Music

 «Η εκπαίδευση δεν είναι ποτέ μια απλή διαδικασία μετάδοσης γνώσεων. Είναι, πρωτίστως, μια σχέση ανάμεσα σε ανθρώπους»

2026-08-24

Δρ. Κωνσταντίνος Κοκογιάννης: Ο φιλόλογος, ερευνητής και διευθυντής του 1ου Γυμνασίου Περαίας μιλά για την ανθρωπιστική παιδεία, τη σχολική ηγεσία, την τεχνολογία και το σχολείο που οφείλει να παραμένει ανοιχτό στον άνθρωπο 


A Conversation with Konstantinos Kokogiannis
Conducted by Vasiliki V. Pappa

Ο Δρ. Κωνσταντίνος Κοκογιάννης, φιλόλογος, ερευνητής και Διευθυντής του 1ου Γυμνασίου Περαίας, στη συνέντευξή του στο Cultmagz. 



Abstract

In this interview, Dr. Konstantinos Kokogiannis, philologist, researcher and Principal of the 1st Gymnasium of Peraia, reflects on his 37-year educational journey and explores the role of humanistic education in contemporary society. Drawing on his academic and research background in Education and Sociology of Education, he discusses the value of humanities in cultivating critical thinking, empathy, creativity and democratic consciousness. He also addresses the challenges facing public secondary education, the role of school leadership, the relationship between teachers, students and parents, and the integration of technology and artificial intelligence into education. At the heart of his perspective lies a human-centred understanding of education: a school that does not merely transmit knowledge, but nurtures individuals capable of thinking critically, engaging responsibly with society and building meaningful relationships with others.


Εισαγωγή

Τι σημαίνει να είσαι εκπαιδευτικός ύστερα από τριάντα επτά χρόνια διαδρομής; Ποια θέση μπορούν να έχουν οι ανθρωπιστικές σπουδές σε έναν κόσμο που μεταβάλλεται με πρωτοφανή ταχύτητα; Και πώς μπορεί το σύγχρονο σχολείο να αξιοποιήσει την τεχνολογία χωρίς να χάσει τον ανθρωποκεντρικό του χαρακτήρα;

Σε αυτά και σε πολλά ακόμη ερωτήματα απαντά ο Δρ. Κωνσταντίνος Κοκογιάννης, φιλόλογος και Διευθυντής του 1ου Γυμνασίου Περαίας, καταθέτοντας μέσα από τη συνέντευξή του μια ολοκληρωμένη ματιά στην εκπαίδευση και στον ρόλο του σύγχρονου σχολείου.

Με 37 χρόνια εκπαιδευτικής εμπειρίας, εκ των οποίων 32 στη δημόσια και 5 στην ιδιωτική εκπαίδευση, έχει υπηρετήσει σε διαφορετικού τύπου σχολικές μονάδες —ΕΠΑΛ, Πρότυπα και Πειραματικά Λύκεια, Γενικά Λύκεια και Γυμνάσια— ενώ έχει εργαστεί και στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Η ακαδημαϊκή του πορεία περιλαμβάνει σπουδές στη Φιλοσοφική Σχολή και στο Τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας, μεταπτυχιακές σπουδές στη Γενική Ψυχολογία και στην Παιδαγωγική της Ισότητας των Φύλων, καθώς και διδακτορική έρευνα στις Επιστήμες της Αγωγής, με κατεύθυνση την Κοινωνιολογία της Εκπαίδευσης.

Η διδακτορική του έρευνα επικεντρώθηκε στον λειτουργικό ρόλο της ανθρωπιστικής παιδείας στον δυτικό κόσμο, από τον 5ο αιώνα π.Χ. έως σήμερα, και στη θέση και λειτουργία της στην ελληνική εκπαίδευση, ενώ το ερευνητικό της μέρος στηρίχθηκε σε πανελλαδική έρευνα στη σύγχρονη ελληνική δευτεροβάθμια Τεχνική Εκπαίδευση.

Στη συζήτησή μας, ο Δρ. Κοκογιάννης μιλά για τη σημασία της ανθρωπιστικής παιδείας, τη σχέση γνώσης και κριτικής σκέψης, τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα η δημόσια εκπαίδευση, τη χρήση της τεχνολογίας, τη σχολική ηγεσία, τη σχέση σχολείου και οικογένειας, αλλά και για την ανάγκη το σχολείο να αποτελεί έναν ζωντανό χώρο πολιτισμού, διαλόγου και κοινωνικής συμμετοχής.

Και πάνω απ' όλα, μιλά για τον άνθρωπο. Γιατί, όπως ο ίδιος επισημαίνει, κάθε μαθητής φέρνει στο σχολείο τη δική του προσωπική και οικογενειακή ιστορία, τα δικά του βιώματα και τις δικές του προσδοκίες. 

Η Συνέντευξη

Β.Π.: Κύριε Κοκογιάννη, η πορεία σας συνδέει την επιστημονική γνώση της φιλολογίας με τη μακρόχρονη παρουσία σας στην εκπαίδευση. Πώς διαμορφώθηκε αυτή η διαδρομή και ποια ήταν τα βασικά σημεία που καθόρισαν την εκπαιδευτική σας ταυτότητα;

Κ.Κ.: Η εκπαιδευτική μου διαδρομή διαμορφώθηκε μέσα από μια μακρόχρονη εμπειρία τριάντα επτά ετών μέχρι σήμερα, εκ των οποίων τα τριάντα δύο στη δημόσια εκπαίδευση και τα πέντε στην ιδιωτική. Είχα την ευκαιρία να εργαστώ σε διαφορετικά εκπαιδευτικά περιβάλλοντα —σε ΕΠΑΛ, Πρότυπα και Πειραματικά Λύκεια, Γενικά Λύκεια και Γυμνάσια— αλλά και στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, καθώς και σε προγράμματα μαθημάτων εξομοίωσης για εκπαιδευτικούς. Αυτή η πορεία με έφερε σε επαφή με διαφορετικές ηλικίες, κοινωνικές πραγματικότητες, προσδοκίες και μορφές εκπαιδευτικής σχέσης. Σταδιακά συνειδητοποίησα ότι η εκπαίδευση δεν είναι ποτέ μια απλή διαδικασία μετάδοσης γνώσεων. Είναι, πρωτίστως, μια σχέση ανάμεσα σε ανθρώπους.

Βασικό στοιχείο της εκπαιδευτικής μου ταυτότητας υπήρξε η επίγνωση του ρόλου του εκπαιδευτικού. Έχεις απέναντί σου ανθρώπους που χαίρονται, φοβούνται, πληγώνονται, ελπίζουν και διαμορφώνονται. Γι' αυτό απαιτούνται ειλικρίνεια, συναισθηματική ωριμότητα, διατήρηση ορίων, κατανόηση της συνθετότητας των συμπεριφορών και δυνατότητα διαφοροποίησης της παιδαγωγικής στάσης ανάλογα με τις ανάγκες κάθε παιδιού. Για μένα, ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε πάντοτε η αγάπη για αυτό που κάνεις· όχι ως ένα αφηρημένο συναίσθημα, αλλά ως ανάγκη να νοηματοδοτείς καθημερινά τις πράξεις σου, γνωρίζοντας ότι, έστω και σε μικρό βαθμό, μπορείς να επηρεάσεις τη διαδρομή ζωής ενός νέου ανθρώπου.

Καθοριστικό ρόλο έπαιξε επίσης η διεύρυνση των σπουδών και των ερευνητικών μου ενδιαφερόντων προς την Ψυχολογία, την Παιδαγωγική και τις κοινωνικές διαστάσεις της εκπαίδευσης. Αυτό ενίσχυσε μέσα μου τον σεβασμό προς την αυταξία και τη μοναδικότητα του μαθητή, αλλά και τη σημασία της συμπερίληψης. Κάθε μαθητής φέρνει στο σχολείο τη δική του προσωπική και οικογενειακή ιστορία, διαφορετικές προσδοκίες, βιώματα και τρόπους με τους οποίους οι γονείς και το κοινωνικό περιβάλλον έχουν συμβάλει στη συγκρότηση της προσωπικότητάς του. Η προσπάθεια να κατανοήσω αυτή τη διαφορετικότητα, χωρίς να εγκαταλείπω τους αξιακούς μου κώδικες, υπήρξε ίσως η σημαντικότερη σταθερά της πορείας μου. Οι αξίες αυτές δεν παρέμειναν ακίνητες· εξελίσσονται δυναμικά μέσα από την εμπειρία, αυτό που θα ονόμαζα «αποθησαύριση» της παιδαγωγικής και ανθρώπινης εμπειρίας.

Β.Π.: Ως φιλόλογος, ποια θεωρείτε ότι είναι η ουσιαστική συμβολή των ανθρωπιστικών σπουδών στη διαμόρφωση της σκέψης και της προσωπικότητας των νέων σήμερα;

Κ.Κ.: Όταν μιλούμε σήμερα για ανθρωπιστικές σπουδές, δεν αναφερόμαστε απλώς σε ένα σύνολο παραδοσιακών μαθημάτων ούτε σε μια νοσταλγική επιστροφή στην κλασική παιδεία. Αναφερόμαστε σε ένα ευρύτερο πεδίο γνώσεων που περιλαμβάνει τη γλώσσα και τη λογοτεχνία, τη φιλοσοφία, την ιστορία, τη θεολογία, αλλά και εκείνες τις κοινωνικές επιστήμες που προσεγγίζουν τον άνθρωπο και τα κοινωνικά φαινόμενα με ανθρωπιστική διάθεση. Κοινός τους παρονομαστής είναι η συμβολή τους στην καλλιέργεια της ευαισθησίας, της φαντασίας, της δημιουργικότητας, της κριτικής ικανότητας και, τελικά, της ανθρωπιάς.

Η ιδιαίτερη αξία τους για τους νέους σήμερα βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, στο ότι τους προσφέρουν τα ερμηνευτικά εργαλεία για να κατανοήσουν τον εαυτό τους και τον κόσμο. Σε μια εποχή υπερπληροφόρησης, ταχύτητας και συνεχών τεχνολογικών μεταβολών, το κρίσιμο δεν είναι μόνο να μπορεί κανείς να αποκτά πληροφορίες. Είναι να μπορεί να τις αξιολογεί, να τις συνδέει, να αμφισβητεί στερεότυπα, να αναγνωρίζει την πολυπλοκότητα των κοινωνικών φαινομένων και να αντιλαμβάνεται τον άλλον ως πρόσωπο. Η λογοτεχνία καλλιεργεί τη φαντασία και την ενσυναίσθηση, η ιστορία τη συνείδηση της συνέχειας και των αλλαγών, η φιλοσοφία την κριτική αναζήτηση, ενώ η γλώσσα μάς επιτρέπει να σκεφτόμαστε, να επικοινωνούμε και να διατυπώνουμε με ακρίβεια αυτό που είμαστε και αυτό που επιδιώκουμε.

Θεωρώ, επίσης, εξαιρετικά σημαντική τη χειραφετητική λειτουργία της ανθρωπιστικής παιδείας. Το σχολείο λειτουργεί αναμφίβολα μέσα σε συγκεκριμένες κοινωνικές συνθήκες και δεν βρίσκεται έξω από τις αντιφάσεις της κοινωνίας. Όμως η γνώση που προσφέρει στους νέους μπορεί να τους επιτρέψει να αναλύουν πιο συνειδητά τον κόσμο και να αποκτούν ενεργητική στάση απέναντί του. Η ουσιαστική ανθρωπιστική παιδεία δεν διαμορφώνει παθητικούς δέκτες της πραγματικότητας, αλλά ανθρώπους ικανούς να θέτουν ερωτήματα, να ερμηνεύουν, να κρίνουν και, όπου χρειάζεται, να επιδιώκουν την αλλαγή. Αυτή θεωρώ ότι είναι σήμερα μία από τις σημαντικότερες συμβολές της: να βοηθά τον νέο άνθρωπο όχι μόνο να προσαρμόζεται στον κόσμο, αλλά και να αναρωτιέται τι είδους κόσμο θέλει να συμβάλει στη δημιουργία του.

Β.Π.: Η απόκτηση διδακτορικού τίτλου αποτελεί μια σημαντική ακαδημαϊκή διαδρομή. Ποια ήταν η ερευνητική σας αναζήτηση και με ποιον τρόπο επηρέασε τη δική σας αντίληψη για τη γνώση και τη διδασκαλία;

Κ.Κ.: Η διδακτορική μου έρευνα κινήθηκε γύρω από ένα θέμα που συνδέεται άμεσα τόσο με τη φιλολογική μου αφετηρία όσο και με τη μετέπειτα διεύρυνση των επιστημονικών μου ενδιαφερόντων στις Επιστήμες της Αγωγής και την Κοινωνιολογία της Εκπαίδευσης. Στο θεωρητικό της μέρος εξετάστηκε ο λειτουργικός ρόλος της ανθρωπιστικής παιδείας στον δυτικό κόσμο, από τον 5ο αιώνα π.Χ. μέχρι σήμερα, αλλά και η θέση και η λειτουργία της στην ελληνική εκπαίδευση. Η ερευνητική αυτή διαδρομή μου επέτρεψε να δω ότι ο ανθρωπισμός και η ανθρωπιστική παιδεία δεν αποτελούν σταθερές και αμετάβλητες έννοιες. Το περιεχόμενο και η λειτουργία τους μεταβάλλονται ανάλογα με τις ιστορικές, κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές συνθήκες κάθε εποχής.

Το ερευνητικό μέρος της διατριβής στηρίχθηκε σε πανελλαδική έρευνα σχετικά με τον τρόπο αντίληψης και τον βαθμό θετικότητας απέναντι στον λειτουργικό ρόλο της ανθρωπιστικής παιδείας στη σύγχρονη ελληνική δευτεροβάθμια Τεχνική Εκπαίδευση. Η έρευνα αφορούσε τόσο τους εκπαιδευτικούς όλων των ειδικοτήτων όσο και τους μαθητές, λαμβάνοντας υπόψη παραμέτρους όπως η ειδικότητα, το φύλο, η περιοχή διαμονής και η οικονομική κατάσταση. Με ενδιέφερε ιδιαίτερα να διερευνηθεί πώς αντιμετωπίζεται η ανθρωπιστική παιδεία σε ένα εκπαιδευτικό περιβάλλον που συνδέεται συχνά, και εύλογα, με την τεχνική γνώση, την επαγγελματική εξειδίκευση και τις ανάγκες της παραγωγής.

Η μακρόχρονη αυτή ερευνητική διαδικασία επηρέασε βαθιά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνομαι τη γνώση και τη διδασκαλία. Με οδήγησε στη συνειδητοποίηση ότι ούτε η μάθηση ούτε η διδασκαλία είναι γραμμικές διαδικασίες. Ένας μαθητής δεν είναι απλώς ένας δέκτης γνώσεων. Οι προσδοκίες, οι προθέσεις και οι συμπεριφορές του προκύπτουν από ένα σύνθετο δίκτυο παραμέτρων, σχέσεων και ερμηνειών. Αυτό σημαίνει ότι και ο εκπαιδευτικός οφείλει να βρίσκεται σε μια διαρκή διαδικασία εναλλαγής, διαφοροποίησης και επαναδιαπραγμάτευσης της δικής του στάσης. Η διδασκαλία, τελικά, δεν είναι εφαρμογή μιας έτοιμης συνταγής. Είναι μια ζωντανή διαδικασία, στην οποία και ο ίδιος ο διδάσκων οφείλει να μαθαίνει.

Β.Π.: Οι μαθητές της σημερινής εποχής μεγαλώνουν σε ένα περιβάλλον ταχύτατων τεχνολογικών αλλαγών. Πώς μπορεί το σχολείο να συνδυάσει την παράδοση των ανθρωπιστικών αξιών με τις νέες ψηφιακές προκλήσεις;

Κ.Κ.: Πιστεύω ότι το πραγματικό δίλημμα δεν είναι «ανθρωπιστική παιδεία ή τεχνολογία». Ένα τέτοιο δίλημμα θα ήταν τεχνητό. Οι ανθρωπιστικές σπουδές μπορούν να αποτελέσουν τη βάση μιας στέρεης γνωστικής και αξιακής συγκρότησης, μέσα από την οποία ο νέος άνθρωπος θα μπορεί να αντιμετωπίζει πιο ώριμα τις ψηφιακές προκλήσεις. Η γλώσσα, η ιστορία, η φιλοσοφία, η λογοτεχνία και οι κοινωνικές επιστήμες δεν ανταγωνίζονται την τεχνολογία. Προσφέρουν τα κριτήρια με τα οποία μπορούμε να θέτουμε το ουσιαστικό ερώτημα: όχι μόνο «τι μπορώ να κάνω με την τεχνολογία;», αλλά «πώς, πότε και γιατί πρέπει να τη χρησιμοποιώ;».

Το σχολείο οφείλει, επομένως, να ενσωματώσει δημιουργικά τα ψηφιακά μέσα στη διδασκαλία, χωρίς να τα αντιμετωπίζει ως αυτοσκοπό. Η τεχνολογία μπορεί να αξιοποιηθεί για έρευνα, συνεργατική μάθηση, δημιουργική έκφραση, πρόσβαση σε πηγές και επικοινωνία. Παράλληλα, όμως, οι μαθητές πρέπει να εκπαιδεύονται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των πληροφοριών, στην αναγνώριση της παραπληροφόρησης, στην προστασία της ιδιωτικότητας, στην υπεύθυνη ψηφιακή επικοινωνία και στην κατανόηση των συνεπειών που μπορεί να έχουν οι επιλογές τους στον ψηφιακό χώρο.

Θα έλεγα ότι χρειαζόμαστε μια πραγματική σύνθεση. Οι ανθρωπιστικές αξίες μπορούν να προσδώσουν στην τεχνολογική γνώση ηθικό, κοινωνικό και ανθρώπινο προσανατολισμό, ενώ η τεχνολογία μπορεί να προσφέρει νέους τρόπους πρόσβασης, δημιουργίας και μάθησης. Το σχολείο του σήμερα δεν πρέπει ούτε να φοβάται ούτε να εξιδανικεύει την τεχνολογία. Πρέπει να διαμορφώνει νέους ανθρώπους που θα μπορούν να τη χρησιμοποιούν με γνώση, κριτική σκέψη και αίσθηση ευθύνης.

Β.Π.: Από τη θέση του διευθυντή σχολικής μονάδας, πώς αντιλαμβάνεστε τον ρόλο του σύγχρονου σχολικού ηγέτη και ποια θεωρείτε ότι είναι τα στοιχεία που κάνουν ένα σχολείο πραγματικά δημιουργικό και παιδαγωγικά αποτελεσματικό;

Κ.Κ.: Για μένα, ο σύγχρονος σχολικός ηγέτης δεν είναι απλώς ένας διοικητικός διαχειριστής. Οφείλει να δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε μια σχολική κοινότητα να λειτουργεί ως κοινότητα ανθρώπων με κοινούς στόχους, αλλά και με σεβασμό στη διαφορετικότητα του καθενός. Η δημοκρατικότητα, η υπευθυνότητα, η ενσυναίσθηση, η αμεσότητα, η ειλικρίνεια, η δικαιοσύνη και ο σεβασμός στην αυταξία του άλλου αποτελούν, κατά τη γνώμη μου, απαραίτητα στοιχεία αυτής της ηγεσίας. Αυτό αφορά εξίσου τον μαθητή, τον γονέα και τον συνάδελφο.

Ταυτόχρονα, η κατανόηση δεν σημαίνει απουσία ορίων. Ένα σχολείο χρειάζεται σαφείς κανόνες, συνέπεια και δίκαιη οριοθέτηση των αντιδράσεων και των ενεργειών. Η παιδαγωγική αποτελεσματικότητα δεν προκύπτει ούτε από τον αυταρχισμό ούτε από μια ασαφή επιείκεια. Προκύπτει από την ισορροπία ανάμεσα στην ανθρώπινη κατανόηση και στην υπεύθυνη τήρηση αρχών και κανόνων. Ο σχολικός ηγέτης χρειάζεται να ακούει, να συνθέτει, να αναλαμβάνει ευθύνες και, όταν χρειάζεται, να παίρνει αποφάσεις χωρίς να απομακρύνεται από τους βασικούς αξιακούς του κώδικες.

Ένα πραγματικά δημιουργικό και παιδαγωγικά αποτελεσματικό σχολείο είναι, κατά τη γνώμη μου, εκείνο στο οποίο υπάρχει κλίμα εμπιστοσύνης και συνεργασίας, όπου οι εκπαιδευτικοί αισθάνονται ότι μπορούν να αναλάβουν πρωτοβουλίες και να καινοτομήσουν, οι μαθητές ότι ακούγονται και γίνονται σεβαστοί και οι γονείς ότι αποτελούν ουσιαστικούς συνομιλητές της σχολικής κοινότητας. Είναι ένα σχολείο ανοιχτό στον διάλογο, στον πολιτισμό, στην κοινωνία και στις νέες ιδέες. Αποτελεσματικό δεν είναι μόνο το σχολείο που επιτυγχάνει υψηλές επιδόσεις. Είναι εκείνο που βοηθά τον μαθητή να αναπτύσσεται γνωστικά, συναισθηματικά και κοινωνικά και ταυτόχρονα διαμορφώνει ένα περιβάλλον στο οποίο όλοι μαθαίνουν: μαθητές, εκπαιδευτικοί και διοίκηση.

Β.Π.: Ποια είναι, κατά τη γνώμη σας, τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η δημόσια δευτεροβάθμια εκπαίδευση και ποιες αλλαγές θα μπορούσαν να συμβάλουν στη βελτίωσή της;

Κ.Κ.: Η δημόσια δευτεροβάθμια εκπαίδευση αντιμετωπίζει σήμερα προβλήματα σύνθετα και αλληλένδετα. Ένα από αυτά είναι η δυσκολία του σχολείου να ανταποκριθεί στις πολύ διαφορετικές μορφωτικές, κοινωνικές και ψυχοσυναισθηματικές ανάγκες των μαθητών μέσα σε ένα συχνά ασφυκτικό πλαίσιο. Η ετερογένεια της μαθητικής τάξης είναι σήμερα μεγαλύτερη και πιο σύνθετη από ποτέ, ενώ η κοινωνία ζητά από το σχολείο να αναλάβει συνεχώς περισσότερους ρόλους: εκπαιδευτικούς, κοινωνικούς, παιδαγωγικούς, προληπτικούς και υποστηρικτικούς.

Ένα δεύτερο ζήτημα είναι η ανάγκη να ξεφύγουμε από μια αντίληψη της εκπαίδευσης που μετρά την επιτυχία σχεδόν αποκλειστικά με την ποσότητα της ύλης και την εξεταστική επίδοση. Η γνώση χρειάζεται ουσιαστική επεξεργασία, σύνδεση και νοηματοδότηση. Παράλληλα, απαιτείται μεγαλύτερη υποστήριξη των εκπαιδευτικών, συνεχής και ουσιαστική επιμόρφωση, ενίσχυση της διεπιστημονικής συνεργασίας και καλύτερη στελέχωση των σχολείων με τις αναγκαίες υποστηρικτικές δομές.

Η βελτίωση, κατά τη γνώμη μου, δεν θα προέλθει από μία μόνο μεταρρύθμιση. Χρειάζεται μια συνεκτική εκπαιδευτική πολιτική με διάρκεια και συνέχεια, λιγότερη αποσπασματικότητα και μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στη σχολική κοινότητα. Χρειάζεται επίσης ένα σχολείο που θα συνδυάζει τη γνώση με την κριτική σκέψη, την επιστημονική κατάρτιση με την ανθρωπιστική καλλιέργεια και την αξιολόγηση με την πραγματική παιδαγωγική υποστήριξη. Το ζητούμενο δεν είναι απλώς να κάνουμε το σχολείο πιο αποτελεσματικό· είναι να το κάνουμε πιο ουσιαστικό για τη ζωή των παιδιών.

Β.Π.: Η σχέση εκπαιδευτικών, μαθητών και γονέων αποτελεί θεμέλιο της σχολικής ζωής. Πώς μπορεί να καλλιεργηθεί ένα κλίμα εμπιστοσύνης και συνεργασίας μέσα στη σχολική κοινότητα;

Κ.Κ.: Η εμπιστοσύνη δεν επιβάλλεται διοικητικά· οικοδομείται καθημερινά μέσα από τη συνέπεια των σχέσεων. Πιστεύω ότι η βάση της είναι η ειλικρινής επικοινωνία και η αμοιβαία αναγνώριση του ρόλου του άλλου. Ο εκπαιδευτικός χρειάζεται να βλέπει τον γονέα όχι ως αντίπαλο ή ως εξωτερικό κριτή της δουλειάς του, αλλά ως συνεργάτη. Ο γονέας, αντίστοιχα, χρειάζεται να αναγνωρίζει την παιδαγωγική και επιστημονική ευθύνη του εκπαιδευτικού. Και στο κέντρο αυτής της σχέσης πρέπει πάντοτε να βρίσκεται ο μαθητής, όχι ως αντικείμενο μιας συζήτησης για εκείνον, αλλά, ανάλογα με την ηλικία και την περίπτωση, ως ενεργό πρόσωπο που έχει φωνή.

Απαιτούνται, επομένως, σταθεροί δίαυλοι επικοινωνίας, χωρίς η επικοινωνία να ενεργοποιείται μόνο όταν εμφανιστεί κάποιο πρόβλημα. Οι γονείς πρέπει να ενημερώνονται ουσιαστικά για τη σχολική ζωή, να υπάρχουν ευκαιρίες συζήτησης και να αναπτύσσονται κοινές δράσεις. Αντίστοιχα, οι μαθητές χρειάζονται ένα σχολικό περιβάλλον στο οποίο μπορούν να εκφράζονται χωρίς φόβο και να αισθάνονται ότι οι δυσκολίες τους αντιμετωπίζονται με σοβαρότητα.

Η συνεργασία, όμως, προϋποθέτει και όρια. Δεν σημαίνει ότι όλοι θα συμφωνούμε πάντοτε. Σημαίνει ότι μπορούμε να διαφωνούμε χωρίς να καταστρέφουμε τη σχέση. Ο σεβασμός, η δικαιοσύνη, η συνέπεια στους κανόνες και η διάθεση κατανόησης μπορούν να μετατρέψουν ακόμη και μια δύσκολη διαφωνία σε παιδαγωγική ευκαιρία. Όταν εκπαιδευτικοί, γονείς και μαθητές αισθάνονται ότι αποτελούν πραγματικά μέλη της ίδιας κοινότητας, τότε δημιουργείται το απαραίτητο υπόβαθρο εμπιστοσύνης.

Β.Π.: Το σχολείο δεν αποτελεί μόνο χώρο μετάδοσης γνώσεων αλλά και χώρο διαμόρφωσης αξιών και στάσεων ζωής. Ποιος πιστεύετε ότι πρέπει να είναι ο κοινωνικός και πολιτιστικός του ρόλος;

Κ.Κ.: Το σχολείο είναι ένας από τους σημαντικότερους δημόσιους χώρους στους οποίους ο νέος άνθρωπος μαθαίνει να συνυπάρχει με ανθρώπους διαφορετικούς από τον ίδιο. Για τον λόγο αυτό, ο κοινωνικός και πολιτιστικός του ρόλος δεν μπορεί να περιορίζεται στη μετάδοση ενός γνωστικού περιεχομένου. Το σχολείο οφείλει να είναι ένας χώρος στον οποίο η γνώση συνδέεται με τη ζωή, η ελευθερία με την ευθύνη και τα ατομικά δικαιώματα με τον σεβασμό προς τον άλλον.

Οφείλει να καλλιεργεί τη δημοκρατική συνείδηση, την κριτική σκέψη, την ενσυναίσθηση, την αποδοχή της διαφορετικότητας και την ικανότητα του διαλόγου. Αυτές οι αξίες δεν διδάσκονται αποτελεσματικά μόνο με θεωρητικές διακηρύξεις. Διδάσκονται κυρίως μέσα από τον τρόπο λειτουργίας της ίδιας της σχολικής κοινότητας: από το πώς αντιμετωπίζονται οι μαθητές, πώς επιλύονται οι συγκρούσεις, πώς ακούγονται διαφορετικές απόψεις και πώς εφαρμόζονται οι κανόνες.

Παράλληλα, το σχολείο έχει έναν σημαντικό πολιτιστικό ρόλο. Μπορεί να φέρνει τους νέους σε επαφή με τη λογοτεχνία, τη μουσική, το θέατρο, την ιστορία, τις τέχνες και την πολιτισμική κληρονομιά, όχι ως μουσειακές γνώσεις, αλλά ως ζωντανές μορφές κατανόησης του ανθρώπου. Ένα σχολείο με πραγματικό κοινωνικό και πολιτιστικό ρόλο βοηθά τον νέο άνθρωπο να κατανοήσει από πού έρχεται, πού βρίσκεται και να σκεφθεί υπεύθυνα προς τα πού θέλει να κατευθυνθεί.

Β.Π.: Το 1ο Γυμνάσιο Περαίας λειτουργεί μέσα σε μια συγκεκριμένη τοπική κοινωνία με τις δικές της ανάγκες και δυνατότητες. Πώς μπορεί ένα σχολείο να ανοίγεται στην κοινωνία και να δημιουργεί ουσιαστικές σχέσεις με την περιοχή στην οποία ανήκει;

Κ.Κ.: Πιστεύω ότι ένα σχολείο δεν πρέπει να λειτουργεί ως ένας κλειστός θεσμός αποκομμένος από την κοινωνία που το περιβάλλει. Αντίθετα, μπορεί να αποτελέσει έναν ζωντανό πυρήνα πολιτισμού, δημιουργίας και κοινωνικής επικοινωνίας. Η σχέση με την τοπική κοινωνία αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο όταν οι μαθητές δεν είναι απλοί θεατές, αλλά γίνονται δημιουργοί και συμμετέχοντες σε δράσεις που συνδέουν τη σχολική ζωή με την ιστορία, τον πολιτισμό και τα σύγχρονα ζητήματα του τόπου τους.

Στο σχολείο μας αυτό επιχειρείται εδώ και πολλά χρόνια μέσα από τη λειτουργία του Θεατρικού Ομίλου, ο οποίος έχει παρουσιάσει πλήθος παραστάσεων και έχει αναπτύξει σταθερή συνεργασία με τον Δήμο σε πολιτιστικές και ιστορικές εκδηλώσεις της περιοχής. Παράλληλα, τα Μουσικά Σύνολα του σχολείου πλαισιώνουν πολλές από αυτές τις δράσεις, ενώ πραγματοποιούν και δικές τους παρουσιάσεις και συνεργασίες. Μέσα από τέτοιες πρωτοβουλίες, η τέχνη και η παιδεία βγαίνουν από τα όρια της σχολικής αίθουσας και συναντούν την κοινωνία.

Θεωρώ εξίσου σημαντική την καλλιέργεια μιας ζωντανής εσωτερικής πνευματικής ζωής στη σχολική μονάδα. Για τον λόγο αυτό έχω εγκαινιάσει εδώ και χρόνια τους Κύκλους Ενδοσχολικών Επιμορφώσεων, με εισηγήσεις τόσο δικές μου όσο και ειδικών επιστημόνων, πάνω σε θέματα Παιδαγωγικής, Σχολικής Ψυχολογίας και Κοινωνιολογίας της Εκπαίδευσης, αλλά και σε ζητήματα όπως η παραβατικότητα των νέων, η υγιεινή διαβίωση και οι ανθρωπιστικές δράσεις. Ένα σχολείο ανοίγεται πραγματικά στην κοινωνία όταν ταυτόχρονα ανοίγεται και στη γνώση, στον διάλογο και στη συνεργασία. Και η σχέση αυτή δεν πρέπει να είναι περιστασιακή ή εθιμοτυπική, αλλά αμφίδρομη: το σχολείο να προσφέρει στην κοινωνία και η κοινωνία να εμπλουτίζει τη σχολική εμπειρία των παιδιών.

Β.Π.: Ανατρέχοντας στην εκπαιδευτική σας πορεία, ποιες εμπειρίες θεωρείτε πιο σημαντικές και ποιο μήνυμα θα θέλατε να αφήσετε στους μαθητές, στους εκπαιδευτικούς και στη νέα γενιά;

Κ.Κ.: Ανατρέχοντας στη διαδρομή μου, θεωρώ ότι η σημαντικότερη εμπειρία δεν είναι ένα μεμονωμένο γεγονός, αλλά ο συνδυασμός δύο διαφορετικών και αλληλοσυμπληρούμενων κόσμων: του ακαδημαϊκού ταξιδιού και της καθημερινής παιδαγωγικής πράξης. Οι σπουδές μου, από τη Φιλοσοφική Σχολή και το Τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας μέχρι τα μεταπτυχιακά μου στη Γενική Ψυχολογία και στην Παιδαγωγική της Ισότητας των Φύλων, καθώς και το διδακτορικό μου στις Επιστήμες της Αγωγής με κατεύθυνση στην Κοινωνιολογία της Εκπαίδευσης, μου προσέφεραν διαφορετικούς τρόπους προσέγγισης του ανθρώπου και της εκπαίδευσης. Η συγγραφή επιστημονικών βιβλίων και οι δημοσιεύσεις σε ελληνικά, ευρωπαϊκά και αμερικανικά επιστημονικά περιοδικά υπήρξαν επίσης σημαντικές πλευρές αυτής της πορείας.

Όμως η ακαδημαϊκή γνώση, για μένα, δεν απέκτησε ποτέ πραγματικό νόημα έξω από την καθημερινή συνάντησή της με την εκπαιδευτική πράξη. Η τάξη, η επαφή με τα παιδιά, οι απρόβλεπτες ερωτήσεις τους, οι δυσκολίες και οι μικρές ή μεγάλες αλλαγές που παρατηρείς στην πορεία τους είναι η εμπειρία που συνεχίζει να με εκπλήσσει και να με διδάσκει. Είτε ως εκπαιδευτικός είτε ως διευθυντής, αισθάνομαι ότι η σχέση με τους νέους ανθρώπους με έχει κάνει σοφότερο. Ίσως αυτή να είναι και η μεγαλύτερη αξία της εκπαίδευσης: ότι, όταν λειτουργεί πραγματικά ως σχέση, δεν διαμορφώνει μόνο τον μαθητή, αλλά και εκείνον που έχει την ευθύνη να τον διδάσκει ή να τον καθοδηγεί.

Αν ήθελα να αφήσω ένα μήνυμα, θα έλεγα στους μαθητές να μην παραιτηθούν ποτέ από την προσπάθεια να κατανοήσουν τον εαυτό τους και τον κόσμο, να διατηρήσουν την περιέργειά τους και να μην θεωρούν την αποτυχία το τέλος μιας διαδρομής. Στους εκπαιδευτικούς θα έλεγα να μη χάσουν ποτέ την πίστη στη σημασία της σχέσης με τον μαθητή και να θυμούνται ότι η γνώση γίνεται πραγματικά παιδαγωγική όταν συναντά τον σεβασμό, τη δικαιοσύνη, την ενσυναίσθηση και την ειλικρίνεια. Και στη νέα γενιά θα έλεγα να διεκδικήσει το δικαίωμα να σκέφτεται ελεύθερα, αλλά και να αναλαμβάνει την ευθύνη αυτής της ελευθερίας. Να μην επιλέξει την αδιαφορία απέναντι στον άνθρωπο. Γιατί, τελικά, η παιδεία δεν μετριέται μόνο με όσα γνωρίζουμε, αλλά και με τον τρόπο με τον οποίο επιλέγουμε να υπάρχουμε μαζί με τους άλλους.

Επίλογος

Η συνέντευξη του Δρ. Κωνσταντίνου Κοκογιάννη αφήνει τελικά μια σκέψη που υπερβαίνει τα όρια της σχολικής αίθουσας. Σε μια εποχή όπου η εκπαίδευση καλείται να προσαρμοστεί στην τεχνολογική επιτάχυνση, στην υπερπληροφόρηση και στις διαρκώς μεταβαλλόμενες κοινωνικές ανάγκες, η ανθρωπιστική της αποστολή παραμένει επίκαιρη — ίσως περισσότερο από ποτέ. Γιατί το σχολείο δεν είναι μόνο ο χώρος όπου μαθαίνουμε τι γνωρίζουμε, αλλά και ο χώρος όπου μαθαίνουμε πώς να σκεφτόμαστε, πώς να συνυπάρχουμε και πώς να στεκόμαστε απέναντι στον άλλον.

Ο ίδιος, κλείνοντας τη συζήτησή μας, απευθύνει στους μαθητές την προτροπή να διατηρήσουν την περιέργειά τους και να μην θεωρούν την αποτυχία το τέλος μιας διαδρομής, στους εκπαιδευτικούς να μη χάσουν την πίστη στη σημασία της σχέσης με τον μαθητή και στη νέα γενιά να διεκδικήσει το δικαίωμα να σκέφτεται ελεύθερα, αναλαμβάνοντας παράλληλα την ευθύνη αυτής της ελευθερίας. Ίσως, τελικά, εκεί να βρίσκεται και η ουσία της παιδείας: όχι μόνο σε όσα γνωρίζουμε, αλλά στον τρόπο με τον οποίο επιλέγουμε να υπάρχουμε μαζί με τους άλλους.

Share