Music

Γιάννης Καραγιάννης: «Πάντα θα υπάρχει χώρος για το καλό βιβλίο»

2026-09-24

A Conversation with Giannis Karagiannis
Conducted by Vasiliki V. Pappa

Ο Γιάννης Καραγιάννης μιλά στο Culture Magazine με αφορμή τον Θετό Γιο, για τη γραφή, το νουάρ και τους ανθρώπους που βρίσκονται στο επίκεντρο των ιστοριών του. 

Abstract

In this interview with Culture Magazine, Greek author Giannis Karagiannis discusses his literary journey from poetry to short stories and noir fiction, as well as the ideas and social concerns that shape his writing. On the occasion of his novel The Adopted Son (O Thetos Gios), Karagiannis reflects on family, human relationships, loneliness, social alienation, violence, inequality, and the difficult choices people are forced to make when they reach their limits.

The author also discusses his approach to character development, the role of questions and ambiguity in literature, and the freedom he experiences when facing the blank page. He explains how research for The Adopted Son led him to explore issues such as the social integration of Roma people and the adoption of children by same-sex couples. At the same time, he considers the changing relationship between readers and literature in an era dominated by images, social media, and artificial intelligence.

For Karagiannis, noir remains the literary genre that best expresses him, offering not only suspense and crime but also an opportunity to examine human nature and contemporary society. Above all, he hopes to maintain the reader's interest from the first to the final page and to leave behind the promise of another literary encounter.

Εισαγωγή

Ο Γιάννης Καραγιάννης γράφει εδώ και πολλά χρόνια, έχοντας διανύσει μια συγγραφική διαδρομή που ξεκίνησε από την ποίηση και πέρασε σταδιακά στο διήγημα και, στη συνέχεια, στο νουάρ. Μια διαδρομή που δεν υπήρξε μόνο αλλαγή λογοτεχνικού είδους, αλλά και ένας τρόπος να μετακινηθεί ο ίδιος ο συγγραφέας από τη συλλογική έκφραση και την πολιτικοποιημένη ματιά της νεότητας σε μια βαθύτερη παρατήρηση του ανθρώπου και των αντιφάσεών του.

Στον Θετό Γιο, το νέο του βιβλίο, η αστυνομική πλοκή συναντά ζητήματα που υπερβαίνουν τα όρια ενός νουάρ μυθιστορήματος: την οικογένεια και τους δεσμούς που δημιουργούνται πέρα από τη βιολογική συγγένεια, τη μοναξιά, την κοινωνική αποξένωση, τη βία, την κοινωνική ανισότητα, την υιοθεσία και την ανάγκη του ανθρώπου να ανήκει κάπου. Οι χαρακτήρες του δοκιμάζονται σε δύσκολες συνθήκες, εκεί όπου, όπως ο ίδιος σημειώνει, «ραγίζει το προσωπείο της υποκρισίας» και αποκαλύπτεται ο πραγματικός χαρακτήρας.

Ο Καραγιάννης δεν ενδιαφέρεται να δώσει έτοιμες απαντήσεις. Αντίθετα, θεωρεί τα ερωτήματα και τα αποσιωπητικά αναπόσπαστα στοιχεία της γραφής του και αφήνει στον αναγνώστη τον χώρο να διαμορφώσει τη δική του απάντηση. Ίσως γι' αυτό, πίσω από την αστυνομική πλοκή, το ενδιαφέρον του στρέφεται τελικά στους ανθρώπους: στις επιλογές τους όταν όλα δοκιμάζονται, στις σχέσεις που αντέχουν, σε εκείνες που διαλύονται και σε όσα παραμένουν ανείπωτα.

Με αφορμή τον Θετό Γιο, συζητήσαμε μαζί του για τη σχέση του με τη γραφή, τους χαρακτήρες και τις δύσκολες ανθρώπινες αποφάσεις, για τα κοινωνικά ζητήματα που επιμένουν να βρίσκουν χώρο στις ιστορίες του, αλλά και για τη λογοτεχνία σε μια εποχή εικόνας, κοινωνικών δικτύων και τεχνητής νοημοσύνης. Και, φυσικά, για το νουάρ, ένα λογοτεχνικό είδος στο οποίο, όπως λέει ο ίδιος, επιμένει, γιατί είναι αυτό που τον εκφράζει.

Η Συνέντευξη

Β.Π.: Κύριε Καραγιάννη, ο «Θετός Γιος» είναι η αφορμή για τη συζήτησή μας, όμως θα ήθελα να ξεκινήσουμε από εσάς. Πότε αισθανθήκατε για πρώτη φορά ότι η γραφή δεν είναι απλώς μια δημιουργική ανάγκη, αλλά ένας τρόπος να κατανοείτε τον κόσμο και τον ίδιο σας τον εαυτό;

Γ.Κ.: Γράφω από μικρή ηλικία. Ξεκίνησα από ποίηση, κυκλοφορώντας στα δεκαοκτώ μου την πρώτη μου ποιητική συλλογή. Πέρα από δημιουργική ανάγκη, όπως αναφέρατε, ήθελα να μιλήσω για τη γενιά μου και τα προβλήματα της. Υπήρξα πολιτικοποιημένος από τα μαθητικά μου χρόνια. Αυτό επηρέασε στίχους και κείμενα μου. Όταν ξέφυγα από τη στρατευμένη έκφραση, που με κρατούσε από το μανίκι, όπως έλεγε ο Σαββόπουλος, άρχισα να βλέπω αλλιώς τα πράγματα και να ανακαλύπτω σιγά σιγά τον εαυτό μου. Η αλλαγή φάνηκε στον τρόπο γραφής μου. Οι σπουδές μου στα οικονομικά, το διάβασμα κυρίως κλασικής λογοτεχνίας και οι διαλέξεις του Μαρωνίτη στη φιλοσοφική Θεσσαλονίκης μου άνοιξαν νέους δρόμους και αναζητήσεις. Το διήγημα πήρε τη θέση της εφηβικής ποίησης και αργότερα το νουάρ που σου δίνει τη δυνατότητα να κατανοήσεις καλύτερα τον κόσμο και τους ανθρώπους, μέσα από ακραίες καταστάσεις και γεγονότα.

Β.Π.: Κάθε συγγραφέας κουβαλά μέσα του έναν ιδιαίτερο τρόπο να παρατηρεί τους ανθρώπους. Τι είναι αυτό που σας κινεί περισσότερο το ενδιαφέρον στους ανθρώπινους χαρακτήρες; Οι αντιφάσεις τους, οι επιλογές τους, οι αδυναμίες τους ή όσα κρύβουν από τους άλλους και από τον ίδιο τους τον εαυτό;

Γ.Κ.: Η συμπεριφορά και οι αντιδράσεις τους στις δύσκολες στιγμές, ιδίως όταν ακροβατούν στην κόψη του ξυραφιού και χρειάζεται να πάρουν δύσκολες αποφάσεις για τη ζωή τους. Εκεί φαίνεται ο αληθινός χαρακτήρας των ανθρώπων και ραγίζει το προσωπείο της υποκρισίας, του δήθεν και του «φαίνεστε».

Β.Π.: Στον Θετό Γιο η έννοια της οικογένειας και των ανθρώπινων δεσμών αποκτά ιδιαίτερο βάρος. Πιστεύετε ότι οικογένεια είναι πρωτίστως αυτό που μας συνδέει βιολογικά ή αυτό που επιλέγουμε να είμαστε ο ένας για τον άλλον;

Γ.Κ.: Ασφαλώς το δεύτερο! Για μένα η έννοια της οικογένειας ξεφεύγει από τον βιολογικό της παρονομαστή. Είναι η άδολη αγκαλιά, η συντροφικότητα, η έγνοια και ο πόνος που ενώνει τους ανθρώπους. Ο Αντρέι Βοσνισιένσκι στο ποίημα του «Ζωή» αναφέρει: «Αν ο πόνος τους ανθρώπους πλησιάζει, τι να την κάνω τη ζωή χωρίς τον πόνο!»

Β.Π.: Πόσο δύσκολο είναι για έναν συγγραφέα να αγγίξει ευαίσθητα θέματα χωρίς να οδηγηθεί σε διδακτισμό; Όταν γράφετε, αισθάνεστε ότι θέλετε να δώσετε απαντήσεις στον αναγνώστη ή προτιμάτε να του δημιουργείτε ερωτήματα;

Γ.Κ.: Τα ερωτήματα και τα αποσιωπητικά είναι αναπόσπαστα στοιχεία των κειμένων μου. Αφήνω τον αναγνώστη να δώσει τις απαντήσεις που θεωρεί σωστές για εκείνον. Δεν μου αρέσει ο διδακτισμός και η καθοδήγηση. Αγγίζω τα ευαίσθητα θέματα με ιδιαίτερη προσοχή και ευαισθησία. Με ενοχλεί η αβασάνιστη κριτική, το προσωπικό βόλεμα, το ψέμα και το «εγώ» πολλών ανθρώπων. Οι ανθρώπινες σχέσεις και η κοινωνία έχουν ανάγκη το «εμείς» χωρίς εκπτώσεις.

Β.Π.: Η λογοτεχνία συχνά λειτουργεί σαν ένας καθρέφτης της κοινωνίας. Τι σας προβληματίζει περισσότερο στη σημερινή κοινωνία και ποια από αυτά τα ζητήματα νιώθετε ότι αξίζει να περάσουν μέσα από τη λογοτεχνία;

Γ.Κ.: Η μοναξιά των ανθρώπων είναι από τα θέματα που με αγγίζουν ιδιαίτερα. Το άδειο βλέμμα μιας γυναίκας μετά από δωδεκάωρα στη δουλειά, ο παρατημένος γέρος στο γηροκομείο και τα κλαμένα παιδικά μάτια σε ιδρύματα και προσφυγικές δομές με συγκινούν βαθιά. Η αποξένωση, η μοναξιά, η βία, η κοινωνική ανισότητα και ο σημερινός εργασιακός μεσαίωνας είναι ζητήματα που πρέπει να περνάνε μέσα από την λογοτεχνία.

Β.Π.: Υπάρχει κάποιος χαρακτήρας που έχετε δημιουργήσει και σας έχει εκπλήξει ο ίδιος με την πορεία που πήρε; Έχει συμβεί ποτέ ένας ήρωάς σας να «αντισταθεί» στον αρχικό σχεδιασμό σας και να σας οδηγήσει τελικά σε μια διαφορετική ιστορία;

Γ.Κ.: Ενώ υπάρχει ένα αρχικό σχέδιο, το γράψιμο μπορεί να σε οδηγήσει σε ανατροπές ρόλων, χαρακτήρων και αιτιών του εγκλήματος. Δίνω μεγάλη βαρύτητα στην σωστή τεκμηρίωση των αιτιών μιας εγκληματικής πράξης και στην αποφασιστικότητα του ήρωα να την αποκαλύψει. Σε γενικές γραμμές διατηρώ τον καμβά ενός νουάρ και δεν ξεφεύγω από τον αρχικό σχεδιασμό. Αν τύχει όμως και συμβεί ή μπούνε πράγματα περιττά που μπλοκάρουν τη ροή του κειμένου έρχεται ο έμπειρος επιμελητής να διορθώσει την κατάσταση. Με την ευκαιρία να ευχαριστήσω θερμά τον φιλόλογο- επιμελητή του «Θετού γιού» Σπύρο Γόγολο για την εξαιρετική του δουλειά.

Β.Π.: Πολλοί συγγραφείς μιλούν για τη μοναχικότητα της συγγραφικής διαδικασίας. Πώς είναι για εσάς η σχέση με τη λευκή σελίδα; Είναι περισσότερο ένας χώρος ελευθερίας ή ένας χώρος αναμέτρησης;

Γ.Κ.: Είναι η πρόκληση και παρακίνηση να αποτυπώσω δημιουργικά ιδέες και σκέψεις. Ο δρόμος αναγκαστικά είναι μοναχικός και πολλές φορές ψυχοφθόρος. Αξίζει όμως να τον περπατήσει κανείς χωρίς δεσμεύσεις, αγκυλώσεις και προαπαιτούμενα. Για μένα είναι χώρος ελευθερίας. Είναι όπως κολυμπάς γυμνός στη θάλασσα κι αφήνεσαι να σε ταξιδέψει το κύμα.

Β.Π.: Πόσο έχει αλλάξει ο Γιάννης Καραγιάννης μέσα από τη συγγραφή; Υπάρχει κάτι που σήμερα βλέπετε διαφορετικά στους ανθρώπους, στις σχέσεις ή στη ζωή επειδή ακριβώς το επεξεργαστήκατε μέσα από τα βιβλία σας;

Γ.Κ.: Κάποιες ιδέες στο κείμενο με οδήγησαν σε επιπλέον αναζήτηση. Το ζήτημα της κοινωνικής ενσωμάτωσης των τσιγγάνων στο «Θετό γιο» με απασχόλησε ιδιαίτερα, όπως και η υιοθεσία παιδιών από ομόφυλα ζευγάρια.

Β.Π.: Ζούμε σε μια εποχή όπου η εικόνα, η ταχύτητα και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος της καθημερινότητάς μας. Πιστεύετε ότι ο άνθρωπος του σήμερα εξακολουθεί να έχει την ίδια ανάγκη για λογοτεχνία και για ιστορίες ή έχει αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο τις αναζητά;

Γ.Κ.: Ζούμε στην εποχή της εικόνας, των social και της τεχνικής νοημοσύνης. Η αγορά του βιβλίου, όπως ήταν αναμενόμενο έχει επηρεαστεί. Πάντα όμως θα υπάρχει χώρος για το καλό βιβλίο. Οι αναγνώστες σήμερα είναι περισσότερο ψαγμένοι και απαιτητικοί. Το ευτύχημα είναι ότι υπάρχουν πολλοί καλοί νέοι συγγραφείς με πρωτότυπες ιδέες και κείμενα. Σήμερα ο κόσμος έχει μεγαλύτερη ανάγκη από ένα καλό λογοτεχνικό βιβλίο. Χρειάζεται όμως παρακίνηση και σωστή ενημέρωση. Σ' αυτό παίζει μεγάλο ρόλο το σχολείο και η οικογένεια. Και εδώ έχουμε μεγάλο πρόβλημα και στα δυο.

Β.Π.: Κύριε Καραγιάννη κλείνοντας, θα ήθελα να σας ρωτήσω κάτι πιο προσωπικό: Όταν ένας αναγνώστης κλείνει ένα βιβλίο σας, ποιο θα θέλατε να είναι το συναίσθημα ή η σκέψη που θα έχει μείνει μέσα του; Και, πέρα από τον Θετό Γιο, ποια είναι η επόμενη συγγραφική διαδρομή που θα θέλατε να ακολουθήσετε;

Γ.Κ.: Η αγωνία μου είναι να κρατήσω αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα. Όταν συμβεί αυτό πιστεύω ότι ο αναγνώστης μαζί με το βιβλίο κλείνει χαμογελώντας το μάτι και σε μένα με μια υπόσχεση ότι θα τα ξαναπούμε. Θεωρώ μεγάλη μου τιμή που ο κόσμος με διαβάζει. Με την ευκαιρία της συνέντευξης θέλω να πω ένα ευχαριστώ από καρδιάς! Σε ότι αφορά τη διαδρομή, επιμένω στο νουάρ. Είναι το είδος που με εκφράζει.

Επίλογος

Από την ποίηση των νεανικών του χρόνων μέχρι το σημερινό νουάρ, ο Γιάννης Καραγιάννης φαίνεται να αντιμετωπίζει τη γραφή ως έναν διαρκή τρόπο αναζήτησης. Οι ιστορίες του ξεκινούν από το έγκλημα, τις ανατροπές και την αγωνία, αλλά οδηγούν τελικά σε κάτι βαθύτερο: στον άνθρωπο, στις σχέσεις του και στις επιλογές του όταν οι εύκολες απαντήσεις παύουν να υπάρχουν.

Ο ίδιος δεν ζητά από τον αναγνώστη να συμφωνήσει μαζί του ούτε να ακολουθήσει μια προκαθορισμένη ερμηνεία. Προτιμά να αφήνει χώρο για ερωτήματα, αμφιβολίες και προσωπικές αναγνώσεις. Και ίσως αυτή να είναι μία από τις πιο ενδιαφέρουσες πλευρές της λογοτεχνίας του: ότι πίσω από την πλοκή υπάρχει πάντοτε μια ανοιχτή συζήτηση για την κοινωνία και τον τρόπο με τον οποίο στεκόμαστε ο ένας απέναντι στον άλλον.

Στο τέλος της συζήτησής μας, κρατάμε και μια εικόνα που ο ίδιος χρησιμοποιεί για να περιγράψει τη σχέση του με τη λευκή σελίδα: «Είναι όπως κολυμπάς γυμνός στη θάλασσα κι αφήνεσαι να σε ταξιδέψει το κύμα». Μια εικόνα ελευθερίας, αλλά και εμπιστοσύνης στη διαδρομή.

Ο Γιάννης Καραγιάννης δηλώνει πως επιμένει στο νουάρ. Και ο αναγνώστης, έχοντας ολοκληρώσει τη συζήτησή μας, μπορεί να κρατήσει τη δική του υπόσχεση: να συναντηθούν ξανά, στις σελίδες του επόμενου βιβλίου.

Share