Γιώργος Θ. Συριόπουλος: «Ένας ύμνος σε μια φούσκα που αφορά μόνο όσους ζουν μέσα της»
A Conversation with Giorgos Th. Syriopoulos
Conducted by Vasiliki V. Pappa | Culture Magazine

Γιώργος Θ. Συριόπουλος, δημοσιογράφος της ΕΡΤ και συγγραφέας του βιβλίου El Funcionario.
Abstract
Greek journalist and author Giorgos Th. Syriopoulos brings first-hand insight into the workings of European institutions, drawing on his extensive experience as ERT correspondent in Brussels and his years as Director of Publications at ERT S.A. Honoured by the Association of European Journalists and the Botsis Foundation for his journalistic work, he offers a critical perspective on European governance and the challenges facing contemporary journalism.
In his book El Funcionario, Syriopoulos uses satire to explore the world of Brussels' Eurocracy, examining the mechanisms of power, the growing distance between European institutions and citizens, and the privileges and behaviours that shape life within this closed administrative environment.
In this interview for Culture Magazine, he reflects on the gap between the European ideal and institutional reality, the relationship between technocracy and democracy, the struggle for reliable journalism in an age of information overload, and the power of literature to reveal truths that conventional reporting cannot fully capture.
Εισαγωγή
Ο δημοσιογράφος της ΕΡΤ και συγγραφέας Γιώργος Θ. Συριόπουλος γνωρίζει τον κόσμο των ευρωπαϊκών θεσμών όχι μόνο μέσα από τη δημοσιογραφική καταγραφή, αλλά και μέσα από τη μακρόχρονη εμπειρία του ως ανταποκριτής της ΕΡΤ στις Βρυξέλλες. Έχοντας διατελέσει επί σειρά ετών διευθυντής εκδόσεων της ΕΡΤ Α.Ε. και τιμηθεί από την Ένωση Ευρωπαίων Δημοσιογράφων και το Ίδρυμα Β. Μπότση για το δημοσιογραφικό του έργο, προσεγγίζει την ευρωπαϊκή πραγματικότητα με τη ματιά ενός ανθρώπου που είχε την ευκαιρία να παρατηρήσει από κοντά τη λειτουργία των θεσμών και τις αντιφάσεις τους.
Στο βιβλίο του El Funcionario, η εμπειρία αυτή μετασχηματίζεται σε μια αιχμηρή σατιρική αφήγηση για την ευρωκρατία των Βρυξελλών, τους μηχανισμούς εξουσίας, την απόσταση ανάμεσα στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και τους πολίτες, αλλά και τις ανθρώπινες συμπεριφορές που αναπτύσσονται μέσα σε ένα κλειστό περιβάλλον προνομίων και επιρροής.
Με αφορμή την έκδοση του βιβλίου, συνομιλούμε μαζί του για το ευρωπαϊκό όραμα και τις αντιφάσεις του, τη σχέση της τεχνοκρατίας με τη δημοκρατία, τις προκλήσεις της σύγχρονης δημοσιογραφίας και τη δυνατότητα της λογοτεχνίας να φωτίζει όψεις της πραγματικότητας που συχνά μένουν έξω από το δημοσιογραφικό ρεπορτάζ.
Η Συνέντευξη
Β.Π.: Κύριε Συριόπουλε, έχοντας υπηρετήσει επί σειρά ετών ως ανταποκριτής της ΕΡΤ στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, οι Βρυξέλλες δεν αποτελούν για εσάς έναν κόσμο που παρατηρήσατε από απόσταση, αλλά έναν κόσμο που γνωρίσατε από μέσα. Ποια ήταν η βαθύτερη εμπειρία που σας οδήγησε τελικά στη συγγραφή του «El Funcionario»;
Γ.Θ.Σ.: Η αφετηρία ήταν μια αντίθεση που δεν μπορούσα να προσπεράσω. Από τη μία πλευρά βρίσκονται οι Έλληνες «φονξιονάριοι», οι μόνιμοι υπάλληλοι των ευρωπαϊκών θεσμών. Ζουν σε μια κατάσταση σχεδόν νιρβάνας, σε απόσταση από την οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα της χώρας τους. Δεν είναι βέβαια οι μόνοι, γιατί οι μόνιμοι υπάλληλοι κάθε εθνικότητας τείνουν να βλέπουν τον εαυτό τους ως ιδιαίτερη κάστα.
Από την άλλη πλευρά βρίσκεται η νέα γενιά Ελλήνων που ήρθε στις Βρυξέλλες για δουλειά. Είναι άνθρωποι με σπουδές και προσόντα, που εργάζονται σε κάθε λογής θέσεις για ένα μεροκάματο καλύτερο από το ελληνικό, χωρίς όμως πραγματική δυνατότητα να διεκδικήσουν μια εργασία αντάξια των ικανοτήτων τους. Είναι δύο ελληνικές κοινότητες στην ίδια πόλη που σπάνια διασταυρώνονται. Κι όταν συνειδητοποιείς ότι οι ανώτεροι αξιωματούχοι του ευρωπαϊκού μηχανισμού αμείβονται περισσότερο από πολλούς αρχηγούς κρατών, η σάτιρα παύει να είναι επιλογή και γίνεται ανάγκη.
Β.Π.: Το «El Funcionario» μοιάζει με μια ελεγεία στην ευρωκρατία των Βρυξελλών. Τι ακριβώς θρηνείτε ή αποχαιρετάτε μέσα από αυτή την «ελεγεία»; Ένα ευρωπαϊκό όραμα, έναν τρόπο άσκησης της εξουσίας ή μια ολόκληρη εποχή;
Γ.Θ.Σ.: Η λέξη «ελεγεία» χρησιμοποιείται εδώ μεταφορικά, σχεδόν ειρωνικά. Δεν θρηνώ κάτι που χάθηκε. Το βιβλίο είναι μάλλον ένας ύμνος σε έναν τρόπο άσκησης της εξουσίας που παραμένει αλώβητος, παρά τις κρίσεις, τις επικρίσεις και την συχνά ορατή αναποτελεσματικότητά του. Είναι ένας ύμνος σε μια φούσκα που δεν αφορά παρά μόνο όσους βρίσκονται μέσα της.
Β.Π.: Ζώντας από κοντά τη λειτουργία των ευρωπαϊκών θεσμών, πώς βιώσατε την απόσταση ανάμεσα στην Ευρώπη ως πολιτικό όραμα και στην Ευρώπη ως διοικητικό και τεχνοκρατικό μηχανισμό; Πού πιστεύετε ότι βρίσκεται σήμερα η μεγαλύτερη αντίφαση;
Γ.Θ.Σ.: Για μένα ήταν σοκ να διαπιστώνω πόσο απομακρύνθηκε η Ένωση από τους ίδιους τους στόχους που είχε διακηρύξει. Θεωρώ μεγάλη χαμένη ευκαιρία ότι η πολιτική και οικονομική ενοποίηση δεν ολοκληρώθηκαν. Εκεί βρίσκεται και η μεγαλύτερη αντίφαση: μια Ευρώπη που μιλά τη γλώσσα της ενότητας αλλά λειτουργεί ακόμη ως άθροισμα. Είναι επίσης λυπηρό να βλέπεις χώρες με αξιόλογη οικονομική ή τεχνολογική δυναμική να βυθίζονται σε χρέη και σε φαινόμενα διαφθοράς. Η εύκολη ροή κοινοτικών πόρων, χωρίς πάντα επαρκή έλεγχο, καλλιέργησε σε αρκετές περιπτώσεις την ψευδαίσθηση ενός πλούτου που δεν είχε παραχθεί, και άνοιξε δρόμους στη διαφθορά.
Β.Π.: Ο «Funcionario» είναι ένας άνθρωπος που κινείται μέσα σε έναν κόσμο ισχυρών θεσμών, κανόνων και μηχανισμών. Πόσο αναπόφευκτα μεταμορφώνει η συμμετοχή σε έναν τέτοιο μηχανισμό τον ίδιο τον άνθρωπο που υπηρετεί μέσα σε αυτόν;
Γ.Θ.Σ.: Η μεταμόρφωση σε αυτούς τους χώρους έχει κάτι «καφκικό». Μπαίνεις κανονικός άνθρωπος και σε λίγο καιρό έχεις γίνει ένας φαντασιακός υπεράνθρωπος.
Βλέπω τρεις λόγους: Ο πρώτος είναι οι πολύ γενναιόδωρες αποδοχές. Ο δεύτερος είναι η αίσθηση ότι είσαι «κάποιος», επειδή κινείσαι σε χώρους με πρόσωπα της τηλεόρασης και, όλο και πιο σπάνια πια, με προσωπικότητες μεγάλου βεληνεκούς. Ο τρίτος, και ίσως ο σημαντικότερος, είναι η ίδια η μετάλλαξη. Η υψηλή αμοιβή, μαζί με την υποχρέωση διαρκούς εχεμύθειας και δημόσιας σιωπής, κάνει πολλούς να πιστεύουν ότι η αποστολή τους είναι υψηλή και σχεδόν μυστική. Ακόμη κι αν η δουλειά τους είναι να φροντίζουν μια αίθουσα συνεδριάσεων.
Β.Π.: Πολλές φορές η ευρωπαϊκή γραφειοκρατία παρουσιάζεται ως αναγκαία προϋπόθεση για τη λειτουργία μιας τόσο σύνθετης Ένωσης. Πότε, κατά τη γνώμη σας, η αναγκαία γραφειοκρατία μετατρέπεται σε «ευρωκρατία» και πότε η τεχνοκρατική λογική αρχίζει να απομακρύνει τους θεσμούς από τους πολίτες;
Γ.Θ.Σ.: Κατά τη γνώμη μου, η ευρωπαϊκή γραφειοκρατία μεγάλωσε περισσότερο απ' όσο ήταν αναγκαίο. Συχνά, όταν ξεσπούσε μια κρίση ή φανερωνόταν ένα πρόβλημα που είχε διαφύγει της προσοχής των θεσμών, η απάντηση ήταν η ίδρυση ενός νέου οργανισμού με εκατοντάδες υπαλλήλους. Αυτή η «οργανίτιδα» γέμισε την Ευρώπη με υπηρεσίες και agencies που μόνο οι μυημένοι μπορούν να απαριθμήσουν. Αρκετοί από αυτούς τους οργανισμούς είχαν μια γενική αρχική εντολή και υπέβαλλαν μια ετήσια έκθεση πεπραγμένων. Με αυτή τη βάση μεγάλωναν τον προϋπολογισμό τους για συνέδρια και εκστρατείες ευαισθητοποίησης, ενώ το απτό τους έργο ήταν συχνά δυσδιάκριτο. Θυμάμαι χαρακτηριστικά συνόδους για τους Ρομά στην Ευρώπη, με ειδικούς, καθηγητές και μελετητές, αλλά χωρίς κανέναν Ρομά στην αίθουσα.
Κάτι ανάλογο έγινε και με τη Διάσκεψη για το Μέλλον της Ευρώπης. Εκατοντάδες νέοι, προσωπικότητες και στοχαστές συμμετείχαν σε συναντήσεις σε όλη την ήπειρο. Στο τέλος έμεινε ένα σύνολο προτάσεων που ελάχιστα μεταφράστηκαν σε χειροπιαστά αποτελέσματα. Εκεί ακριβώς η αναγκαία γραφειοκρατία γίνεται «ευρωκρατία»: όταν η επικοινωνία υποκαθιστά το έργο. Οι θεσμοί πιστεύουν ότι έρχονται πιο κοντά στους πολίτες όταν γεμίζουν μια αίθουσα. Αξίζει όμως να αναρωτηθούμε ποιοι είναι εκείνοι που έχουν την πολυτέλεια του χρόνου να γεμίζουν αυτές τις αίθουσες.
Β.Π.: Η δημοσιογραφική σας διαδρομή, τόσο στους ευρωπαϊκούς θεσμούς όσο και αργότερα στη διεύθυνση εκδόσεων της ΕΡΤ Α.Ε., σας έδωσε τη δυνατότητα να γνωρίσετε διαφορετικές όψεις της ενημέρωσης. Πώς έχει αλλάξει μέσα στα χρόνια η αντίληψή σας για τον ρόλο και την ευθύνη του δημοσιογράφου;
Γ.Θ.Σ.: Η ευθύνη του δημοσιογράφου είναι θεμέλιο της Δημοκρατίας. Αυτό δεν άλλαξε ποτέ μέσα μου. Ο ρόλος του παραμένει δεμένος με τη ρήση που αποδίδεται στον Τζωρτζ Όργουελ ότι «δημοσιογραφία είναι να δημοσιεύεις αυτό που κάποιος δεν θέλει να δημοσιευτεί, και όλα τα υπόλοιπα είναι δημόσιες σχέσεις.»
Αυτό που άλλαξε με τα χρόνια είναι ότι βλέπω πιο καθαρά πόσο δύσκολο είναι να σταθεί κανείς σε αυτό το ύψος. Μπορούν όλοι οι δημοσιογράφοι να ανταποκριθούν; Δυστυχώς όχι. Οι περισσότεροι δεν μπορούν και οι ισχυρότεροι δεν θέλουν. Κάπου ανάμεσα βρίσκονται οι ρομαντικοί του επαγγέλματος. Αυτοί γράφουν ουσιαστικά για τους αρχαιολόγους του μέλλοντος, για όσους σε δύο χιλιάδες χρόνια θα θελήσουν να μάθουν τι πραγματικά συνέβη στην εποχή μας.
Β.Π.: Έχοντας τιμηθεί για το δημοσιογραφικό σας έργο από την Ένωση Ευρωπαίων Δημοσιογράφων και το Ίδρυμα Β. Μπότση, ποια θεωρείτε σήμερα τη μεγαλύτερη δοκιμασία για τη δημοσιογραφία: η πολιτική και οικονομική πίεση, η ταχύτητα της ενημέρωσης, τα κοινωνικά δίκτυα ή η κρίση εμπιστοσύνης του κοινού;
Γ.Θ.Σ.: Σε όλα όσα αναφέρατε θα πρόσθετα κάτι ακόμη: τον αγώνα της αληθινής είδησης να επικρατήσει. Ζούμε σε έναν κόσμο διαρκούς ταχύτητας. Οι δημοσιογράφοι συναγωνίζονται για το ποιος θα αναρτήσει πρώτος. Οι πρωταγωνιστές ενδιαφέρονται κυρίως για τη φωτογραφία ή το βίντεο που θα τους αναδείξει. Τα δελτία Τύπου συχνά καθορίζουν τι θα δημοσιευτεί, και το κοινό είναι ταυτόχρονα αχόρταγο και ευκολόπιστο. Σε αυτές τις συνθήκες, η μεγαλύτερη δοκιμασία είναι ο απλός, σαφής και επεξηγηματικός τίτλος. Δηλαδή η αμακιγιάριστη είδηση, που λέει το θέμα χωρίς περιττά λόγια. Έχουμε χρέος να μειώσουμε τον θόρυβο.
Β.Π.: Πώς πιστεύετε ότι έχει αλλάξει η σχέση του Ευρωπαίου πολίτη με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς μέσα στις δεκαετίες που τους παρακολουθείτε; Και τι είναι αυτό που, κατά τη γνώμη σας, έχει περισσότερο απομακρύνει τον πολίτη από την ιδέα της Ευρώπης;
Γ.Θ.Σ.: Θα σας το πω απλά. Στην αρχή οι Ευρωπαίοι πολίτες ένιωθαν ότι ένας υπερεθνικός οργανισμός δούλευε για τα δικά τους συμφέροντα, και αυτά είχαν να κάνουν πρωτίστως με τη στήριξη της παραγωγής. Σήμερα πολλοί νιώθουν ότι ένα περίπλοκο σύνολο θεσμών υπάρχει για να τους ελέγχει, να τους επιβάλλει φόρους και κοστοβόρες ρυθμίσεις. Μπορεί αυτό να οφείλεται στην ανάγκη να αντιμετωπιστούν νέες προκλήσεις. Οι πολίτες όμως δεν το κατανοούν, γιατί δεν τους εξηγείται τίποτα με απλά λόγια ούτε με πειστικά παραδείγματα. Εξαιρώ το πρόγραμμα Erasmus. Μέσα από αυτό οι νέοι έμαθαν την εξωστρέφεια, γνώρισαν την Ευρώπη και απέβαλαν την ξενοφοβία.
Β.Π.: Η δημοσιογραφία καταγράφει την πραγματικότητα, ενώ η λογοτεχνία μπορεί να την ερμηνεύσει, να την υπερβεί και να φωτίσει τις πιο αθέατες πλευρές της. Τι σας επέτρεψε να πείτε ως συγγραφέας στο «El Funcionario» που δεν θα μπορούσατε να πείτε ως ανταποκριτής;
Γ.Θ.Σ.: Η δημοσιογραφία είναι μια τεχνική έρευνας και μια τέχνη καταγραφής της πραγματικότητας. Το πέρασμα στη λογοτεχνία είναι μια γέφυρα προς κάτι άλλο: την αποκάλυψη της υποκειμενικής αλήθειας. Η σάτιρα ειδικά είναι μια αιχμηρή ματιά απέναντι στον κόσμο μας. Ο λογοτεχνικός λόγος συνδυάζει πραγματικά περιστατικά με την υπέρβαση που απαιτεί η μυθοπλασία, και γι' αυτό δεν έχει σχέση με το «ημερολόγιο» ενός ανταποκριτή, ενός ταξιδευτή, ενός πολιτικού ή ενός ιστορικού. Κάθε ρόλος μεταφέρει διαφορετικό φορτίο. Στο «El Funcionario» μπόρεσα να πω αυτό που ένα ρεπορτάζ καταγράφει αλλά δεν μπορεί να φωτίσει.
Β.Π.: Αν κοιτάξετε σήμερα την Ευρώπη μέσα από όσα ζήσατε, γράψατε και παρακολουθήσατε όλα αυτά τα χρόνια, τι σας προκαλεί περισσότερη ανησυχία και τι εξακολουθεί να σας γεννά ελπίδα για το ευρωπαϊκό εγχείρημα;
Γ.Θ.Σ.: Με ανησυχεί η αυξανόμενη υποκρισία, που πηγάζει από την επιτηδευμένη ρητορική. Αυτή η προσπάθεια να χωρέσει το γεγονός στα καλούπια του εκάστοτε «πομπού». Ζούμε σε εποχή υψηλού κόστους και μεγάλων αναγκών. Η ευκολία με την οποία εξαγοράζονται συνειδήσεις είναι εντυπωσιακή.
Στον αντίποδα, η ελπίδα μου για το ευρωπαϊκό εγχείρημα είναι οι ασυμβίβαστοι νέοι. Αν δεν χάσουν τον προσανατολισμό τους θα μας οδηγήσουν προς έναν καλύτερο και πιο ειρηνικό κόσμο. Τους πρέπει, όμως, να μπουν στην εποχή της υπερ-νοημοσύνης ως ενεργοί πρωταγωνιστές και όχι ως εύκολα θύματα των δικτύων της απομόνωσης, που κάποιοι τα βάφτισαν «κοινωνικά».


