγραφή όπου οι χαρακτήρες παύουν να υπακούουν στον δημιουργό τους και αρχίζουν να αποκτούν τη δική τους βούληση; Αν ναι, πώς βιώνετε αυτή τη μετάβαση;

Α.Τ.: Πρόκειται για μια μαγική στιγμή. Με χαρά (ενίοτε και με ανακούφιση) γιατί είναι η στιγμή που οι χαρακτήρες παύουν να είναι απλά χαρακτήρες αλλά αποκτούν τη δική τους ζωή. Από το σημείο εκείνο και μετά δεν τους καθοδηγώ εγώ αλλά με καθοδηγούν εκείνοι. Δεν προσπαθώ να τους αναγκάσω να κάνουν αυτό που είχα, αρχικά, σκεφτεί. Τους ακολουθώ σαν μακρινός παρατηρητής, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι θα με οδηγήσουν σε μια εντελώς διαφορετική, από την προβλεπόμενη, διαδρομή. Όταν συμβαίνει αυτό, ο αναγνώστης το αντιλαμβάνεται: Οι χαρακτήρες παύουν να λειτουργούν ως πιόνια της πλοκής. Γίνονται άνθρωποι με αντιφάσεις, αδυναμίες και απρόβλεπτες επιλογές.

Β.Π.: Τι σας γοητεύει περισσότερο όταν επιχειρείτε να χτίσετε έναν χαρακτήρα: οι πράξεις του, τα τραύματά του ή οι αντιφάσεις του; Και τι αποκαλύπτει αυτό για τον τρόπο που βλέπετε τους ανθρώπους;

Α.Τ.: Αν κάτι με γοητεύει ή μου τραβάει την προσοχή είναι, περισσότερο, τα μικρά, αλλά εξίσου αποκαλυπτικά για τον εκάστοτε χαρακτήρα, πράγματα. Το πώς θα βγάλει έναν αναπτήρα από την τσέπη του για να ανάψει ένα τσιγάρο. Το πώς θα κοιτάξει έναν άγνωστο στον δρόμο. Το πώς θα χαμογελάσει, θα διστάσει, θα σωπάσει ή θα αντιδράσει όταν κανείς δεν τον παρακολουθεί. Οι περισσότεροι μπορούν να υποδυθούν έναν ρόλο όταν γνωρίζουν ότι τους παρατηρούν – λιγότερο ή περισσότερο επιτυχημένα. Οι μικρές, αυθόρμητες κινήσεις, όμως, είναι πολύ πιο ειλικρινείς. Εκεί κρύβεται η αλήθεια.

Β.Π.: Πιστεύετε ότι η καλή λογοτεχνία λειτουργεί κυρίως ως καταφύγιο από την πραγματικότητα ή ως ένας καθρέφτης που μας αναγκάζει να την αντικρίσουμε χωρίς ωραιοποιήσεις;

Α.Τ.: Άλλοτε ως καθρέφτης, άλλοτε ως καταφύγιο, άλλοτε ως καθρέφτης και καταφύγιο ταυτόχρονα. Υπάρχουν βιβλία που μας «αναγκάζουν» να αντικρίσουμε την πραγματικότητα και τον ίδιο μας τον εαυτό χωρίς ωραιοποιήσεις, να δούμε κατάματα τις αδυναμίες, τους φόβους και τις αντιφάσεις μας. Και υπάρχουν άλλα που μας προσφέρουν ένα είδος ανάσας, έναν ασφαλή χώρο όπου μπορούμε να απομακρυνθούμε, έστω και για λίγο, από την καθημερινότητα και να θυμηθούμε γιατί αξίζει να συνεχίσουμε. Υπάρχει τέλος και εκείνη η λογοτεχνία που σε κάνει να δραπετεύεις από την πραγματικότητα μόνο και μόνο για να επιστρέψεις σε αυτήν με διαφορετική ματιά. Δεν σε απομακρύνει από τον κόσμο αλλά σε βοηθά να τον κατανοήσεις καλύτερα.

Β.Π.: Ποια είναι η σημαντικότερη συνάντηση που μπορεί να συμβεί ανάμεσα σε ένα βιβλίο και τον αναγνώστη του; Υπάρχει κάποια αντίδραση ή κάποιο σχόλιο αναγνώστη που σας έκανε να δείτε διαφορετικά το ίδιο σας το έργο;

Α.Τ.: Πολλά! Και ας είμαστε ειλικρινείς. Δεν νοείται βιβλίο και συγγραφέας δίχως αναγνώστες. Έχω δεχτεί σχόλια που με έκαναν να δω διαφορετικά το ίδιο μου το έργο. Έχουν υπάρξει ιστορίες που έγραψα καθαρά για ψυχαγωγικούς λόγους και στις οποίες κάποιοι ανακάλυψαν βαθύτερους συμβολισμούς και κρυφά νοήματα − ίσως μάλιστα να τα είχα περάσει ασυνείδητα. Από την άλλη, υπήρξαν κείμενα που δημιούργησα με έναν πολύ συγκεκριμένο προβληματισμό στο μυαλό μου και οι αναγνώστες τα αγάπησαν κυρίως ως συναρπαστικές ιστορίες. Αυτό μου έμαθε κάτι πολύ σημαντικό: η ανάγνωση είναι μια δημιουργική πράξη. Ο κάθε αναγνώστης φέρνει στο βιβλίο τις δικές του εμπειρίες και τις δικές του αναζητήσεις. Γι' αυτό πιστεύω ότι, από τη στιγμή που ένα βιβλίο εκδοθεί παύει να ανήκει στον συγγραφέα. Γίνεται κτήμα των αναγνωστών του.

Β.Π.: Κοιτάζοντας τη μέχρι σήμερα συγγραφική σας πορεία, ποια είναι η μεγαλύτερη αλλαγή που έχει συντελεστεί όχι στον τρόπο που γράφετε, αλλά στον τρόπο που αντιλαμβάνεστε τη λογοτεχνία;

Α.Τ.: «Βλέπω» τη λογοτεχνία με ταπεινότητα. Με χαμηλωμένα τα μάτια. Παλαιότερα πίστευα ότι ο συγγραφέας είναι εκείνος που οδηγεί την ιστορία. Με τα χρόνια συνειδητοποίησα ότι ο συγγραφέας είναι περισσότερο ένας συνοδοιπόρος. Κάθε βιβλίο βρίσκει τους δικούς του αναγνώστες, τη σωστή στιγμή και για διαφορετικούς λόγους. Αυτό μου έδωσε μεγαλύτερη ελευθερία ως συγγραφέα. Δεν γράφω για να επιβεβαιώσω προσδοκίες, ούτε για να ακολουθήσω τάσεις. Γράφω την ιστορία που πιστεύω ότι αξίζει να ειπωθεί.

Β.Π.:  Όταν κάποιος κλείσει και το τελευταίο βιβλίο της «Τριλογίας των Δολοφόνων», ποια θα θέλατε να είναι η μία σκέψη ή το ένα ερώτημα που θα συνεχίσει να τον συνοδεύει πολύ καιρό μετά την ανάγνωση;

Α.Τ.: Και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα;

Επίλογος

Οι απαντήσεις του Αντώνη Τουμανίδη επιβεβαιώνουν ότι το «Άντερσεν» δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη αστυνομικό μυθιστόρημα, αλλά την αφετηρία μιας ευρύτερης λογοτεχνικής αναζήτησης. Μέσα από τη συζήτησή μας αναδείχθηκαν ζητήματα που αφορούν όχι μόνο τη συγγραφή, αλλά και τη διαρκή προσπάθεια του ανθρώπου να κατανοήσει τον εαυτό του, τους φόβους του και τις αντιφάσεις του.

Ίσως, τελικά, αυτό να είναι και το μεγαλύτερο επίτευγμα της λογοτεχνίας: να μας προσφέρει ιστορίες που μας συναρπάζουν, αλλά ταυτόχρονα να μας καλούν να κοιτάξουμε λίγο βαθύτερα μέσα μας. Και, όπως υπαινίσσεται ο ίδιος ο συγγραφέας κλείνοντας τη συνέντευξή μας, το ερώτημα παραμένει πάντα ανοιχτό: «Και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα;»

Share