Βίκυ Σγουρέλλη: «Μπορούμε να διαφωνούμε, να αλλάζουμε, χωρίς να απορρίπτουμε τους ανθρώπους που μας τα έμαθαν»
A Conversation with Vicky Sgourelli
Conducted by Vasiliki V. Pappa | Culture Magazine

Η Βίκυ Σγουρέλλη, συγγραφέας του παιδικού βιβλίου «Μήπως έχω αλλεργία στη γρουσουζιά;», σε μια συζήτηση με το Culture Magazine για την παιδική λογοτεχνία, τη δύναμη του χιούμορ και την αποδοχή της διαφορετικότητας.
Abstract
In this interview with Culture Magazine, Greek author Vicky Sgoureli discusses her children's book "Do I Have an Allergy to Bad Luck?", exploring superstitions, negativity, optimism, and the power of humor in everyday life. Through the story of Elisabeth, a young girl growing up in a family shaped by traditional superstitions, the author reflects on the importance of critical thinking, emotional acceptance, and the freedom to question inherited beliefs. She also shares her thoughts on children's literature, communication, personal growth, and the value of respecting different perspectives. Ultimately, the conversation highlights a meaningful message: we can challenge old beliefs, embrace change, and disagree with those we love without losing the bonds that unite us.
Εισαγωγή
Η συγγραφέας μιλά στο Culture Magazine για το βιβλίο της «Μήπως έχω αλλεργία στη γρουσουζιά;», τις οικογενειακές προλήψεις, τη δύναμη του χιούμορ και την ανάγκη να αποδεχόμαστε τον εαυτό μας και τους άλλους.
Η παιδική λογοτεχνία δεν αποτελεί μόνο ένα παράθυρο στον κόσμο της φαντασίας. Μπορεί να γίνει αφορμή για ουσιαστικό προβληματισμό, να φωτίσει συμπεριφορές που συχνά θεωρούμε αυτονόητες και να μας βοηθήσει να δούμε με διαφορετική ματιά τον εαυτό μας και τους ανθρώπους γύρω μας.
Στο βιβλίο της «Μήπως έχω αλλεργία στη γρουσουζιά;», η Βίκυ Σγουρέλλη προσεγγίζει με χιούμορ τις προλήψεις που μεταφέρονται από γενιά σε γενιά, μέσα από την ιστορία της Ελισάβετ, ενός κοριτσιού που μεγαλώνει σε μια οικογένεια με έντονες δεισιδαιμονίες, χωρίς να αποδέχεται παθητικά τις αντιλήψεις των μεγαλύτερων.
Με αφορμή το βιβλίο της, συζητάμε για τη γκρίνια και την αρνητικότητα, την αισιοδοξία, την αποδοχή των συναισθημάτων και τη σημασία της προσωπικής ευθύνης. Κυρίως, όμως, αναζητούμε εκείνο που επιτρέπει στους ανθρώπους να διατηρούν τους δεσμούς τους ακόμη κι όταν διαφωνούν: την αγάπη, τον σεβασμό και την ελευθερία να σκέφτονται διαφορετικά.
Η Βίκυ Σγουρέλλη μοιράζεται μαζί μας τις σκέψεις της για την παιδική λογοτεχνία, την επικοινωνία με τα παιδιά και την αξία του χιούμορ, υπενθυμίζοντάς μας ότι δεν χρειάζεται να αντιμετωπίζουμε τα πάντα με ένα χαμόγελο, ούτε να απαιτούμε διαρκώς από τον εαυτό μας να είναι θετικός.
Η Συνέντευξη
Β.Π.: Κυρία Σγουρέλλη, ο τίτλος του βιβλίου σας, «Μήπως έχω αλλεργία στη γρουσουζιά;», έχει μια παιχνιδιάρικη διάθεση, πίσω από την οποία όμως κρύβεται ένα αρκετά σοβαρό ερώτημα. Τι ήταν αυτό που σας έκανε να ασχοληθείτε με τη γκρίνια και την αρνητικότητα ως φαινόμενα της καθημερινής μας ζωής;
Β.Σ.: Κυρία Παππά, αρχικά θα ήθελα να σας ευχαριστήσω για τη συνέντευξη, καθώς και το Culture Magazine για τη φιλοξενία.
Το σοβαρό ερώτημα που βλέπετε πίσω από τον τίτλο, ομολογώ ότι δεν το είχα αντιληφθεί, και βρίσκω την ερμηνεία σας αρκετά ενδιαφέρουσα. Άλλωστε, αν το καλοσκεφτούμε, η Ελισάβετ ακούει συνεχώς τη γκρίνια των γονιών της για πράγματα που, σύμφωνα με τις προλήψεις τους, θεωρούν ότι μπορεί να φέρουν γρουσουζιά. Ίσως πίσω από αυτή να υπάρχει και ένας φόβος για το άγνωστο.
Όσον αφορά την αρνητικότητα, μπορώ να τη συνδέσω με την τάση να περιμένουμε ότι κάτι κακό θα συμβεί, ξεχνώντας πολλές φορές να ζήσουμε το παρόν και τις χαρές του. Οπότε έχετε κάνει μια πολύ βαθιά ανάγνωση του βιβλίου και σας ευχαριστώ ιδιαίτερα που αντιμετωπίζετε την παιδική λογοτεχνία ως ένα λογοτεχνικό είδος που αξίζει να διαβάζεται και να ερμηνεύεται με την ίδια προσοχή όπως και η λογοτεχνία ενηλίκων.
Η αλήθεια είναι ότι στο βιβλίο όλα αυτά αντιμετωπίζονται με χιούμορ. Δεν ήθελα να δώσω κάποιο βαρύ μήνυμα, αλλά να παίξω με αυτές τις παράξενες πεποιθήσεις που περνούν από γενιά σε γενιά και βίωσα η ίδια προσωπικά στον κοινωνικό μου περίγυρο, όπως όλοι μας. Άλλες φορές με φόβο και άλλες φορές με σκεπτικισμό και χιούμορ.
Τώρα, αν και η αρνητικότητα δεν αποτελεί το θέμα του βιβλίου, από τη δική μου οπτική δεν πιστεύω ότι βοηθά να πούμε σε κάποιον «μην είσαι αρνητικός». Πίσω από μια αρνητική στάση μπορεί να υπάρχει κάτι που ο άνθρωπος βιώνει ως πραγματικό. Από μια ψυχοδυναμική οπτική, όσα δεν αναγνωρίζονται ή δεν βρίσκουν τρόπο να εκφραστούν δεν εξαφανίζονται απλώς. Γι' αυτό θεωρώ σημαντικό να αναγνωρίζουμε και όσα μας δυσκολεύουν, χωρίς να αισθανόμαστε ότι οφείλουμε να βλέπουμε μονίμως μόνο τα θετικά.
Β.Π.: Η γκρίνια είναι κάτι που όλοι αναγνωρίζουμε στους άλλους, πολύ πιο εύκολα απ' ό,τι στον εαυτό μας. Πόσο δύσκολο είναι τελικά να παρατηρήσουμε τις δικές μας συμπεριφορές και να αναρωτηθούμε αν συμμετέχουμε κι εμείς στον κύκλο της αρνητικότητας;
Β.Σ.: Ναι, πράγματι, θα συμφωνήσω ότι δεν κάνουμε εύκολα αυτοκριτική. Η αρνητικότητα για μένα είναι σε έναν βαθμό αναπόφευκτη. Σημασία έχει ο βαθμός στον οποίο υπάρχει στη ζωή μας, αλλά και οι συνθήκες στις οποίες ζούμε. Είναι δύσκολο να ζητήσουμε από έναν άνθρωπο που αγωνίζεται καθημερινά να τα βγάλει πέρα να είναι απλώς «θετικός».
Όπου υπάρχει η δυνατότητα και η διάθεση για αναστοχασμό, μπορούμε να παρατηρήσουμε τη δική μας απαισιοδοξία και να αναρωτηθούμε γιατί αντιδρούμε έτσι και αν υπάρχει κάτι που μπορούμε να δούμε διαφορετικά. Το ερώτημα είναι πόσοι από εμάς έχουμε καλλιεργήσει αυτή την κριτική σκέψη και πόσα παιδιά έχουν σήμερα την ευκαιρία να την καλλιεργήσουν.
Β.Π.: Υπάρχει άραγε διαφορά ανάμεσα στη γκρίνια και στην ανάγκη ενός ανθρώπου να εκφράσει τη δυσαρέσκεια, την κούραση ή την απογοήτευσή του; Πότε η έκφραση ενός προβλήματος μετατρέπεται σε έναν φαύλο κύκλο που επηρεάζει εμάς και τους γύρω μας;
Β.Σ.: Νομίζω ότι υπάρχει διαφορά, αλλά δεν είναι πάντα εύκολο να διακρίνουμε πού βρίσκεται. Μήπως κάποιες φορές ονομάζουμε «γκρίνια» την ανάγκη ενός ανθρώπου να εκφράσει τη δυσαρέσκεια, την κούραση ή την απογοήτευσή του; Αυτό που για έναν άνθρωπο είναι ανάγκη να εκφράσει μια πραγματική δυσκολία, για κάποιον άλλον μπορεί να ακούγεται ως γκρίνια, ιδιαίτερα όταν επαναλαμβάνεται.
Φυσικά, η συνεχής έκφραση δυσαρέσκειας μπορεί κάποια στιγμή να γίνει ένας φαύλος κύκλος και να επηρεάσει τόσο τον ίδιο τον άνθρωπο όσο και τις σχέσεις του. Είναι δύσκολο όμως να ορίσουμε ένα συγκεκριμένο σημείο στο οποίο συμβαίνει αυτό, γιατί εξαρτάται από τον άνθρωπο, τις συνθήκες και τη σχέση μέσα στην οποία εκφράζεται.
Β.Π.: Ζούμε σε μια εποχή όπου η αρνητική είδηση, η σύγκριση, η κριτική και η διαρκής έκθεση στα προβλήματα των άλλων έχουν γίνει μέρος της καθημερινότητάς μας. Πόσο επηρεάζει αυτό τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε και επικοινωνούμε;
Β.Σ.: Αρκετά, θα έλεγα. Έχουμε πρόσβαση σε πολύ περισσότερη πληροφορία και ερχόμαστε καθημερινά σε επαφή με εμπειρίες και προβλήματα ανθρώπων που διαφορετικά ίσως να μη γνωρίζαμε ποτέ. Αυτή η συνεχής έκθεση μπορεί να μας κουράσει, να ενισχύσει τη σύγκριση ή να μας κάνει περισσότερο επικριτικούς. Μπορεί, επίσης, και εμείς οι ίδιοι να επιλέξουμε να εκθέσουμε τις εμπειρίες μας για πολλούς λόγους. Άλλοι άνθρωποι πάλι επιλέγουν τη σιωπή. Και αυτό είναι επίσης δύσκολο. Το πρώτο ίσως να έχει κοινωνικό κόστος ή όφελος, το δεύτερο προσωπικό.
Ωστόσο, το να ακούμε τους άλλους και να επηρεαζόμαστε από όσα συμβαίνουν γύρω μας είναι επίσης μέρος της ανθρώπινης επικοινωνίας. Σημασία έχει το μέτρο και ο τρόπος με τον οποίο επεξεργαζόμαστε όσα δεχόμαστε.
Β.Π.: Πιστεύετε ότι η αισιοδοξία είναι περισσότερο θέμα χαρακτήρα ή μπορεί να καλλιεργηθεί; Και, αν μπορεί να καλλιεργηθεί, από πού θα μπορούσε να ξεκινήσει ένας άνθρωπος που έχει συνηθίσει να βλέπει πρώτα αυτό που δεν πάει καλά;
Β.Σ.: Η αισιοδοξία, σε αντίθεση με τη γκρίνια, είναι πράγματι ένα από τα στοιχεία του βιβλίου και θεωρώ ότι μπορεί να σχετίζεται και με στοιχεία της ιδιοσυγκρασίας μας, αλλά παράλληλα μπορεί να καλλιεργηθεί. Η Ελισάβετ, για παράδειγμα, είναι αισιόδοξη και δεν πτοείται εύκολα από φόβους άλλων. Έχει καταφέρει και να πατήσει πόδι, που λέμε, φέρνοντας ένα μαύρο γατάκι στο σπίτι της, πιθανότατα στο πιο προληπτικό σπίτι ολόκληρης της γειτονιάς!
Κι όμως, στο τέλος επικρατούν η αγάπη και η ενότητα της οικογένειας. Για μένα, ίσως αυτό είναι και το πιο αισιόδοξο μήνυμα του βιβλίου: ότι άνθρωποι με διαφορετικές αντιλήψεις μπορούν να παραμένουν μαζί, να αγαπιούνται και να σέβονται ο ένας τον άλλον χωρίς να χρειάζεται να συμφωνούν σε όλα.
Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος της ερώτησής σας, ίσως θα μπορούσε να ξεκινήσει από την αναγνώριση και την αποδοχή του τρόπου με τον οποίο βλέπει σήμερα τα πράγματα, αντί να απαιτεί αμέσως από τον εαυτό του να γίνει «θετικός». Νομίζω ότι η αλλαγή δεν ξεκινά όταν απορρίπτουμε όσα δεν μας αρέσουν στον εαυτό μας, αλλά όταν μπορούμε πρώτα να τα αναγνωρίσουμε και να τα αποδεχτούμε.
Β.Π.: Στις ανθρώπινες σχέσεις, η αρνητικότητα ενός ανθρώπου μπορεί εύκολα να επηρεάσει και τους γύρω του. Πώς μπορούμε να προστατεύουμε τη δική μας ψυχική ισορροπία χωρίς να απορρίπτουμε έναν άνθρωπο που περνά μια δύσκολη περίοδο;
Β.Σ.: Καθώς ολοκληρώνω τις σπουδές μου στην Ψυχολογία, είναι ένα θέμα που με ενδιαφέρει ιδιαίτερα, χωρίς βέβαια να θεωρώ ότι υπάρχει μία απάντηση που μπορεί να ταιριάξει σε όλους.
Προσωπικά, θεωρώ σημαντικό να προσπαθούμε να είμαστε δίπλα σε έναν άνθρωπο που περνά μια δύσκολη περίοδο και να του δίνουμε τον χώρο να εκφράσει αυτό που βιώνει. Όλοι μας, άλλωστε, μπορεί κάποια στιγμή να βρεθούμε σε αυτή τη θέση και να έχουμε ανάγκη κάποιον που απλώς θα μας ακούσει.
Από την άλλη, ο καθένας μας έχει διαφορετικές αντοχές και διαφορετικά όρια. Ίσως λοιπόν η ισορροπία να βρίσκεται στο να μπορούμε να είμαστε παρόντες για τον άλλον, χωρίς παράλληλα να παραμελούμε εντελώς τον εαυτό μας. Και το πού ακριβώς βρίσκεται αυτή η ισορροπία είναι, νομίζω, διαφορετικό για κάθε άνθρωπο και κάθε σχέση.
Β.Π.: Υπάρχουν στιγμές που όλοι έχουμε ανάγκη να παραπονεθούμε, να θυμώσουμε ή να πούμε «δεν αντέχω άλλο». Μήπως, τελικά, το ζητούμενο δεν είναι να εξαφανίσουμε τα αρνητικά συναισθήματα, αλλά να μάθουμε να τα διαχειριζόμαστε διαφορετικά;
Β.Σ.: Είναι πολύ όμορφη ερώτηση και νομίζω ότι αγγίζει κάτι που θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό. Ο κάθε άνθρωπος λειτουργεί με βάση όσα του επιτρέπουν η ζωή του, οι συνθήκες του αλλά και η ίδια του η βιολογία. Δεν έχουμε όλοι τις ίδιες αντοχές και, φυσικά, δεν αντιδρούμε όλοι με τον ίδιο τρόπο στις δυσκολίες.
Για μένα, το πρώτο βήμα είναι η αναγνώριση των συναισθημάτων μας και η αποδοχή ότι είναι απολύτως ΟΚ να μπορούμε κάποιες φορές να πούμε «δεν αντέχω άλλο». Δεν χρειάζεται πάντα να έχουμε αμέσως μια λύση ούτε να απαιτούμε από τον εαυτό μας να αισθανθεί διαφορετικά.
Κάποιες φορές απλώς χρειαζόμαστε ένα διάλειμμα, λίγο χρόνο και χώρο. Και θεωρώ ότι το να μπορούμε να το αναγνωρίσουμε και να το επιτρέψουμε στον εαυτό μας είναι όχι μόνο θεμιτό, αλλά πολλές φορές και απαραίτητο.
Β.Π.: Πόσο σημαντικό ρόλο παίζει το χιούμορ στη δική σας προσέγγιση; Μπορεί ένας άνθρωπος να δει διαφορετικά τον εαυτό του και τις δυσκολίες του όταν καταφέρει να χαμογελάσει ακόμη και με κάποιες από τις αδυναμίες του;
Β.Σ.: Είμαι ένας άνθρωπος που δεν νομίζω ότι θα μπορούσε να επιβιώσει χωρίς χιούμορ. Ως εκπαιδευτικός, μάλιστα, το έχω πραγματικά ανάγκη, γιατί θεωρώ ότι βοηθάει πολύ στην επικοινωνία με τα παιδιά. Αν δεν μπορώ να «τσαλακώσω» λίγο τον εαυτό μου, να γελάσω μαζί τους αλλά και με τον εαυτό μου, δύσκολα θα μπορέσω να επικοινωνήσω ουσιαστικά και να κερδίσω την εμπιστοσύνη τους.
Πιστεύω ότι τα παιδιά μαθαίνουν καλύτερα όταν εμπιστεύονται τον άνθρωπο που έχουν απέναντί τους και όταν έχει δημιουργηθεί μεταξύ τους μια θετική σχέση. Επομένως, για μένα η επικοινωνία αποτελεί πολύ σημαντικό μέρος της μετάδοσης της γνώσης και το χιούμορ μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο σε αυτή.
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι πρέπει να αντιμετωπίζουμε τα πάντα με ένα χαμόγελο. Αν κάποιος αισθάνεται την ανάγκη να κλάψει, ας κλάψει. Για μένα όλα τα συναισθήματα επιτρέπονται. Είμαστε άνθρωποι.
Και ναι, αν μπορούμε να χαμογελάσουμε και με κάποιες από τις αδυναμίες μας, το θεωρώ όμορφο. Κανείς μας δεν είναι τέλειος και όλοι έχουμε αδυναμίες. Το να μπορούμε να τις αναγνωρίζουμε, να τις αποδεχόμαστε και κάποιες φορές να γελάμε και λίγο μαζί τους, χωρίς να υποτιμούμε τον εαυτό μας, νομίζω ότι μας βοηθά να είμαστε λίγο πιο επιεικείς μαζί του.
Β.Π.: Πέρα από το θέμα της γκρίνιας, το βιβλίο ανοίγει έναν ευρύτερο διάλογο γύρω από την προσωπική ευθύνη και την αλλαγή. Πόσο εύκολο είναι να περάσουμε από το «έτσι είναι η ζωή μου» στο «τι μπορώ εγώ να αλλάξω»;
Β.Σ.: Δεν νομίζω ότι είναι καθόλου εύκολο. Η αλλαγή, πάντως, υπάρχει μέσα στην ιστορία. Η Ελισάβετ μεγαλώνει σε ένα σπίτι γεμάτο προλήψεις, αλλά δεν τις αποδέχεται όλες παθητικά. Αναρωτιέται, αμφισβητεί και τελικά κάνει και τη δική της μικρή «επανάσταση», φέρνοντας στο σπίτι ένα μαύρο γατάκι. Δεν προσπαθεί να αλλάξει τους άλλους με το ζόρι. Διεκδικεί, όμως, τον δικό της χώρο μέσα στην οικογένεια.
Ίσως λοιπόν εκεί να βρίσκεται και μια μορφή προσωπικής ευθύνης: στο να μπορούμε να αναρωτηθούμε τι εξαρτάται από εμάς και τι μπορούμε να κάνουμε διαφορετικά.
Και πάλι, όμως, θα επέστρεφα σε κάτι που υπάρχει πολύ έντονα στο βιβλίο: η αλλαγή δεν έρχεται μέσα από την απόρριψη. Η Ελισάβετ εξακολουθεί να αγαπά την οικογένειά της και η οικογένειά της εξακολουθεί να αγαπά εκείνη. Μπορούμε να διαφωνούμε, να αλλάζουμε, ακόμη και να αμφισβητούμε πράγματα με τα οποία μεγαλώσαμε, χωρίς απαραίτητα να απορρίπτουμε τους ανθρώπους που μας τα έμαθαν.
Β.Π.: Και μια τελευταία, λίγο πιο προσωπική ερώτηση: αν μπορούσατε να δώσετε στον εαυτό σας μια μικρή συμβουλή για μια ημέρα που όλα μοιάζουν να πηγαίνουν στραβά, ποια θα ήταν;
Β.Σ.: Και να ήταν μόνο μία μέρα… «Ας είναι», λέω στον εαυτό μου κάθε φορά που κάτι πάει στραβά. Ως υπεραναλυτικός άνθρωπος, βέβαια, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα συνεχίσω να το αναλύω για τα επόμενα χρόνια της ζωής μου, κάθε βράδυ, προσπαθώντας να καταλάβω τι έκανα λάθος! Και, αν διαπιστώσω ότι πράγματι ευθύνομαι για κάτι, θα προσπαθήσω να μάθω από αυτό και να μην το επαναλάβω. Για όσα όμως δεν μπορώ να ελέγξω, θα κρατήσω το «ας είναι» που έλεγε και ο αείμνηστος Ντίνος Χριστιανόπουλος.
Β.Π.: Σας ευχαριστώ πολύ!
Β.Σ.: Κι εγώ σας ευχαριστώ, κυρία Παππά, για την όμορφη συζήτηση και το Culture Magazine για τη φιλοξενία. Χάρηκα πολύ για αυτή τη συνάντηση και για την ευκαιρία να μιλήσουμε με αφορμή το βιβλίο.
Αντί επιλόγου
Ίσως τελικά η μεγαλύτερη αισιοδοξία να μην βρίσκεται στην προσδοκία ότι όλα θα πάνε καλά, αλλά στην αποδοχή ότι η ζωή δεν είναι πάντα όπως την περιμένουμε. Μέσα από τη συζήτησή μας με τη Βίκυ Σγουρέλλη, αναδεικνύεται η αξία του χιούμορ, της αυτογνωσίας και του σεβασμού στη διαφορετική άποψη. Γιατί μπορούμε να αμφισβητούμε όσα μάθαμε, να αλλάζουμε και να προχωράμε, χωρίς να χάνουμε την αγάπη μας για τους ανθρώπους που αποτελούν μέρος της ιστορίας μας. Και ίσως αυτό να είναι ένα από τα πιο όμορφα μηνύματα που μπορεί να προσφέρει ένα παιδικό βιβλίο σε αναγνώστες κάθε ηλικίας.


