Κατερίνα Γιόκαρη: "Μα… τι όμορφα που είναι"
Ένα ποιητικό ταξίδι ανάμεσα στο όνειρο, τον ουρανό και την εύθραυστη ομορφιά

«Κι αν τούτος λογίζεται για Παράδεισος…».
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Υπάρχουν ποιήματα που δεν επιχειρούν να ερμηνεύσουν τον κόσμο, αλλά να δημιουργήσουν έναν άλλο — έναν τόπο όπου η πραγματικότητα υποχωρεί και τη θέση της παίρνει το όνειρο. Στο ποίημα της Κατερίνας Γιόκαρη «Μα… τι όμορφα που είναι», ο ουρανός γίνεται ένας τέτοιος τόπος: ένας χώρος καταφυγής, γαλήνης και μιας αλλιώτικης ευτυχίας.
Η ποιήτρια κινείται ανάμεσα στα σύννεφα, τα αστέρια, το φως και τους Αγγέλους, δημιουργώντας ένα ονειρικό τοπίο όπου το άυλο αποκτά σχεδόν υλική υπόσταση. Ένα σύννεφο γίνεται «άχνη» που μπορεί να καθίσει στη φούχτα, ενώ ο ουρανός μεταμορφώνεται σε έναν απέραντο χώρο όπου η ψυχή μπορεί να ονειρευτεί, να συνομιλήσει με το άπιαστο και να αναζητήσει τον δικό της δρόμο.
Και μέσα σε αυτό το ποιητικό σύμπαν, η φωνή της Κατερίνας Γιόκαρη μοιάζει να συνομιλεί περισσότερο με όσα δεν μπορούν να αγγιχθούν παρά με όσα μπορούν να ειπωθούν. Γιατί ίσως κάποια πράγματα δεν χρειάζονται φωνή· αρκεί να τα βλέπεις και να τα αισθάνεσαι.
ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ
Δεν μπορώ να
μην ονειρευτώ,
σαν ακούω μια σονάτα, να χαϊδεύει τα πλήκτρα του πιάνου.
Αλήθεια να
'ναι τ' όνειρο μεσ' στις παρυφές τ' ουρανού;
Μπορεί και να 'ναι.
Μα τούτη την ώρα ποιος λογιάζει την αλήθεια;
Τι να την κάνεις άραγε;
Κει πάνω
κατοικεί μια αλλιώτικη ευτυχία.
Ποιος μπορεί να μην τη θέλει;
Μες στα
μεσούρανα, σαν τα σύννεφα
να πλαγιάζουν το 'να δίπλα απ' τ' άλλο
και στρώνουν λευκό σεντόνι να ξαποστάσεις.
Ποιος αλήθεια δεν το θέλει;
Δες στην
άκρη του σεντονιού κάτι λάμπει
και πιο μέσα γίνεται δρόμος απ' τ' αστέρια.
Χορεύουν, τα βλέπεις;
Να, ήρθαν
και οι ρομφαίες των Αγγέλων,
πολύχρωμες και σιγοντάρουν το χορό των αστεριών.
Τι όμορφα που είναι;
Να, τώρα δα,
μια άχνη σύννεφο
κάθισε στη φούχτα μου και λικνίζεται η τρελή.
Νομίζει ότι έχω τα τραγούδια τ' ουρανού να της πω.
Μα πώς να τα πω; Με τι φωνή;
Όχι, δεν έχω
φωνή, μόνο μάτια και ψυχή έχω,
μόνο από 'κει μπορώ να τραγουδήσω.
Μην γίνεσαι
χιόνι άχνη μου, μη λιώσεις,
θα τραγουδήσω, στο υπόσχομαι,
να, ακούμπα στο μέρος της καρδιάς κι άκουσέ τη.
Έχει βγάλει
χρώματα, να οι κορδέλες της,
χορεύουν και τραγουδούν για σένα.
Τι όμορφη
που 'σαι άχνη, απαλή — λευκή,
φοβάμαι να σε αγγίξω — μη σε χαλάσω.
Πώς ν' αγγίξεις τον αέρα, πώς να τον χαϊδέψεις;
Δεν έχω ακροδάχτυλα που δεν χαλούν τον αέρα.
Κι αν τούτος
λογίζεται για Παράδεισος,
θα βάλω στα πόδια σου μια μαργαρίτα,
να περιμένει να 'ρθω όταν έρθει η ώρα.
Να μου την κρατάς ζωντανή, για να βλέπω το δρόμο.
Να μου την προσέχεις, μη μαραθεί, το δρόμο να μην χάσω.
Σ' αγαπώ,
ουρανέ, ακόμα κι όταν δακρύζεις σ' αγαπώ περισσότερο.
Μη λυπάσαι,
έχει κι εδώ κάτω Αγγέλους να μας προσέχουν.
Μην κλαις.
Τα
τρεχαντήρια σκορπίζονται και φέρνουν τούμπα τα νερά.
Ναι, γίνονται καινούρια.
Μην κλαις.
Η ομορφιά
έρχεται κι εδώ, σιμά είναι η ώρα.
Αλλάζει η τρύπα του κόσμου, μικραίνει.
Θα μείνει μια κουκίδα της σε μιαν άκρη,
για να μην πέσει ο κόσμος σε λήθη.
Άλλωστε,
ποια αξία θα 'χε η ομορφιά,
αν ήταν μόνη της, χωρίς την ασχήμια;
Ποιος θα μπορούσε να την καταλάβει —
θα 'ταν μονότονα.
Ακόμα κι ο
Παράδεισος είχε ανάγκη το φίδι,
πώς αλλιώς θα ξεχώριζε;
Δεν ξέρω — δεν έχω εξήγηση — είμαι άνθρωπος — τόσα νιώθω.
Μα κι έτσι — τι όμορφα που είναι!
ΣΧΟΛΙΟ
Στο «Μα… τι όμορφα που είναι», η Κατερίνα Γιόκαρη δημιουργεί έναν κόσμο που βρίσκεται κάπου ανάμεσα στο όνειρο και στην πραγματικότητα. Ο ουρανός δεν είναι απλώς το φυσικό τοπίο μέσα στο οποίο εκτυλίσσεται το ποίημα· γίνεται ένας εσωτερικός τόπος, ένας χώρος όπου η ψυχή μπορεί να αναζητήσει την ομορφιά, την ηρεμία και ίσως μια διαφορετική εκδοχή της ευτυχίας.
Οι εικόνες είναι πλούσιες και έντονα ονειρικές: σύννεφα που «στρώνουν λευκό σεντόνι», αστέρια που γίνονται δρόμος, Άγγελοι που συμμετέχουν στον χορό τους. Ανάμεσά τους, όμως, ξεχωρίζει η «άχνη». Ένα σχεδόν άυλο πλάσμα που κάθεται στη φούχτα της ποιήτριας και γίνεται αντικείμενο τρυφερότητας και προστασίας.
| «Φοβάμαι να σε αγγίξω — μη σε χαλάσω.»
Ίσως εδώ βρίσκεται και η πιο ουσιαστική διάσταση του ποιήματος. Η ομορφιά που πραγματικά μας συγκινεί είναι συχνά εύθραυστη. Θέλουμε να την κρατήσουμε, αλλά γνωρίζουμε πως ακόμη και το άγγιγμά μας μπορεί να την αλλοιώσει. Έτσι, η ερώτηση «Πώς ν' αγγίξεις τον αέρα, πώς να τον χαϊδέψεις;» αποκτά μια ευρύτερη σημασία: πώς μπορεί ο άνθρωπος να πλησιάσει κάτι τόσο άπιαστο όσο η ευτυχία, η αγάπη, η ελπίδα ή το όνειρο;
Και τότε εμφανίζεται η μαργαρίτα, το μικρό, γήινο λουλούδι που η ποιήτρια αφήνει στα πόδια του ουρανού. Είναι ίσως το πιο γήινο σύμβολο μέσα σε έναν κόσμο γεμάτο σύννεφα, αστέρια και Αγγέλους. Γίνεται σημάδι μνήμης και προσανατολισμού: ένα μικρό φως που θα κρατήσει ζωντανό τον δρόμο μέχρι να έρθει η ώρα της επιστροφής.
Το τέλος του ποιήματος είναι χαρακτηριστικά τρυφερό. Ο ουρανός μπορεί να δακρύζει, όμως η ποιήτρια δηλώνει πως τον αγαπά ακόμη περισσότερο. Και απέναντι στη λύπη του αντιτάσσει μια παρήγορη σκέψη:
«Έχει κι εδώ κάτω Αγγέλους να μας προσέχουν.»
Ίσως τελικά αυτό να είναι και το πιο αισιόδοξο μήνυμα του ποιήματος. Ότι ακόμη κι όταν στρέφουμε το βλέμμα προς τα πάνω αναζητώντας έναν Παράδεισο, η φροντίδα, η αγάπη και οι «Άγγελοι» μπορούν να βρίσκονται ήδη εδώ, ανάμεσά μας.
Ένα ποίημα για την ομορφιά, λοιπόν, αλλά και για την ανάγκη του ανθρώπου να την προστατεύσει — πριν προλάβει να γίνει χιόνι και να λιώσει.
✒Εισαγωγή, σχόλιο & επιμέλεια παρουσίασης
Βασιλική Β. Παππά — Editor in Chief, Culture Magazine


